Ο Μυστικός Δείπνος

Οι απόστολοι που είναι δέκα, ασχολούνται με την προετοιμασία του Δείπνου. Ο Ιούδας ανέβηκε πάνω στο τραπέζι και ελέγχει αν έχουν λάδι οι λυχνίες του μεγάλου πολυελαίου. Κατόπιν πηδάει στο πάτωμα και βοηθάει τον Ανδρέα να στρώσει τα σερβίτσια στο τραπέζι, στο οποίο υπάρχει ένα πολύ λεπτό τραπεζομάντηλο.

Ακούω τον Ανδρέα να λέει: «Τι όμορφο λινό τραπεζομάντηλο!» και ο Ισκαριώτης λέει: «Ένα από τα καλύτερα του Λάζαρου. Η Μάρθα επέμενε να το φέρει».
Ο Θωμάς (που ήταν χρυσοχόος) παρατηρεί τον πανάκριβο αμφορέα και θαυμάζει με τα μάτια ενός πεπειραμένου, το σμιλευμένο χερούλι του.
«Ποιος ξέρει πόσο να στοιχίζει!» αναφωνεί ο Ιούδας ο Ισκαριώτης.
«Είναι κατεργασμένος με σφυρί. Ο πατέρας μου θα τρελαινόταν με αυτό. Τα φύλλα του χρυσού και του αργύρου δουλεύονται εύκολα αν θερμανθούν. Όμως ένα τέτοιο καλλιτέχνημα... Όλα μπορούν να χαλάσουν σε μια στιγμή. Ένα στραβό χτύπημα είναι αρκετό. Χρειάζεται δύναμη και ελαφρύ χέρι συγχρόνως. Βλέπεις τα χερούλια; Είναι όλα μια μονοκόμματη πέτρα. Δεν υπάρχει συγκόλληση. Πράγματα για πλούσιους. Δεν ξέρω αν το καταλαβαίνεις αυτό».
«Ωχ! Σε καταλαβαίνω πολύ καλά. Τελικά είναι σαν την γλυπτική».
«Ακριβώς».
Όλοι τους θαυμάζουν και μετά επιστρέφουν στις εργασίες τους. Κάποιοι
τακτοποιούν τα καθίσματα, κάποιοι ετοιμάζουν τα τραπεζάκια δίπλα.
Ο Πέτρος και ο Σίμωνας, που έλειπαν, επιστρέφουν.
«Ω! Τελικά ήρθατε! Που πήγατε πάλι;» ρωτάει με περιέργεια ο Ισκαριώτης.
«Είχαμε μια άλλη υποχρέωση πριν από το Δείπνο», απαντάει ο Σίμωνας κοφτά.
«Μήπως έχεις κατάθλιψη;»
«Νομίζω ότι έχουμε κάθε λόγο να έχουμε, αν σκεφτείς αυτά που ακούσαμε τις τελευταίες ημέρες από χείλη που ξέρουμε ότι ποτέ δεν λανθάνουν».
Ο Ματθαίος, ο Βαρθολομαίος και ο Φίλιππος μοιάζουν με υπνοβάτες.   Τα δύο ξαδέλφια του Ιησού είναι λυπημένα. Ο Θωμάς έχει χάσει το χαμόγελό του και ο Σίμωνας ο Ζηλωτής φαίνεται πως έγινε ξανά ο εξαντλημένος λεπρός των προηγούμενων ετών, τόσο πολύ τον έχει φάει η στενοχώρια, θα έλεγα ότι έχει καταρρακωθεί, τόσο χλωμός, τόσο αποκαρδιωμένος.

«Αυτός μας επηρέασε όλους μας, με την μελαγχολία Του», παρατηρεί ο 
Ισκαριώτης.
«Ο ξάδελφος μου ο Ιησούς, ο Διδάσκαλός μου και ο Κύριός μου και δικός σας, δεν είναι μελαγχολικός. Αν θέλεις να πεις λυπημένος, επειδή συνεχώς Τον πληγώνουν όλοι στον Ισραήλ, σου λέω: “έχεις δίκιο”. Όμως αν μεταχειρίζεσαι αυτόν τον όρο για να πεις ότι είναι τρελός, σου απαγορεύω να το κάνεις», λέει ο Ιάκωβος του Αλφαίου.

«Και δεν είναι τρέλα να εμμένει στην μελαγχολία; Εγώ μελέτησα παρόμοια θέματα και ξέρω. Έδωσε πάρα πολλά από τον Εαυτό Του. Τώρα είναι ψυχικά κουρασμένος».
«Που σημαίνει τρελός; Έχω δίκιο;» ρωτάει ο άλλος Ιούδας ο εξάδελφος, φαινομενικά ήρεμος.
«Ακριβώς», απαντάει ο Ισκαριώτης. 
Ο Ιούδας ο Θαδδαίος που είναι εξ ίσου ψηλός με τον Ισκαριώτη, και στέκεται ακριβώς μπροστά του, και φαίνεται να τον ακούει με ειρήνη, έχει ένα ξέσπασμα θυμού, και δίνοντάς του ένα δυνατό χτύπημα στην πλάτη, ψιθυρίζει:
«Αυτό είναι για την ‘τρέλα’ Του, ερπετό! Και μόνον επειδή Αυτός βρίσκεται στο άλλο δωμάτιο και είναι το Δείπνο του Πάσχα, δεν θα σε πνίξω. Όμως να θυμάσαι αυτό, και να το θυμάσαι προσεχτικά! Αν Του συμβεί κάτι κακό, και Αυτός δεν βρίσκεται εκεί για να ελέγξει την δύναμη μου, κανένας δεν θα σε σώσει. Το σχοινί της κρεμάλας θα είναι γύρω στον λαιμό σου, και αυτά τα δυνατά έντιμα χέρια μου, τα χέρια ενός Γαλιλαίου τεχνίτη θα κάνουν την δουλειά για σένα. Σήκω, άβουλε κολασμένε! Και πρόσεχε την συμπεριφορά σου».
Ο Ιούδας σηκώνεται χλωμός αλλά δεν αντιδράει.  

Όταν η παρέα βρίσκει ξανά την ειρήνη της, έρχεται ο Ιησούς. Εμφανίζεται στο σκαλοπάτι της μικρής πόρτας, από την οποία μόλις και χωράει, περνάει στο μικρό πλατύσκαλο, και με το χαμόγελο Του γλυκό και θλιμμένο, λέει ανοίγοντας τα χέρια Του: «Η ειρήνη ας είναι μαζί σας». Η φωνή Του είναι καταπονημένη σαν κάποιου που πονάει στο σώμα και στην ψυχή. Κατεβαίνει και χαϊδεύει το ξανθό κεφάλι του Ιωάννη που σπεύδει κοντά Του.  

«Κάνατε όλα όσα έπρεπε να γίνουν; Εσύ Ματθαίε; Και εσύ Ανδρέα; Και εσύ
Ιούδα; Φρόντισες για την προσφορά στον Ναό;»
Οι δύο πρώτοι και ο Ισκαριώτης λένε: «Όλα που είπες ότι έπρεπε να γίνουν
σήμερα, έγιναν. Μην ανησυχείς».
«Είδα τον Νικόδημο και τον Ιωσήφ», λέει ο Θωμάς.
«Τους είδες; Τους μίλησες;» ρωτάει ο Ισκαριώτης με πολύ ζήλο.
«Ναι. Πού είναι το παράξενο; Ο Ιωσήφ είναι ένας καλός πελάτης του πατέρα
μου».
«Αυτό δεν το ανέφερες ποτέ άλλοτε.. Γι’ αυτό ξαφνιάστηκα!...»
Ο Ιούδας προσπαθεί να επανορθώσει για την εντύπωση που είχε δώσει
προηγουμένως, για την ανησυχία του, για την συνάντηση του Θωμά με τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο.
«Εμένα μου φάνηκε παράξενο που δεν ήρθαν να Σε τιμήσουν. Ούτε αυτοί, ούτε ο Κούζα, ούτε ο Μαναήν...», λέει ο Βαρθολομαίος.
Όμως ο Ισκαριώτης γελάει πονηρά και διακόπτει τον Βαρθολομαίο, λέγοντας: «Ο κροκόδειλος κρύβεται την σωστή στιγμή».
«Τι εννοείς; Τι υπονοείς;» ρωτάει ο Σίμων θυμωμένος όπως ποτέ άλλοτε.
«Ειρήνη! Ειρήνη τι συμβαίνει μαζί σου; Είναι το βράδυ του Πάσχα! Λοιπόν, ας συνεχίσουμε το δείπνο με ένα πνεύμα ειρήνης. Βλέπω ότι σας έχω ταράξει πολύ με τις οδηγίες αυτών των τελευταίων ημερών. Όμως βλέπετε; Εγώ τελείωσα! Τώρα δεν θα σας ταράξω άλλο. Δεν έχουν ειπωθεί όλα που αναφέρονται για Μένα, αλλά μόνον τα βασικά. Τα υπόλοιπα... θα τα καταλάβετε αργότερα. Θα σας τα πουν... Ναι. Θα έρθουν και θα σας τα πουν! Ιωάννη, πήγαινε μαζί με τον Ιούδα και ένα άλλον για να φέρετε τις λεκάνες του εξαγνισμού. Και μετά ας καθίσουμε στο τραπέζι», ο Ιησούς έχει μια γλυκύτητα που σου σπαράζει την καρδιά.
Ο Ιωάννης με τον Ανδρέα και ο Ιούδας ο Θαδδαίος με τον Ιάκωβο φέρνουν τη μεγάλη λεκάνη, χύνουν νερό σ’ αυτήν και προσφέρουν την πετσέτα στον Ιησού και στους συντρόφους τους. Η λεκάνη που είναι μεταλλική για να πλένουν τα χέρια, τοποθετείται σε μια γωνία.

«Και τώρα στις θέσεις σας. Εγώ εδώ, στα δεξιά Μου ο Ιωάννης και από την άλλη πλευρά ο πιστός Μου Ιάκωβος. Οι δύο πρώτοι μαθητές. Μετά τον Ιωάννη η δυνατή Μου Πέτρα και μετά τον Ιάκωβο, αυτός που είναι σαν τον αέρα, ποτέ δεν τον προσέχεις, αλλά είναι πάντα παρών και παρηγορεί. Ο Ανδρέας. Δίπλα του ο ξάδελφος Μου ο Ιάκωβος. Δίπλα στον Πέτρο, ο Σίμων… Σίμωνα, έλα εδώ για λίγο. Θέλω να καρφώσω τα μάτια μου πάνω στο έμπιστο πρόσωπό σου. Αργότερα δεν θα σε βλέπω καλά, διότι άλλοι θα καλύψουν το έντιμό σου πρόσωπο. Σε ευχαριστώ Σίμωνα, για όλα.

Απέναντι από τον Σίμωνα ο Βαρθολομαίος Μου. Δύο έντιμοι και συνετοί άνδρες που αντανακλούν ο ένας τον άλλο. Μοιάζουν πολύ. Και δίπλα του, εσύ Ιούδα, αδελφέ Μου. Για να σε βλέπω… και να νομίζω ότι βρίσκομαι στην Ναζαρέτ... όταν κάποιες γιορτές μας συγκέντρωναν όλους μαζί γύρω από ένα τραπέζι. Όπως και στην Κανά... Θυμάσαι; Ήμασταν μαζί. Μια συγκέντρωση... ένας γάμος... το πρώτο θαύμα... το νερό που έγινε κρασί... έτσι και σήμερα μια γιορτή… και έτσι και σήμερα θα υπάρξει ένα θαύμα... το κρασί θα αλλάξει την φύση του και θα γίνει...»


Ο Ιησούς απορροφάται σε σκέψεις. Σκύβει το κεφάλι Του και απομονώνεται στον μυστικό Του κόσμο.

Οι άλλοι Τον κοιτούν και δεν μιλούν.
Μετά, σηκώνει το κεφάλι Του ξανά και κοιτάζει τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, στον οποίο λέει: «Εσύ θα καθίσεις απέναντί Μου».
«Τόσο πολύ με αγαπάς; Περισσότερο και από τον Σίμωνα, αφού πάντοτε με ήθελες απέναντί Σου;»
«Τόσο. Όπως το είπες».
«Γιατί, Διδάσκαλε;»
«Διότι είσαι αυτός που έκανε τα περισσότερα από τον κάθε έναν, γι’ αυτήν την ώρα».
Ο Ιούδας ρίχνει μια ματιά διαφορετική στον Διδάσκαλο και στους αποστόλους. Προς τον Ιησού με ειρωνική συμπόνια, προς τους άλλους με τον αέρα του θριάμβου.
«Και κοντά σου, από τη μια πλευρά ο Ματθαίος κι από την άλλη ο Θωμάς. Τελευταίος ο Φίλιππος. Τώρα βλέπετε; Όποιος δεν κάθεται δίπλα Μου στην τιμητική θέση, έχει την τιμή να κάθεται απέναντί Μου».

 Ο Ιησούς κάθεται στην θέση Του, βάζει κρασί σε ένα μεγάλο ποτήρι που βρίσκεται μπροστά Του. (Όλοι έχουν ψηλά ποτήρια όμως Αυτός έχει ένα μεγαλύτερο, εκτός από αυτό που έχουν και οι άλλοι. Θα πρέπει να είναι το εθιμοτυπικό ποτήρι.) Βάζει κρασί σε αυτό, το σηκώνει, το προσφέρει και το ακουμπάει πάνω στο τραπέζι.

Κατόπιν όλοι μαζί, ρωτούν με τον τόνο του ψαλμού: «Για ποιο λόγο αυτή η Γιορτή;» που είναι η παραδοσιακή ερώτηση* στην οποία ο Ιησούς, σαν αρχηγός της οικογένειας, απαντάει: «Αυτή η μέρα Μου θυμίζει την απελευθέρωσή μας από την Αίγυπτο. Ας είναι ευλογημένος ο Γιαχβέ που δημιούργησε τον καρπό της αμπέλου».
Πίνει μια γουλιά από το κρασί που προσέφερε και περνάει το ποτήρι στους άλλους. Κατόπιν προσφέρει το ψωμί, το κόβει σε κομμάτια και το δίνει γύρω μαζί με τα πικρά χόρτα που βρίσκονται μέσα σε μια κόκκινη σάλτσα στις τέσσερις σαλτσιέρες.
Όταν τελειώνει αυτό το μέρος του γεύματος, λένε κάποιους ψαλμούς όλοι μαζί. Φέρνουν μετά έναν μεγάλο δίσκο με το αρνί και τον τοποθετούν μπροστά στον Ιησού.
 

Ο Πέτρος απευθύνει τη δεύτερη ερώτηση: «Γιατί αυτό το αρνί, είναι έτσι όπως είναι;»
Και όλοι μαζί με μια φωνή απαντούν: «Σε ανάμνηση των χρόνων όταν ο Ισραήλ σώθηκε με την θυσία του αρνιού. Δεν πέθανε κανένα πρωτότοκο παιδί στα σπίτι που γυάλιζε το αίμα του στις εξώπορτες και στην οροφή της πόρτας. Και αργότερα, ενώ όλη η Αίγυπτος, από τα ανάκτορα μέχρι τις τρώγλες, πενθούσε τα πρωτότοκα αρσενικά παιδιά της, οι Εβραίοι, οδηγούμενοι από τον Μωυσή, κινήθηκαν προς την υποσχόμενη χώρα της ελευθερίας. Φορώντας στη μέση τα ζωνάρια τους, στα πόδια τα σανδάλια τους, με το μπαστούνι στο χέρι του, ο λαός του Αβραάμ ξεκίνησε με προθυμία ψάλλοντας ύμνους χαράς».
Μετά, σηκώνονται όρθιοι και ψάλλουν: «Όταν ο Ισραήλ έφυγε από την Αίγυπτο και ο οίκος του Ιακώβ από τον βάρβαρο λαό, έγινε ο Ιούδας του Κυρίου ο άγιος χώρος κι η επικράτειά του ο Ισραήλ» (Ψαλ.114).

Τώρα ο Ιησούς κόβει το αρνί, βάζει πάλι κρασί στο ποτήρι και το περνάει γύρω αφού ήπιε πρώτα. Κατόπιν ψάλλουν πάλι: «Παιδιά, υμνείτε τον Κύριο, ευλογημένο το όνομα του Θεού νυν και αεί και εις τους αιώνας. Από την ανατολή μέχρι την δύση πρέπει να υμνείται» (Ψαλ. 113).
Ο Ιησούς μοιράζει τις μερίδες για να είναι σίγουρος ότι όλοι είναι ευχαριστημένοι, σαν ένας πατέρας με τα παιδιά του που όλα τα αγαπάει. Είναι μοναδικός, μάλλον θλιμμένος, όταν λέει: Επιθυμούσα πολύ να περάσω αυτό το Πάσχα μαζί σας. Ήταν η επιθυμία από τις επιθυμίες Μου, διότι από την αιωνιότητα Εγώ ήμουν “Ο Σωτήρας”. Το ήξερα ότι αυτή η ώρα προηγείται εκείνης της ώρας. Και η χαρά που θα προσφερόμουν, έφερε εκ των προτέρων αυτή την χαρά στο μαρτύριο Μου… Ήθελα πάρα πολύ να συνφάγουμε αυτό το Πάσχα, διότι ποτέ πια δεν θα δοκιμάσω τον καρπό του κρασιού, μέχρι να έρθει η Βασιλεία του Θεού. Τότε θα καθίσω πάλι με τους εκλεκτούς στο δείπνο του Αρνίου, για τον γάμο των Ζώντων με τον Μόνο Ζώντα. Όμως μόνον αυτοί που υπήρξαν ταπεινοί και καθαροί στην καρδιά, όπως είμαι Εγώ, θα έρθουν σ’ αυτό».
«Διδάσκαλε πριν λίγο είπες, ότι αυτός που δεν είναι άξιος για τη θέση, θα έχει αυτήν που είναι απέναντι Σου. Λοιπόν, πως θα ξέρουμε ποιος είναι ο πρώτος μεταξύ μας;» ρωτάει ο Βαρθολομαίος.
«Όλοι και κανένας. Αν θέλει κάποιος να είναι ο πρώτος, θα πρέπει να είναι ο τελευταίος και ο υπηρέτης όλων. Ο μεγαλύτερος πρέπει να είναι σαν τον μικρότερο, ο αρχηγός σαν αυτόν που υπηρετεί. Πραγματικά, ποιος είναι ανώτερος, αυτός που κάθεται στο τραπέζι ή αυτός που υπηρετεί; Είναι αυτός που κάθεται στο τραπέζι. Και όμως Εγώ σας υπηρετώ. Και πολύ σύντομα θα σας υπηρετήσω ακόμα περισσότερο. Εσείς είστε αυτοί που βρεθήκατε κοντά μου στις δοκιμασίες. Και Εγώ θα σας ετοιμάσω μια θέση στη Βασιλεία Μου, με τον ίδιο τρόπο που και Εγώ θα είμαι Βασιλιάς σ’ αυτήν σύμφωνα με το θέλημα του Πατέρα, για να τρώτε και να πίνετε στο αιώνιο τραπέζι Μου και να κάθεστε σε θρόνους και να κρίνετε τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Εσείς παραμείνατε μαζί Μου στις δοκιμασίες Μου. Αυτό είναι το μόνο πράγμα που σας κάνει μεγάλους στα μάτια του Πατέρα».
«Και τι θα γίνει με αυτούς που θα έρθουν; Μήπως δεν θα έχουν θέση στην Βασιλεία Σου; Μόνον εμείς;»
«Ω! Πόσοι πρίγκιπες στον Οίκο Μου! Όλοι αυτοί που θα είναι πιστοί στον Χριστό, στις δοκιμασίες της ζωής, θα είναι πρίγκιπες στην Βασιλεία Μου. Διότι αυτοί που θα έχουν επιμείνει μέχρι τέλους στα μαρτύρια της ζωής θα είναι σαν και εσάς που παραμείνατε μαζί Μου στις δοκιμασίες Μου. Εγώ ταυτίζομαι με αυτούς που πιστεύουν σε Μένα. Την Θλίψη που αγκαλιάζω για σας και για όλους τους ανθρώπους, την δίνω σαν σύμβολο στους πολύ εκλεκτούς Μου. Όποιος είναι πιστός σε Μένα στην Θλίψη, θα είναι μια από τις αγαπημένες Μου ψυχές, από τις αγαπημένες Μου».

«Εμείς έχουμε επιμείνει μέχρι τέλους», λέει ο Πέτρος.
«Έτσι νομίζεις Πέτρο; Εγώ σου λέω ότι η στιγμή της δοκιμασίας δεν ήρθε ακόμα. Σίμωνα, Σίμωνα του Ιωνά, ο Σατανάς θέλησε να σας κοσκινίσει όλους σαν το κριθάρι. Εγώ προσευχήθηκα για σένα να μην ταλαντεύεται η πίστη σου. Εσύ, όταν θα συνέλθεις, να δυναμώσεις τα αδέλφια σου».
«Εγώ ξέρω πως είμαι αμαρτωλός. Όμως θα είμαι πιστός σε Σένα μέχρι θανάτου. Δεν θα έχω αυτή τη αμαρτία και δεν θα την αποκτήσω».
«Μην υπερηφανεύεσαι, Πέτρο Μου. Εκείνη η ώρα θα αλλάξει έναν τεράστιο αριθμό πραγμάτων, που προηγουμένως ήταν έτσι και μετά θα είναι διαφορετικά. Πάρα πολλά!... Αυτοί φέρνουν και επιβάλλουν καινούργιες ανάγκες. Εσείς το ξέρετε. Πάντοτε σας το έλεγα, ακόμα και τότε που πηγαίναμε σε μέρη απομακρυσμένα, εκεί που συχνάζουν οι ληστές: “Μη φοβάστε δεν θα πάθετε κανένα κακό διότι οι άγγελοι του Κυρίου είναι μαζί μας. Μην ανησυχείτε για τίποτα”. Θυμάστε όταν σας έλεγα: “Μην ανησυχείτε για το τι θα φάτε και τι θα φορέσετε. Ο Πατέρας γνωρίζει τις ανάγκες μας”; Σας έλεγα επίσης: “Ο άνθρωπος είναι πολύ περισσότερο από ένα σπουργίτι και ένα λουλούδι που σήμερα είναι χορτάρι και αύριο άχυρο.
Όμως ο Πατέρας τα φροντίζει και τα δύο και το λουλούδι και το μικρό πουλί. Λοιπόν, μήπως έχετε κάποια αμφιβολία πως δεν θα φροντίσει και σας;” Σας έλεγα επίσης: “Να δίνετε σε όποιον σας ζητάει, και αν κάποιος σας προσβάλλει, να του προσφέρετε και το άλλο σας μάγουλο”.  Όμως τώρα... τώρα οι καιροί έχουν αλλάξει. Τώρα σας λέω: Μήπως σας έχει λείψει κάτι μέχρι τώρα; Μήπως σας έχουν προσβάλει;»
«Τίποτε, Διδάσκαλε. Μόνον Εσένα προσβάλλουν».
«Λοιπόν καταλαβαίνετε ότι ο λόγος Μου είναι αληθινός. Όμως τώρα τους αγγέλους τους ανακάλεσε ο Κύριος. Είναι η ώρα των δαιμόνων... Με τα χρυσά τους φτερά οι άγγελοι του Κυρίου καλύπτουν τα μάτια τους και σκεπάζονται ολόκληροι και λυπούνται που το χρώμα των φτερών τους δεν είναι σκούρο, διότι ήρθε η ώρα να θρηνήσουν, θα θρηνήσουν για μια σκληρή ιεροσυλία... Απόψε δεν υπάρχουν άγγελοι πάνω στην Γη. Βρίσκονται κοντά στο θρόνο του Θεού, για να καταπνίξουν τις βλαστήμιες ενός Θεοκτόνου λαού και τα δάκρυα του Αθώου.
Και είμαστε μόνοι... Εσείς κι Εγώ, μόνοι. Και οι δαίμονες κυριαρχούν αυτή την ώρα. Έτσι τώρα θα έχουμε την εμφάνιση και την δύναμη των φτωχών ανθρώπων που δεν εμπιστεύονται και δεν αγαπούν. Τώρα όποιος έχει ένα πουγκί θα πρέπει να έχει και ένα σακίδιο, όποιος δεν έχει ένα σπαθί θα πρέπει να πουλήσει τον μανδύα του για να αγοράσει ένα. Διότι και αυτό έχει ειπωθεί στις γραφές για Μένα και πρέπει να γίνει: “Τον κατάταξαν με τους κακούς”. Αληθινά το κάθε τι που Με αφορά, έχει τον λόγο του».

Ο Σίμων σηκώθηκε και πήγε στο μπαούλο απ’ όπου έβγαλε δυο σπαθιά, δύο αληθινά, μακριά, λεπτά, ελαφρώς κυρτά σπαθιά και επιστρέφει στον Ιησού με αυτά και λέει: «Ο Πέτρος και εγώ οπλιστήκαμε απόψε. Έχουμε αυτά, όμως τα άλλα είναι όλα κοντά στιλέτα».
Ο Ιησούς παίρνει τα σπαθιά τα εξετάζει, βγάζει τη θήκη από το ένα και εξετάζει την κόψη του με το νύχι Του. Είναι ένα παράξενο θέαμα και πιο παράξενο όταν βλέπεις ένα τόσο σκληρό όπλο στα χέρια του Ιησού.
«Ποιος σας τα έδωσε;» ρωτάει ο Ισκαριώτης, όσην ώρα ο Ιησούς το εξετάζει σιωπηλός. Και ο Ιούδας φαίνεται να κάθεται στα καρφιά...
«Ποιος; Σου υπενθυμίζω ότι ο πατέρας μου ήταν αριστοκράτης και επώνυμος» λέει ο Σίμων ο Ζηλωτής.
«Μα ο Πέτρος...»
«Λοιπόν; Από πότε πρέπει να δίνω λογαριασμό για τα δώρα που θέλω να κάνω στους φίλους μου;»
Ο Ιησούς σηκώνει το κεφάλι Του αφού βάζει το σπαθί στην θήκη του και το δίνει στον Ζηλωτή.
«Εν τάξει. Είναι αρκετά. Καλά έκανες και τα πήρες. Όμως τώρα, προτού πιούμε το τρίτο ποτήρι, περιμένετε λίγο. Σας είπα ότι ο ανώτερος είναι το ίδιο με τον μικρότερο και ότι Εγώ ενεργώ σαν υπηρέτης σ’ αυτό το δείπνο και θα σας υπηρετήσω ακόμα περισσότερο. Μέχρι τώρα σας έδωσα την τροφή. Μια υπηρεσία προς το σώμα σας. Τώρα θέλω να σας δώσω τροφή για το πνεύμα σας. Δεν είναι κάποιο γεύμα από τις παραδόσεις μας. Ανήκει στις καινούργιες τελετές. Εγώ ήθελα να βαπτιστώ προτού γίνω ο Διδάσκαλος. Αυτό το βάπτισμα ήταν αρκετό για να διαδώσω τον Λόγο. Τώρα θα χυθεί το Αίμα Του. Αλλά μια βάπτιση χρειάζεται ακόμα για σας, παρ’ όλο που σας βάπτισε ο Πρόδρομος. Ελάτε να σας εξαγνίσω. Διακόψτε το γεύμα σας. Υπάρχει κάτι ανώτερο και πιο χρήσιμο από την τροφή που δίνεται στο στομάχι για να το γεμίσει, ακόμα και αν είναι άγια τροφή σαν αυτό το έθιμο του Πάσχα».

Ο Ιησούς σηκώνεται, αναγκάζει και τον Ιωάννη να σηκωθεί για να φύγει από τη θέση Του πιο εύκολα. Πηγαίνει στο μπαούλο και βγάζει την κόκκινη χλαμύδα που φορούσε και τη διπλώνει και την ακουμπάει πάνω από τον μανδύα Του, που βρίσκεται εκεί, ήδη διπλωμένος, βάζει γύρω Του μια μεγάλη πετσέτα και πηγαίνει προς μια λεκάνη, που είναι άδεια και καθαρή. Βάζει λίγο νερό μέσα, την φέρνει στη μέση του δωματίου κοντά στο τραπέζι, και την ακουμπάει πάνω σε ένα μεγάλο σκαμνί.

Οι απόστολοι Τον κοιτάζουν έκπληκτοι.
«Δεν θα Με ρωτήσετε τι κάνω;»
«Δεν ξέρουμε. Σου λέω ότι έχουμε ήδη εξαγνισθεί», απαντάει ο Πέτρος.
«Και Εγώ σου επαναλαμβάνω ότι δεν πειράζει. Ο Δικός Μου εξαγνισμός θα βοηθήσει αυτόν που είναι ήδη αγνός να γίνει πιο αγνός».
Γονατίζει, λύνει τα σανδάλια του Ισκαριώτη και του πλένει τα πόδια, ένα ένα.  Ο Ιούδας είναι έκπληκτος, αλλά δεν λέει τίποτα. Μόνον όταν ο Ιησούς, προτού βάλει πίσω το σανδάλι στο ένα του πόδι, κάνει μια προσπάθεια να το φιλήσει, ο Ιούδας τραβάει το πόδι του με δύναμη και με τη σόλα χτυπάει τα θεία χείλη. Δεν είναι δυνατό χτύπημα. Ο Ιησούς χαμογελάει και στον απόστολο που Τον ρωτάει: «Μήπως Σε χτύπησα; Δεν το ήθελα… συγχώρεσέ με». Αυτός λέει: «Όχι, φίλε Μου. Το έκανες χωρίς κακία και δεν πληγώνει». Ο Ιούδας Τον κοιτάζει... ένα ανήσυχο ακαθόριστο βλέμμα...
 
Ο Ιησούς περνάει στον Θωμά, κατόπιν στον Φίλιππο... κάνει τον γύρο της στενής πλευράς του τραπεζιού και φτάνει στον ξάδελφο Του τον Ιάκωβο. Του πλένει τα πόδια και όταν σηκώνεται τον φιλάει στο μέτωπο. Συνεχίζει με τον Ανδρέα, που κοκκινίζει από ντροπή και κάνει προσπάθεια για να μην κλάψει, του πλένει τα πόδια και τον φιλάει σαν μωρό. Μετά έρχεται η σειρά του Ιάκωβου του Ζεβεδαίου, που μουρμουρίζει:
«Ω! Διδάσκαλε! Διδάσκαλε! Διδάσκαλε! Ταπεινώνεις τον Εαυτό Σου, άγιε Διδάσκαλέ μου!».
Ο Ιωάννης έχει ήδη λύσει τα κορδόνια του και ενώ ο Ιησούς είναι σκυμμένος και του σκουπίζει τα πόδια, αυτός Τον φιλάει στο κεφάλι.
Όμως ο Πέτρος... δεν είναι εύκολο να τον πείσεις να υποστεί την τελετή! «Εσύ θέλεις να πλύνεις τα πόδια μου; Ούτε που να το σκέπτεσαι! Όσο ζω εγώ, ποτέ δεν θα Σου επιτρέψω να το κάνεις. Εγώ είμαι ένα σκουλήκι, Εσύ είσαι ο Θεός. Ο καθένας στην θέση του».
«Τώρα δεν καταλαβαίνεις αυτό που κάνω. Αργότερα θα το καταλάβεις. Άφησε Με να το κάνω».
«Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, Διδάσκαλε. Θέλεις να μου κόψεις τον λαιμό; Κάνε το. Αλλά ποτέ δεν θα μου πλύνεις τα πόδια».
«Ω! Σίμωνά Μου! Δεν ξέρεις πως αν δεν τα πλύνω δεν θα έχεις θέση στη Βασιλεία Μου; Σίμων! Σίμων! Αυτό το νερό το χρειάζεσαι, για την ψυχή σου και για τα μακρινά ταξίδια που θα κάνεις. Δεν θέλεις να έρθεις μαζί Μου; Αν δεν σε πλύνω, δεν θα έρθεις στη Βασιλεία Μου».
«Ω! Ευλογημένε μου, Κύριε! Τότε πλύνε όλο το σώμα μου! Πόδια, χέρια και κεφάλι!»
«Εκείνος που, όπως και εσείς, έχει πλυθεί, χρειάζεται μόνον να πλύνει τα πόδια του, διότι είναι τελείως αγνός. Τα πόδια... Ο άνθρωπος με τα πόδια βαδίζει προς τη βρωμιά. Και τα πόδια ενός ανδρός με ένα μη αγνό πνεύμα βαδίζουν σε όργια, στη φιληδονία, σε παράνομες επιχειρήσεις, σε εγκλήματα. Γι’ αυτό, μεταξύ των μελών του σώματος, υπάρχουν κάποια που πρέπει να εξαγνιστούν πολύ... τα μάτια και το στόμα… Ω! άνθρωπε! άνθρωπε! Που είσαι τέλειος μόνον για μια μέρα: Την πρώτη μέρα σου! Και μετά, διαφθείρεσαι τόσο από τον Διαφθορέα! Και δεν υπήρχε κακία μέσα σου, ούτε αμαρτία! Και τώρα; Είσαι γεμάτος κακία και αμαρτία, και δεν υπάρχει τίποτε μέσα σου που δεν αμαρτάνει!

 Ο Ιησούς αφού έπλυνε τα πόδια του Πέτρου, τα φίλησε, και ο Πέτρος κλαίει και φέρνει τα δυο χέρια του Ιησού μέσα στα δικά του, τα μεγάλα και τραχιά του χέρια και τα φιλάει.
Και ο Σίμωνας έλυσε τα σανδάλια του, και χωρίς λέξη αφήνει τον Ιησού να του πλύνει τα πόδια. Κατόπιν όταν ο Ιησούς ετοιμάζεται για τον επόμενο, τον Βαρθολομαίο, ο Σίμων γονατίζει και Του φιλάει τα πόδια λέγοντας: «Καθάρισε με από τη λέπρα της αμαρτίας, όπως με καθάρισες από τη λέπρα του σώματός μου, για να μην τα χάσω την ώρα της κρίσης, Σωτήρα μου!»
«Μη φοβάσαι, Σίμωνα. Εσύ θα έρθεις στην ουράνια Πολιτεία ολόλευκος σαν το χιονισμένο βουνό».
«Και εγώ, Κύριε; Τι θα πεις για τον γέρο-Βαρθολομαίο Σου; Εσύ με είδες στη σκιά της συκιάς και διάβασες την καρδιά μου. Και τώρα τί βλέπεις, όταν με βλέπεις; Διαβεβαίωσε έναν καημένο ηλικιωμένο άνδρα, που φοβάται μήπως και δεν έχει τη δύναμη και τον χρόνο να γίνει αυτό που θέλεις Εσύ να είναι».
Ο Βαρθολομαίος είναι πολύ συγκινημένος.
«Ούτε και εσύ δεν πρέπει να φοβάσαι. Τότε, σου είπα: “Να ένα αληθινός Ισραηλίτης στον οποίο δεν υπάρχει δόλος” Τώρα σου λέω: “Να ένας αληθινός Χριστιανός άξιος του Χριστού”. Πού σε βλέπω; Σε έναν αιώνιο θρόνο, ντυμένο με πορφύρα. Εγώ θα είμαι πάντα μαζί σου».

Είναι η σειρά του Ιούδα του Θαδδαίου. Όταν βλέπει τον Ιησού στα πόδια του, δεν μπορεί να ελέγξει τον εαυτό του, ακουμπάει το κεφάλι του στα χέρια του πάνω στο τραπέζι και κλαίει.
«Μην κλαις αγαπημένε Μου αδελφέ. Τώρα είσαι σαν κάποιος που πρέπει να υπομείνει την εξαγωγή ενός δοντιού και νομίζεις ότι δεν θα το αντέξεις. Αλλά θα είναι σύντομος ο πόνος. Μετά… ω! θα είσαι χαρούμενος, επειδή Με αγαπάς. Οι πράξεις σου είναι πράξεις λιονταριού, ενός νέου λιονταριού όταν βρυχάται. Εσύ θα ανακαλύπτεις τους ασεβείς που θα κάνουν πίσω όταν θα τους αντιμετωπίζεις, και οι κακοί θα τρομάζουν. Το ξέρω. Να είσαι γενναίος. Μια αιώνια ένωση θα κάνει πιο ισχυρή και πιο τέλεια την συγγένειά μας στους Ουρανούς».
Φιλάει και αυτού το κεφάλι όπως έκανε και με τον αδελφό του.

«Εγώ είμαι αμαρτωλός, Διδάσκαλε, όχι σε μένα...», λέει ο Ματθαίος.
«Εσύ ήσουν αμαρτωλός, Ματθαίε. Τώρα είσαι ο Απόστολος. Είσαι μια από τις “φωνές” Μου. Σε ευλογώ. Πόσο περπάτησαν αυτά τα πόδια για να προχωρήσουν όλο και πιο κοντά στον Θεό! Η ψυχή σου τα  προέτρεπε, και αυτά εγκατέλειψαν κάθε δρόμο που δεν ήταν ο Δικός Μου δρόμος. Προχώρα. Ξέρεις που καταλήγει το μονοπάτι; Στην αγκαλιά του Πατέρα σου που είναι και Δικός Μου.

Ο Ιησούς τελείωσε. Βγάζει την πετσέτα και πλένει τα χέρια Του σε καθαρό νερό, φοράει τα ρούχα του, επιστρέφει στο κάθισμά Του, και ενώ κάθεται λέει: «Τώρα είστε καθαροί, όμως όχι όλοι. Μόνον αυτοί που ήθελαν να είναι».
Κοιτάζει επίμονα τον Ιούδα τον Ισκαριώτη που προσποιείται πως δεν Τον ακούει με το να διηγείται στον Ματθαίο, πώς απεφάσισε ο πατέρας του να τον στείλει στην Ιερουσαλήμ. Μια συζήτηση χωρίς νόημα, επειδή ο Ιούδας αισθάνεται άβολα.
Ο Ιησούς βάζει κρασί στο κοινό ποτήρι για τρίτη φορά. Πίνει και δίνει και στους άλλους να πιούν. Κατόπιν αρχίζει να ψάλλει, και οι άλλοι ψάλλουν μαζί: «Τον Κύριο Τον αγαπώ γιατί ακούει τη φωνή της προσευχής μου, διότι στρέφει το αυτί Του προς εμένα. Θα Τον επικαλούμαι μέσα από τη ζωή μου. Οι ωδίνες του θανάτου με κύκλωσαν…» (Ψαλ. 116).

Ενός λεπτού σιγή. Κατόπιν συνεχίζει ψάλλοντας: «Είχα πίστη γι’ αυτό τον λόγο μίλησα. Όμως με ταπείνωσαν πολύ. Και στην απόγνωσή μου είπα: “Κάθε άνθρωπος δεν είναι ειλικρινής”».
Κοιτάζει επίμονα τον Ιούδα. Η φωνή του Ιησού, που είναι κουρασμένη απόψε, γίνεται πιο ζωηρή όταν εξηγεί: ‘’Ο θάνατος αγίων ανθρώπων είναι πολύτιμος στα μάτια του Θεού’’ και ‘’Εσείς σπάσατε τις αλυσίδες Μου. Εγώ θα θυσιάσω ένα θύμα παινεμένο επικαλούμενος το όνομα του Κυρίου’’ κλπ. Πάλι λίγη σιγή και μετά συνεχίζει:
«Υμνείτε τον Κύριο, όλα τα έθνη, υμνείτε τον Κύριο, όλοι οι λαοί. Διότι το έλεος Του έχει βεβαιωθεί για μας και η αλήθεια του Κυρίου διαρκεί παντοτινά».
Άλλη μια διακοπή και μετά ένας μακρύς ύμνος: «Ψάλλετε ύμνους στον Κύριο διότι είναι καλός, διότι το Έλεος του διαρκεί παντοτινά».

Ο Ιούδας ο Ισκαριώτης είναι τόσο παράφωνος, που δύο φορές ο Θωμάς τον επαναφέρει στον τόνο με την δυνατή βαρύτονη φωνή του και τον κοιτάζει. Ορισμένες προτάσεις τον ταράζουν τόσο πολύ, που αλλάζει τις νότες, και κάποιες ματιές του Ιησού που υπογραμμίζουν αυτές τις προτάσεις, έχουν το ίδιο αποτέλεσμα. Και τελικά, δυο φράσεις βράχνιασαν τη φωνή του Προδότη: “Η πέτρα που απέρριψαν οι χτίστες, έγινε ο ακρογωνιαίος λίθος” και “Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου”!

Όταν τελειώνει ο ψαλμός, ενώ ο Ιησούς τεμαχίζει και προσφέρει το αρνί ξανά, ο Ματθαίος ρωτάει τον Ιούδα τον Ισκαριώτη: «Μήπως δεν αισθάνεσαι καλά;»
«Όχι, άφησε με. Μην ασχολείσαι με μένα».
Ο Ματθαίος σηκώνει τους ώμους του.
Ο Ιωάννης που τον άκουσε λέει: 
«Και ο Διδάσκαλος δεν είναι καλά. Τι έχεις Ιησού; Η φωνή Σου είναι αδύναμη, σαν φωνή αρρώστου ή κάποιου που έκλαψε πολύ», και Τον αγκαλιάζει, και ακουμπάει το κεφάλι του πάνω στο στήθος του Ιησού.

«Απλά μίλησε πολύ, όπως και εγώ περπάτησα πολύ και πήρα κρύωμα», λέει με νεύρα ο Ιούδας.
Και ο Ιησούς χωρίς να του απαντήσει, λέει στον Ιωάννη: «Εσύ Με ξέρεις πλέον και ξέρεις τι Με κουράζει».

Έχουν σχεδόν τελειώσει με το αρνί Ο Ιησούς, που έφαγε πολύ λίγο και ήπιε μια γουλιά κρασί από κάθε γέμισμα, αλλά για να το μετριάσει, ήπιε πολύ λίγο νερό, σαν να είχε πυρετό, συνεχίζει να μιλάει: «Θέλω να καταλάβετε την χειρονομία που έκανα προ ολίγου. Σας είπα ότι ο πρώτος είναι σαν τον τελευταίο, και ότι Εγώ πρόκειται να σας δώσω μια τροφή που δεν είναι για τη σάρκα. Σας έδωσα για το πνεύμα σας την τροφή της ταπείνωσης.
Εσείς Με αποκαλείτε Διδάσκαλο και Κύριο. Έχετε δίκιο, διότι έτσι είναι. Λοιπόν, αν σας έπλυνα τα πόδια θα πρέπει και σεις να πλένετε τα πόδια μεταξύ σας. Εγώ σας έδωσα ένα παράδειγμα για να μπορέσετε να κάνετε αυτά που έκανα Εγώ. Αληθινά σας λέω: δεν υπάρχει δούλος ανώτερος από το αφεντικό του, και κανένας απόστολος δεν είναι ανώτερος από Αυτόν που τον όρισε. Προσπαθήστε να καταλάβετε αυτά τα πράγματα. Μετά, όταν θα τα καταλάβετε και τα κάνετε πράξη, θα είστε ευλογημένοι. Εγώ σας γνωρίζω. Ξέρω ποιους επέλεξα. Δεν μιλώ σε όλους με τον ίδιο τρόπο. Όμως λέω την αλήθεια.
Από την άλλη, αυτά που έχουν γραφεί και αφορούν Εμένα, πρόκειται να γίνουν: “Αυτός που τρώει το ψωμί μαζί Μου, Μου εναντιώνεται”. Σας τα λέω όλα προτού να συμβούν για να μην έχετε αμφιβολίες για Μένα. Όταν θα εκπληρωθούν όλα, θα πιστέψετε ακόμα πιο πολύ γι’ αυτό που είμαι.

Αυτός που θα Με δεχτεί, θα δεχτεί Αυτόν που Με έστειλε: Τον Άγιο Πατέρα που είναι στον Ουρανό, και αυτός που θα δεχτεί αυτούς που στέλνω, θα δεχτεί Εμένα. Διότι Εγώ είμαι με τον Πατέρα και εσείς είστε μαζί Μου. Όμως τώρα ας τελειώνουμε με το τυπικό.
Βάζει κι’ άλλο κρασί στο κοινό ποτήρι και προτού να πιει Αυτός, δίνει στους άλλους να πιουν, σηκώνεται όρθιος, και όλοι σηκώνονται μαζί Του και ψάλλει ξανά έναν από τους ψαλμούς που είπαν προηγουμένως: «Είχα πίστη και γι’ αυτό μίλησα…» και μετά έναν άλλον (Ψαλ. 118).  

Μετά ο Ιησούς λέει: «Τώρα που το παλιό τυπικό τελείωσε, θα γιορτάσουμε το καινούργιο. Σας υποσχέθηκα ένα θαύμα αγάπης. Ήρθε η ώρα να το κάνω. Γι’ αυτό το λόγο περίμενα με ανυπομονησία αυτό το Πάσχα. Από εδώ και εμπρός αυτό θα είναι το Εξιλαστήριο Θύμα που αναλώνεται στην διαιωνιζόμενη τελετή αγάπης. Αγαπημένοι Μου φίλοι, σας έχω αγαπήσει από την αρχή της ζωής πάνω στην Γη. Σας αγάπησα για όλη την αιωνιότητα, παιδιά Μου. Και θέλω να σας αγαπήσω μέχρι τέλους. Δεν υπάρχει τίποτε ωραιότερο από αυτό. Να το θυμάστε. Εγώ φεύγω. Όμως θα μείνουμε για πάντα ενωμένοι με το θαύμα που θα κάνω τώρα».

Ο Ιησούς παίρνει ένα ψωμάκι που είναι ακόμα ολόκληρο και το βάζει μέσα στο ποτήρι που είναι γεμάτο. Τα ευλόγησε και τα πρόσφερε και τα δύο, κατόπιν χωρίζει το ψωμί σε δεκατρία μέρη, δίνει από ένα σε κάθε απόστολο, λέγοντάς τους: πάρτε και φάτε. Αυτό είναι το Σώμα Μου. Να το κάνετε στην ανάμνησή Μου, που φεύγω». Μετά τους δίνει το ποτήρι και λέει: πάρτε και πιείτε. Αυτό είναι το Αίμα Μου. Είναι το ποτήρι της Νέας Διαθήκης στο Αίμα μου και μέσα από το Αίμα Μου, που θα χυθεί για σας, για να σας απαλλάξει από τις αμαρτίες σας και να σας δώσει τη Ζωή. Να το κάνετε στη Δική Μου ανάμνηση».
Ο Ιησούς είναι πολύ θλιμμένος. Δεν υπάρχει χαμόγελο, φως, χρώμα.
 Είναι ήδη το πρόσωπο της αγωνίας. Οι απόστολοι Τον κοιτάζουν πολύ λυπημένοι.

Ο Ιησούς σηκώνεται και λέει: «Μην κινείστε. Θα επιστρέψω αμέσως». Παίρνει το δέκατο τρίτο κομμάτι ψωμί και το ποτήρι, και βγαίνει έξω από το δωμάτιο του Δείπνου.
«Πηγαίνει στη Μητέρα Του», ψιθυρίζει ο Ιωάννης.
Και ο Ιούδας ο Θαδδαίος αναστενάζει: «Καημένη γυναίκα!»
Ο Πέτρος ρωτάει με χαμηλή φωνή: «Νομίζεις ότι ξέρει;»
«Γνωρίζει τα πάντα. Πάντοτε γνώριζε τα πάντα».
Όλοι μιλούν πολύ σιγά, σαν να βρίσκονται μπροστά σε έναν νεκρό.
«Μα... πραγματικά νομίζετε ότι...» ρωτάει ο Θωμάς, που ακόμα, δεν θέλει να πιστέψει.
«Αμφιβάλεις; Είναι η ώρα Του», απαντάει ο Ιάκωβος του Ζεβεδαίου.
«Ας μας δίνει δύναμη ο Θεός να μείνουμε πιστοί», λέει ο Ζηλωτής.
«Ω! Εγώ...» και ο Πέτρος ετοιμάζεται να μιλήσει. Αλλά ο Ιωάννης που
είναι σε ετοιμότητα, λέει: «Σσσς! Είναι εδώ».
Ο Ιησούς επιστρέφει. Κρατάει το άδειο ποτήρι στα χέρια Του. Στον πάτο υπάρχουν ίχνη από κρασί, που στο φως των κεριών μοιάζει με αίμα.
Ο Ιούδας ο Ισκαριώτης μπροστά στον οποίο βρίσκεται το ποτήρι, το κοιτάζει σαν γοητευμένος, κατόπιν στρέφει αλλού την ματιά του. Ο Ιησούς τον παρακολουθεί και ανατριχιάζει, και ο Ιωάννης όπως είναι ακουμπισμένος πάνω στο στήθος Του, το αισθάνεται, «Μα πες το ! Εσύ τρέμεις...»

«Όχι, δεν τρέμω από πυρετό. Σας τα είπα όλα και σας τα έδωσα όλα.
Περισσότερα δεν θα μπορούσα να σας δώσω. Σας έδωσα τον εαυτό Μου. Συγνώμη αν δεν μπορώ να σας δώσω κάτι άλλο. Έτσι είναι. Και να είστε αγνοί, να είστε άξιοι για να γίνετε ο ζωντανός Άρτος που κατεβαίνει από τον Ουρανό για να έχετε τη δύναμη μέσα απ’ αυτόν να είστε οι μαθητές Μου σε έναν εχθρικό κόσμο που θα σας μισεί εξ αιτίας του ονόματός Μου. Όμως ένας από εσάς δεν είναι αγνός. Κάποιος από εσάς θα Με προδώσει. Το πνεύμα Μου είναι πολύ ανήσυχο εξ αυτού. Το χέρι αυτού που θα Με προδώσει είναι εδώ μαζί Μου, πάνω σ’ αυτό το τραπέζι, και ούτε η αγάπη Μου, ούτε το Σώμα και το Αίμα Μου, ούτε τα λόγια Μου δεν θα τον κάνουν να αλλάξει και να μετανιώσει. Εγώ θα τον συγχωρούσα και θα βάδιζα προς τον θάνατό Μου ακόμα και γι’ αυτόν».

Οι μαθητές ανταλλάσσουν τρομαγμένες ματιές μεταξύ τους. Κοιτάζουν ο ένας τον άλλον με καχυποψία. Ο Πέτρος κοιτάζει επίμονα τον Ισκαριώτη με αναζωπυρωμένες όλες τις καχυποψίες του. Ο Ιούδας ο Θαδδαίος με την σειρά του πετάγεται όρθιος για να κοιτάξει τον Ισκαριώτη πάνω από το σώμα του Ματθαίου.
Όμως ο Ισκαριώτης είναι τόσο ατάραχος! Κοιτάζει και αυτός τον Ματθαίο σαν να τον υποπτεύεται. Κατόπιν κοιτάζει με επιμονή τον Ιησού και χαμογελώντας, ρωτάει: «Μήπως είμαι εγώ;» σαν να φαίνεται ότι είναι ο μοναδικός που είναι τόσο βέβαιος για την εντιμότητα του. Ο Ιησούς του λέει: «Συ το λες, Ιούδα του Σίμωνα, όχι Εγώ. Εγώ δεν ανέφερα το όνομά σου. Γιατί κατηγορείς τον εαυτό σου; Ρώτησε τον εσωτερικό σου σύμβουλο, την συνείδηση του ανθρώπου, την συνείδηση που σου έδωσε ο Θεός Πατέρας για να ζεις ως άνθρωπος, και άκουσέ την αν σε επιπλήττει. Εσύ θα το γνωρίζεις καλύτερα από τον καθένα. Όμως, αν σε καθησυχάζει, γιατί λες λόγια άσχημα για κάτι που είναι ανάθεμα ακόμα και να το αναφέρεις σαν αστείο;»

Ο Ιησούς μιλάει ήρεμα. Όμως ο Πέτρος που υποπτεύεται τον Ιούδα περισσότερο απ’ όλους – ίσως και ο Θαδδαίος να σκέπτεται το ίδιο – τραβάει τον Ιωάννη από το μανίκι, και του ψιθυρίζει:
«Ρώτησέ Τον, ποιος είναι;»
Ο Ιωάννης στρέφεται πάλι προς τον Ιησού και Τον ρωτάει: «Ποιος είναι;» Και ο Ιησούς με πολύ σιγανή φωνή του λέει: «Εκείνος στον οποίο θα δώσω ένα κομμάτι ψωμί βουτηγμένο στο φαγητό».
Και παίρνοντας ένα ολόκληρο ψωμάκι, όχι τα υπόλοιπα εκείνου που
χρειάστηκε για την Ευχαριστία, κόβει ένα μεγάλο κομμάτι, το βουτάει στη σάλτσα του αρνιού που έχει μείνει στην πιατέλα, και λέει:
«Πάρε το Ιούδα. Εσένα σου αρέσει αυτό».
«Σε ευχαριστώ, Διδάσκαλε, μου αρέσει, πράγματι» και χωρίς να ξέρει τι σημαίνει αυτό, το τρώει, ενώ ο Ιωάννης, τρομαγμένος, κλείνει ακόμα και τα μάτια του για να μην βλέπει το τρομακτικό χαμόγελο του Ισκαριώτη, που με τα δυνατά του δόντια του μασάει το ψωμί, που τον κατηγορεί.

«Λοιπόν, τώρα που σου έδωσα χαρά, πήγαινε», λέει ο Ιησούς στον Ιούδα τον Ισκαριώτη. Όλα έχουν εκπληρωθεί, εδώ (και δίνει μεγάλη έμφαση στο ‘εδώ’). Αυτό που πρόκειται να κάνεις, κάνε το γρήγορα, Ιούδα του Σίμωνα.
«Θα Σε υπακούσω αμέσως, Διδάσκαλε. Κατόπιν θα έρθω μαζί Σου στη
Γεθσημανή. Θα πας εκεί; Δεν είναι έτσι; Όπως πάντα;»
«Θα πάω εκεί... όπως πάντα».
«Τι πρόκειται να κάνεις;» ρωτάει ο Πέτρος. «Θα πας μόνος;»
«Δεν είμαι κανένα μωρό», λέει ο Ιούδας ειρωνικά, ενώ φοράει την κάπα του.
«Ας τον να πάει. Αυτός και Εγώ ξέρουμε τι πρόκειται να κάνει», λέει ο Ιησούς.
«Ναι, Διδάσκαλε». Ο Πέτρος είναι σιωπηλός. Ίσως να νομίζει ότι αμάρτησε επειδή υποψιάστηκε τον σύντροφό του. Είναι σκεπτικός.
Ο Ιησούς σφίγγει τον Ιωάννη πάνω στην καρδιά Του και ψιθυρίζει πάνω στα μαλλιά του: «Μην πεις τίποτα στον Πέτρο, προς το παρόν. Θα σκανδαλιζόταν χωρίς λόγο».

«Αντίο, Διδάσκαλε. Αντίο φίλοι», αποχαιρετάει ο Ιούδας.

«Αντίο», απαντάει ο Ιησούς.
Και ο Πέτρος λέει: «Αντίο, νεαρέ».
Ο Ιωάννης με το κεφάλι του σχεδόν πάνω στην κοιλιά του Ιησού, ψιθυρίζει: «Σατανά!» Μόνον ο Ιησούς τον ακούει και αναστενάζει.

Υπάρχουν μερικά λεπτά νεκρικής σιωπής. Ο Ιησούς έχει σκύψει το κεφάλι Του και χαϊδεύει τα ξανθά μαλλιά του Ιωάννη σχεδόν μηχανικά.
Κατόπιν σηκώνεται. Σηκώνει το κεφάλι Του, κοιτάζει γύρω και χαμογελάει με τέτοιο τρόπο που ενθαρρύνει τους μαθητές. Λέει: «Ας αφήσουμε το τραπέζι και ας καθίσουμε όλοι μαζί κοντά, όπως τα πολλά παιδιά γύρω από τον πατέρα τους».
Παίρνουν τα ανάκλιντρά τους που ήταν γύρω στο τραπέζι και τα φέρνουν όλα από τη μια πλευρά. Ο Ιησούς κάθεται στο δικό Του, πάντα μεταξύ του Ιακώβου και του Ιωάννη. Όμως, όταν βλέπει τον Ανδρέα να ετοιμάζεται να καθίσει στο ανάκλιντρο του Ιούδα του Ισκαριώτη, φωνάζει: «Όχι, όχι εκεί», μια αυθόρμητη φωνή, που η πολλή Του σύνεση δεν καταφέρνει να αποτρέψει. Κατόπιν χαμηλώνει τον τόνο λέγοντας: «Δεν χρειαζόμαστε τόσο χώρο. Ας καθίσουμε μόνον σ’ αυτές εδώ. Αυτές είναι αρκετές. Θέλω να είστε πολύ κοντά σε Μένα».

Ο Ιάκωβος του Ζεβεδαίου απευθύνεται στον Πέτρο, λέγοντας:
«Κάθισε εδώ, εγώ θα καθίσω σ’ αυτό το σκαμνί, στα πόδια του Ιησού».
«Ας σε ευλογεί ο Θεός, Ιάκωβε! Το ήθελα τόσο πολύ!» λέει ο Πέτρος και
στριμώχνεται δίπλα στον Διδάσκαλο, που βρίσκεται τώρα μεταξύ του Πέτρου του και του Ιωάννη, με τον Ιάκωβο στα πόδια Του.
Ο Ιησούς χαμογελάει και λέει: «Βλέπω ότι αυτά που είπα προηγουμένως τα κάνατε πράξη. Τα καλά αδέλφια έχουν αγάπη μεταξύ τους. Ιάκωβε, σου λέω και Εγώ: να σε ευλογεί ο Θεός, ακόμα και αυτή η πράξη σου δεν θα λησμονηθεί από τον Κύριο, και θα την βρεις εκεί πάνω.
Μικρά Μου παιδιά, θα παραμείνω μαζί σας για λίγο. Και εσείς αργότερα θα Με αναζητάτε όπως τα ορφανά αναζητούν τον νεκρό γονιό τους. Και με κλάματα θα γυρνάτε και θα μιλάτε γι’ Αυτόν και μάταια θα χτυπάτε στον σιωπηλό Του τάφο, και θα χτυπάτε επίσης τις γαλάζιες πόρτες τ’ Ουρανού, με την ψυχή σας υψωμένη στην θεία αναζήτηση αγάπης, λέγοντας: ‘’Πού είναι ο Ιησούς μας; Τον θέλουμε. Χωρίς Αυτόν δεν υπάρχει πλέον φως στον κόσμο, ούτε χαρά, ούτε αγάπη. Είτε να μας Τον δώσετε, είτε να έρθουμε εμείς. Εμείς θέλουμε να είμαστε εκεί που βρίσκεται Αυτός’’. Όμως προς το παρόν δεν μπορείτε να έρθετε εκεί που πηγαίνω Εγώ. Στους Ιουδαίους είπα επίσης: “Αργότερα θα Με αναζητήσετε, όμως δεν μπορείτε να έρθετε εκεί που πηγαίνω”. Το ίδιο λέω και σε σας.

Να έχετε τον νου σας στην Μητέρα Μου… Ούτε κι Εκείνη δεν μπορεί να έρθει εκεί που πηγαίνω Εγώ. Όμως, Εγώ άφησα τον Πατέρα Μου για να έρθω σ’ Αυτήν και να γίνω ο Ιησούς στην Αμόλυντη μήτρα Της. Εγώ ήρθα από την ανέγγιχτη Γυναίκα στη φωτεινή έκσταση της Γέννησής Μου. Και Με έτρεφε η αγάπη Της που γινόταν γάλα. Μεγάλωσα με αγνότητα και αγάπη, διότι η Μαρία Με έθρεψε με την παρθενία Της που έγινε γόνιμη από την τέλεια Αγάπη που ζει στους Ουρανούς. Εμένα Με μεγάλωσε Αυτή, με κόπο και δάκρυα. Και πάλι ζητώ απ’ Αυτήν έναν μεγάλο ηρωισμό όσο κανένας άλλος δεν είχε, και κανείς δεν Την φτάνει στην αγάπη Της για Μένα. Και παρόλα αυτά θα Την αφήσω και θα πάω εκεί που Αυτή θα έρθει μετά από πολύ καιρό. Την εντολή που σας δίνω: “Να εξαγνίζεστε όλο και περισσότερο με τα χρόνια, με τον μήνα, με την ημέρα, με την ώρα για να μπορέσετε να έρθετε σε Μένα όταν θα έρθει η ώρα σας” δεν ισχύει γι’ Αυτήν. Αυτή είναι Κεχαριτωμένη και στην αγιότητα. Είναι το πλάσμα που είχε τα πάντα και έδωσε τα πάντα. Τίποτα δεν μπορεί να προστεθεί και τίποτα δεν μπορεί να αφαιρεθεί. Αυτή είναι η πιο άγια μαρτυρία γι’ αυτά που μπορεί να κάνει Θεός.

Σας δίνω μια καινούργια εντολή: να αγαπάτε ο ένας τον άλλο, όπως σας αγάπησα Εγώ. Με αυτή την αγάπη θα γίνει γνωστό ότι είστε οι μαθητές Μου».
«Κύριε, που πηγαίνεις;» ρωτάει ο Πέτρος.
«Πηγαίνω εκεί, που προς το παρόν δεν μπορείτε να Με ακολουθήσετε. Όμως θα Με ακολουθήσετε αργότερα».
«Και γιατί όχι τώρα; Εγώ Σε ακολουθούσα πάντοτε από τότε που μου είπες: “Ακολούθησέ Με”. Τα άφησα όλα χωρίς να μετανιώσω... Τώρα θα φύγεις χωρίς τον καημένο τον Σίμωνά Σου, θα με αφήσεις χωρίς Εσένα, που είσαι τα πάντα για μένα, άλλωστε για χάρη Σου άφησα τα αγαθά που είχα, αυτό δεν είναι δίκαιο από μέρους Σου. Εσύ πηγαίνεις προς τον θάνατό Σου; Εντάξει. Θα έρθω και εγώ. Θα πάμε στον άλλο κόσμο μαζί. Όμως θα Σε υπερασπιστώ πριν απ’ αυτό. Θα δώσω και τη ζωή μου για Σένα».
«Θα δώσεις τη ζωή σου για Μένα; Τώρα; Όχι τώρα. Αλήθεια, αλήθεια σου λέω πριν λαλήσει ο κόκορας εσύ θα Με έχεις απαρνηθεί τρεις φορές. Βρισκόμαστε στην πρώτη βάρδια. Μετά θα έρθει η δεύτερη... και μετά η τρίτη. Προτού να λαλήσει ο κόκορας θα έχεις απαρνηθεί τον Κύριο σου τρεις φορές».
«Αδύνατον, Διδάσκαλε, πιστεύω όλα όσα λες, αλλά όχι αυτό. Είμαι βέβαιος για τον εαυτό μου».
«Τώρα, προς το παρόν είσαι βέβαιος. Διότι έχεις ακόμα Εμένα. Έχεις τον Θεό μαζί σου. Σύντομα θα συλλάβουν τον Ενσαρκωμένο Θεό, και πια δεν θα Τον έχετε. Και ο Σατανάς αφού σας βάλει σε δοκιμασία – η μεγάλη βεβαιότητα που έχεις, είναι κόλπο του Σατανά για να σε εξασθενίσει – θα σας κάνει να τρομάξετε. Θα σας λέει: “ο Θεός δεν υπάρχει. Εγώ υπάρχω”. Και εφ’ όσον θα έχεις ακόμα τα λογικά σου, αν και ανήμπορος από τον φόβο, θα καταλάβεις, όταν ο Σατανάς θα είναι ο άρχοντας της ώρας, ότι το Καλό είναι νεκρό και το Κακό είναι σε δράση. Τότε θα είστε σαν τους μαχητές που δεν έχουν αρχηγό, κυνηγημένοι από τον εχθρό, και από τον τρόμο που θα έχετε νικηθεί, θα υποκύψετε στον κατακτητή, και για να μην σας σκοτώσει θα αποκηρύξετε τον ήρωα που έπεσε. Όμως, σας παρακαλώ, μην αφήνετε την καρδιά σας ταραγμένη. Να πιστεύετε στον Θεό. Και να πιστεύετε και σε Μένα. Να πιστεύετε σε Μένα ενάντια σε όλα τα φαινόμενα».

«Μα, Κύριε! Εμείς δεν ξέρουμε τίποτα. Δεν μας λες πού πηγαίνεις. Πως θα μάθουμε την οδό για να έρθουμε σε Σένα, και να επιταχύνουμε την αναμονή;» ρωτάει ο Θωμάς.
«Εγώ είμαι η Οδός, η Αλήθεια και η Ζωή. Με έχετε ακούσει να το λέω και να το εξηγώ πολλές φορές, και πραγματικά, μερικοί άνθρωποι που δεν ήξεραν ότι υπάρχει Θεός, προχώρησαν μπροστά, προς την οδό Μου και σας προσπέρασαν ήδη. Όμως δεν αρκεί κάποιος να Με αγαπάει, πρέπει να τηρεί και τις εντολές Μου για να έχει αληθινή αγάπη. Τα αισθήματα επιβεβαιώνονται από τα έργα. Και επειδή Με αγαπάτε Εγώ θα προσευχηθώ στον Πατέρα, και Αυτός θα σας δώσει έναν άλλον Παρηγορητή, για να μείνει μαζί σας για πάντα. Έναν, που ο Σατανάς και ο κόσμος δεν θα μπορέσουν να του φερθούν με σκληρότητα, το Πνεύμα της Αλήθειας, το Οποίο ο κόσμος δεν μπορεί να δεχτεί, αλλά ούτε και να το χτυπήσει, διότι δεν μπορεί να Το δει και δεν Το γνωρίζει. Εσείς θα Το γνωρίσετε διότι ήδη κατοικεί μαζί σας και σύντομα θα είναι μέσα σας. Δεν θα σας αφήσω ορφανούς».  

«Γιατί, Κύριε, αποκαλύπτεσαι σε μας και όχι στον κόσμο;» ρωτάει ο Ιούδας ο Θαδδαίος.
«Επειδή Με αγαπάτε και τηρείτε τα λόγια Μου. Όποιος το κάνει αυτό, θα αγαπηθεί από τον Πατέρα Μου, και εμείς θα έρθουμε σ’ αυτόν και θα κάνουμε το σπίτι μας μέσα του. Ενώ όποιος δεν Με αγαπάει, και δεν τηρεί τα λόγια Μου, ενεργεί σύμφωνα με τη σάρκα και τον κόσμο. Να θυμάστε ότι αυτά που σας είπα δεν είναι λόγια του Ιησού από την Ναζαρέτ, αλλά είναι ο λόγος του Πατέρα, διότι Εγώ Είμαι ο Λόγος του Πατέρα που Με έστειλε. Σας είπα αυτά τα πράγματα, και σας μίλησα έτσι, διότι θέλω να σας προετοιμάσω Εγώ ο Ίδιος για να κατέχετε πλήρως την Αλήθεια και τη Σοφία. Όμως ακόμα δεν μπορείτε να καταλάβετε ούτε και να θυμάστε. Αλλά όταν έρθει ο Παρηγορητής, το Άγιο Πνεύμα, που θα σας Τον στείλει ο Πατέρας στο όνομα Μου, τότε θα μπορέσετε να καταλάβετε, και Αυτός θα σας τα διδάξει όλα, και θα σας υπενθυμίσει αυτά που σας είπα. 

Σας αφήνω την ειρήνη Μου. Σας δίνω την ειρήνη Μου. Την δίνω σε σας, όχι όπως την δίνει ο κόσμος. Ούτε και όπως σας την έχω δώσει μέχρι τώρα: τον ευλογημένο χαιρετισμό του Ευλογημένου προς τους ευλογημένους. Η ειρήνη που σας δίνω τώρα είναι πιο βαθιά. Με αυτόν τον χαιρετισμό επικοινωνώ Εγώ ο Ίδιος, το Πνεύμα Μου της ειρήνης προς εσάς, όπως επικοινώνησα και το Σώμα Μου και το Άγιο Αίμα Μου προς εσάς, για να έχετε δύναμη για τον αγώνα που έρχεται. Ο Σατανάς και ο κόσμος ξεκινούν έναν πόλεμο κατά του Ιησού σας. Είναι η ώρα τους. Όποιος υποφέρει και έχει την ειρήνη του Θεού μέσα του, υποφέρει αλλά δεν βλασφημεί και δεν απελπίζεται. Μην κλαίτε. Αν Με αγαπούσατε πέρα από τη σάρκα, θα χαιρόσασταν, διότι πηγαίνω στον Πατέρα μετά από μια τόσο μακρά εξορία... Πηγαίνω σ’ Αυτόν που είναι ανώτερος από Μένα και Με αγαπάει. Σας τα είπα τώρα, προτού να γίνουν, ώστε, όταν θα γίνουν όλα αυτά, να πιστεύετε ακόμα πιο πολύ σε Μένα. Μην ταράζεστε! Μη φοβάστε! Οι καρδιές σας χρειάζονται ισορροπία...

Δεν έχω πολύ χρόνο ακόμα για να σας μιλώ, όμως έχω τόσα πολλά να σας πω! Εμπιστεύομαι τον Θεό, και σας εμπιστεύομαι στον Θεό, αγαπημένοι Μου, στον Θεό. Αυτός θα αποτελειώσει το έργο του Λόγου Του. Προχωρώ προς το πεπρωμένο Μου με ήσυχο νου. Ξέρω ότι οι δροσοσταλίδες κατεβαίνουν στους σπόρους που φύτεψα μέσα σας και θα τους κάνουν όλους να βλαστήσουν και να γίνουν δένδρα. Ο πρίγκιπας του κόσμου με τον οποίο δεν έχω καμία σχέση, πλησιάζει. Και 
αν δεν επρόκειτο να έρθει η σωτηρία, αυτός δεν θα είχε καμία εξουσία πάνω Μου. Όμως αυτό συμβαίνει για να μάθει ο κόσμος ότι αγαπώ τον Πατέρα Μου και Τον αγαπώ τόσο πολύ που θα Τον υπακούω μέχρι τον θάνατο. 

Είναι ώρα να φύγω. Σηκωθείτε. Και ακούστε τα τελευταία Μου λόγια. Εγώ είμαι η αληθινή Άμπελος. Ο Πατέρας είναι ο Αμπελουργός. Κάθε κλαδί που δεν φέρει καρπούς το κόβει, και αυτό που φέρει καρπούς το κλαδεύει, για να φέρει περισσότερους. Εσείς ήδη εξαγνιστήκατε με τον λόγο Μου. Να παραμείνετε μέσα Μου και Εγώ θα παραμείνω μέσα σας, για να συνεχίσουμε έτσι. Εγώ είμαι η Άμπελος και εσείς είστε τα κλαδιά. Όποιος μένει ενωμένος με Μένα φέρει καρπούς με αφθονία. Όμως αν κάποιος κοπεί, τότε γίνεται ένα ξερό κλαδί, που το πετούν στην φωτιά και το καίνε. Διότι αν δεν είστε ενωμένοι με Μένα, δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα. Λοιπόν παραμείνετε μέσα Μου και αφήστε τα λόγια Μου να παραμείνουν μέσα σας, και μετά ζητήστε ότι θελήσετε, και θα σας γίνει. Ο Πατέρας Μου θα δοξάζεται πάντοτε περισσότερο όσο περισσότερους καρπούς φέρετε.
Όπως Με αγάπησε ο Πατέρας, σας αγάπησα και Εγώ. Παραμείνετε στην
αγάπη Μου που σώζει. Όταν αγαπάτε Εμένα θα κάνετε υπακοή και η υπακοή αυξάνει την αμοιβαία αγάπη. Μην λέτε ότι επαναλαμβάνομαι. Γνωρίζω τις αδυναμίες σας. Και θέλω να σωθείτε. Σας τα είπα αυτά, ώστε η χαρά που ήθελα να σας δώσω να είναι μέσα σας και πλήρης. Να αγαπάτε ο ένας τον άλλον, να αγαπάτε ο ένας τον άλλον! Αυτή είναι η καινούργια Μου εντολή. Να αγαπάτε ο ένας τον άλλον περισσότερο απ’ όσο αγαπάτε τον εαυτό σας. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αγάπη απ’ αυτήν που θυσιάζεται ο ένας για τους φίλους του. Εσείς είστε οι φίλοι Μου και Εγώ θα δώσω την ζωή Μου για σας. Να κάνετε αυτά που σας διδάσκω και σας δίνω εντολή να κάνετε. 

Δεν θα σας αποκαλώ πλέον υπηρέτες διότι ο υπηρέτης δεν ξέρει τι κάνει το αφεντικό του, ενώ εσείς ξέρετε τι κάνω Εγώ. Εσείς ξέρετε τα πάντα για Μένα. Εσείς δεν Με επιλέξατε μόνοι σας, αλλά Εγώ σας επέλεξα, για να πάτε στον κόσμο και να φέρετε καρπούς στις καρδιές αυτών που θα ευαγγελίζετε, και είθε οι καρποί να παραμένουν, και ο Πατέρας να σας δίνει οτιδήποτε Του ζητάτε στο Όνομα Μου.
Και μην πείτε: “Λοιπόν, αφού Εσύ μας διάλεξες γιατί διάλεξες και έναν προδότη; Αν γνωρίζεις τα πάντα γιατί το έκανες αυτό;” Ούτε και να ρωτήσετε ποιος είναι. Αυτός δεν είναι άνθρωπος. Είναι ο Σατανάς. Αυτό το είπα στον έμπιστό Μου φίλο και επέτρεψα στον αγαπημένο Μου να τον αποκαλέσει έτσι. Αυτός είναι ο Σατανάς. Αν ο Σατανάς, ο αιώνιος μίμος του Θεού, δεν είχε ενσαρκωθεί σε άνθρωπο, αυτός ο δαιμονισμένος άνθρωπος δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από την δύναμη του Ιησού. Είπα: “Δαιμονισμένος”. Όχι. Είναι κάποιος που έχει  εκμηδενιστεί μέσα στον Σατανά».
«Μα Εσύ βγάζεις δαιμόνια, γιατί δεν τον απελευθερώνεις και αυτόν;» ρωτάει ο Ιάκωβος του Αλφαίου.
«Μήπως το ρωτάς για το δικό σου καλό, μήπως φοβάσαι πως είσαι εσύ; Μη το φοβάσαι».
«Μήπως εγώ;»
«Εγώ;»
«Εγώ;»
«Σωπάστε, δεν θα αναφέρω όνομα. Είμαι ελεήμων, να κάνετε και σεις το ίδιο».
«Μα γιατί δεν τον ανατρέπεις; Δεν θα μπορούσες να το κάνεις αυτό;»
«Θα μπορούσα. Αλλά για να εμποδίσω τον Σατανά να ενσαρκωθεί και να Με σκοτώσει, θα έπρεπε να εξολοθρεύσω όλη την ανθρώπινη φυλή πριν από την Λύτρωση. Λοιπόν, ποιόν θα λύτρωνα;»
«Πες μου, Κύριε, πες μου!» ο Πέτρος έπεσε στα γόνατα και παρακαλεί τον Ιησού και τον τραντάζει, «Εγώ είμαι; Εσύ... Εσύ είπες ότι θα Σε απαρνηθώ... και τρέμω... Ω! Είναι τρομερό, αν είμαι εγώ!...»
«Όχι, Σίμων του Ιωνά, δεν είσαι εσύ».
«Γιατί μου στερείς το όνομά μου, “Πέτρο”; Μήπως είμαι πάλι ο Σίμων; Βλέπεις; Εσύ το λες! Εγώ είμαι! Όμως πώς γίνεται; Πότε έγινα προδότης; Σίμων; Ιωάννη; Πείτε μου!..»

«Πέτρο, Πέτρο, Πέτρο, σε αποκαλώ Σίμωνα διότι θυμήθηκα την πρώτη μας συνάντηση, τότε που ήσουν ο Σίμων. Και σκεπτόμουν πόσο πιστός υπήρξες πάντοτε από την πρώτη στιγμή. Δεν είσαι εσύ, Εγώ η Αλήθεια σου το λέω».
«Τότε ποιος;»
«Είναι ο Ιούδας ο Ισκαριώτης! Δεν το κατάλαβες ακόμα;» φωνάζει ο Θαδδαίος που δεν μπορεί πλέον να συγκρατηθεί.
«Γιατί δεν μου το είπες πρωτύτερα; Γιατί;» φωνάζει ο Πέτρος.
«Σιωπή. Είναι ο Σατανάς. Δεν έχει άλλο όνομα. Πού πηγαίνεις Πέτρο;»
«Να τον βρω».
«Άσε τον μανδύα σου και αυτό το σπαθί, αμέσως. Ειδάλλως θα σε διώξω και θα σε καταραστώ!»
«Όχι, όχι! Ω! Κύριε μου! Μα... μα εγώ… Μήπως παραληρώ; Ω! Ω!»

Ο Πέτρος έπεσε στο έδαφος και κλαίει μπροστά στα πόδια του Ιησού.
«Σας δίνω την εντολή Μου. Να αγαπάτε και να συγχωρείτε ο ένας τον άλλο. Το καταλάβατε; Ακόμα και αν στον κόσμο κυριαρχεί το μίσος, εσείς να έχετε μόνον αγάπη. Για όλους. Για όλους. Πόσους πολλούς προδότες θα βρείτε στον δρόμο σας! Όμως εσείς δεν πρέπει να τους μισείτε και να ανταποδίδετε κακό στο κακό. Διαφορετικά ο Πατέρας θα σας μισήσει. Εμένα Με μίσησαν και Με πρόδωσαν πολύ πιο πριν. Και όμως, όπως βλέπετε, Εγώ δεν μισώ.
Εγώ σας είπα: ο υπηρέτης δεν είναι ανώτερος από το αφεντικό του. Αν κατηγόρησαν Εμένα, θα κατηγορήσουν και σας, αν άκουσαν Εμένα, θα ακούσουν και σας. Όμως όλα εξ αιτίας του Ονόματός Μου. Δεν μπορώ να σας πω περισσότερα, διότι δεν μπορείτε ακόμα να τα καταλάβετε. Όμως, Αυτός, ο Παράκλητος θα σας δώσει όλη την Αλήθεια, διότι δεν θα μιλάει από μόνος Του. Αλλά θα σας πει όλα που άκουσε από τη Σκέψη του Θεού και θα σας αναγγείλει και το μέλλον.  Έχουμε ακόμα λίγο χρόνο για να βλεπόμαστε. Κατόπιν δεν θα Mε βλέπετε πλέον. Και μετά από λίγο χρόνο θα Με ξαναδείτε. Θα έχετε ακόμα προβλήματα. Όμως να έχετε πίστη. Εγώ κατέκτησα τον κόσμο».

Ο Ιησούς σηκώνεται και ανοίγει τα χέρια Του σε σχήμα σταυρού και με το πρόσωπό Του που φωτίζεται και λάμπει απευθύνει την θεία προσευχή προς τον Πατέρα. Ο Ιωάννης την συνεχίζει μέχρι τέλους.
Οι απόστολοι θρηνούν, άλλος πιο δυνατά άλλος πιο σιγανά. Τελικά ψάλλουν έναν ύμνο.
Ο Ιησούς τους ευλογεί, κατόπιν τους λέει: «Τώρα ας φορέσουμε τους μανδύες μας και ας πάμε. Ανδρέα να πεις στον ιδιοκτήτη του σπιτιού να τα αφήσει όλα όπως έχουν, διότι το θέλω Εγώ. Αύριο θα χαρείτε να δείτε ξανά αυτό το μέρος». Ο Ιησούς το κοιτάζει, φαίνεται σαν να ευλογεί τους τοίχους, τα έπιπλα, όλα. Κατόπιν προχωράει. Τον ακολουθούν οι μαθητές. Δίπλα Του βρίσκεται ο Ιωάννης στον οποίο ο Ιησούς στηρίζεται.

«Δεν θα αποχαιρετήσεις την Μητέρα Σου;» Τον ρωτάει ο γιος του Ζεβεδαίου.
«Όχι, όλα έχουν γίνει ήδη. Μην κάνετε θόρυβο».

Ο Σίμων που άναψε μια δάδα από τον πολυέλαιο, φωτίζει τον μακρύ διάδρομο που οδηγεί στην πόρτα. Ο Πέτρος ανοίγει την κεντρική πόρτα με προσοχή και όλοι βγαίνουν στον δρόμο.

*Ο Ιησούς και οι απόστολοι γιορτάζουν το Εβραϊκό Πάσχα όπως το κάνουν μέχρι σήμερα οι Ισραηλίτες, απαγγέλοντας ψαλμούς και τελώντας ένα ιδιαίτερο τελετουργικό που περιλαμβάνει το αρνί, πικρά χόρτα, ψωμάκια άζυμα, κρασί.

ΠΗΓΗ: Το κεφ. 600 του βιβλίου της Μ. Βαλτόρτα "The Gospel as revealed to me".

ΑΠΟΔΟΣΗ: Αγγελική Σ. Νατσούλη

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα χρώματα της αύρας και η σημασία τους

Τα Κρυστάλλινα Παιδιά

Γιατί οι Ινδιάνοι είχαν μακριά μαλλιά;

Τι γίνεται όταν πεθαίνουμε;