Ο Ιούδας στο σπίτι του Καϊάφα για την προδοσία
Στις 29 Μαρτίου 1947 ο Ιησούς έδωσε το παρακάτω όραμα στη Μαρία Βαλτόρτα:
588.1 Ο Ιούδας φτάνει στο εξοχικό σπίτι του Καϊάφα τη νύχτα,
αλλά έχει φεγγάρι και αυτό βοηθά το δολοφόνο φωτίζοντας το μονοπάτι του. Πρέπει
να είναι πολύ σίγουρος ότι θα βρει εκεί, σε εκείνο το σπίτι έξω από τα τείχη,
αυτούς που ψάχνει, γιατί διαφορετικά νομίζω ότι θα προσπαθούσε να πάει στο Ναό.
Αντ' αυτού, σκαρφαλώνει με σιγουριά ανάμεσα στις ελιές του μικρού λόφου. Οι
σκιές και η ώρα τον προστατεύουν από κάθε πιθανή έκπληξη. Οι επαρχιακοί δρόμοι
είναι πλέον έρημοι από τα πλήθη των προσκυνητών που πηγαίνουν στην Ιερουσαλήμ
για το Πάσχα. Ακόμα και οι φτωχοί λεπροί είναι στις σπηλιές τους και κοιμούνται
τον δυστυχισμένο ύπνο τους, ξεχασμένοι για λίγες ώρες από τη μοίρα τους.
Τώρα ο Ιούδας είναι στην πόρτα του σπιτιού, κατάλευκη από το
φως του φεγγαριού. Χτυπάει. Τρία χτυπήματα, ένα χτύπημα, τρία χτυπήματα, δύο
χτυπήματα... γνωρίζει και το σημαδιακό χτύπημα… Και πρέπει να είναι σίγουρο σημάδι,
επειδή η πόρτα ανοίγει χωρίς ο θυρωρός να ρίξει μια πρώτη ματιά μέσα από το
ματάκι της πόρτας. Γλιστράει μέσα και ρωτάει τον υπηρέτη θυρωρό, ο οποίος τον
χαιρετά: «Έχουν μαζευτεί;»
«Ναι, Ιούδα από την Κεριώθ. Όλη η σύναξη, θα έλεγα».
«Πήγαινέ με εκεί. Έχω ένα σημαντικό θέμα να συζητήσω. Γρήγορα!»
Ο άντρας κλείνει την πόρτα με μάνταλο και προπορεύεται στον αμυδρά φωτισμένο
διάδρομο, σταματώντας μπροστά σε μια βαριά πόρτα την οποία χτυπάει. Το βουητό
των φωνών στο κλειστό δωμάτιο σταματά και αντικαθίσταται από τον ήχο της
κλειδαριάς και το τρίξιμο της πόρτας, η οποία ανοίγει και ένας κώνος έντονου
φωτός προβάλλει στο σκοτεινό διάδρομο.
«Εσύ; Μπες μέσα!» λέει αυτός που άνοιξε την πόρτα. Και ο Ιούδας μπαίνει στο
δωμάτιο, ενώ αυτός που του άνοιξε την πόρτα την κλείνει και την κλειδώνει ξανά.
588.2 Υπάρχει μια κίνηση έκπληξης, ή τουλάχιστον
αναστάτωσης, καθώς βλέπουν τον Ιούδα να μπαίνει. Αλλά τον χαιρετούν όλοι μαζί:
«Ειρήνη σε σένα, Ιούδα, γιε του Σίμωνα».
«Ειρήνη σε σας, μέλη του αγίου Σανχεντρίν», χαιρετά ο Ιούδας.
«Προχώρησε. Τι θέλεις;» τον ρωτούν.
«Να σας μιλήσω... Να σας μιλήσω για το Χριστό. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε άλλο
έτσι. Δεν μπορώ άλλο να σας βοηθάω εκτός αν αποφασίσετε να λάβετε δραστικά
μέτρα. Ο άνθρωπος έχει αρχίσει τώρα να υποψιάζεται».
«Άφησες τον εαυτό σου να αποκαλυφθεί, ανόητε;» τον διακόπτουν.
«Όχι. Αλλά ανόητοι είστε εσείς που με μια ανόητη βιασύνη κάνατε λάθος κινήσεις.
Ξέρατε πολύ καλά ότι θα σας υπηρετούσα αλλά δεν με εμπιστευτήκατε».
«Έχεις κακή μνήμη, Ιούδα, γιε του Σίμωνα! Δεν θυμάσαι πώς μας άφησες την
τελευταία φορά; Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι εσύ θα μας ήσουν πιστός όταν
ανακοίνωσες με τέτοιο τρόπο ότι δεν μπορούσες να Τον προδώσεις;» λέει ο Χελκίας
ειρωνικά, πιο φιδίσιος από ποτέ.
«Και νομίζετε ότι είναι εύκολο να εξαπατήσω ένα φίλο, τον μόνο που με αγαπάει
αληθινά, τον Αθώο; Νομίζετε ότι είναι εύκολο να φτάσω στο σημείο να διαπράξω έγκλημα;»
Ο Ιούδας είναι ήδη ταραγμένος.
588.3 Προσπαθούν να τον ηρεμήσουν. Και τον καλοπιάνουν. Και
τον αποπλανούν, ή τουλάχιστον προσπαθούν, κάνοντάς τον να παρατηρήσει ότι αυτό
που θα κάνει δεν είναι έγκλημα, «αλλά ένα ιερό έργο προς την πατρίδα του, την
οποία θα γλιτώσει από τα αντίποινα των Ρωμαίων, οι οποίοι ήδη δείχνουν σημάδια
μισαλλοδοξίας για αυτές τις συνεχείς αναταραχές και διαιρέσεις των κομμάτων και
του πλήθους, σε μια ρωμαϊκή επαρχία. Αλλά και προς την ανθρωπότητα, αν είναι
πραγματικά πεπεισμένος για τη θεϊκή φύση του Μεσσία και την πνευματική Του
αποστολή».
«Αν αυτό που λέει είναι αλήθεια - μακριά από εμάς να το
πιστέψουμε - δεν είσαι εσύ συνεργάτης της Λύτρωσης; Το όνομά σου θα συνδεθεί με
το δικό Του για αιώνες, και η πατρίδα θα σε αριθμήσει ανάμεσα στους γενναίους
άνδρες της και θα σε τιμήσει με τα υψηλότερα αξιώματα. Μια θέση είναι έτοιμη
για σένα ανάμεσά μας. Θα ανέβεις, Ιούδα. Θα δώσεις νόμους στον Ισραήλ. Ω! Δεν
θα ξεχάσουμε τι έχεις κάνει για το καλό του ιερού Ναού, του ιερού Ιερατείου,
για την υπεράσπιση του αγιοτάτου Νόμου, για το καλό ολόκληρου του έθνους! Απλώς
βοήθησέ μας και τότε, σου ορκιζόμαστε, σου ορκίζομαι εγώ στο όνομα του ισχυρού
πατέρα μου και του Καϊάφα που τώρα φέρει το εφόδ (ένδυμα μέρος της επίσημης
ενδυμασίας του Αρχιερέα), θα είσαι ο σπουδαιότερος άνθρωπος στο Ισραήλ. Σπουδαιότερος
από τους τετράρχες, σπουδαιότερος από τον ίδιο τον πατέρα μου, που έχει καθαιρεθεί
από Αρχιερέας (πιθανόν να μιλάει ο γιος του Άννα του Αρχιερέα που είχαν
καθαιρέσει οι Ρωμαίοι). Σαν βασιλιά, σαν προφήτη θα σε υπηρετούν και θα σε ακούουν.
Και αν ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας ψευδο-Μεσσίας,
ακόμα κι αν στην πραγματικότητα δεν θα υπόκειτο σε θάνατο, επειδή οι πράξεις
του δεν είναι πράξεις κλέφτη, αλλά τρελού, σου θυμίζουμε τα εμπνευσμένα λόγια
του Αρχιερέα Καϊάφα που φοράει το εφόδ και μιλάει με θεϊκή υπόδειξη και
προφητεύει το καλό και τι πρέπει να γίνει για το καλό - θυμάσαι Καϊάφα; Είπε ο
Καϊάφας: ‘Καλό είναι να πεθάνει ένας άνθρωπος για τον λαό, για να μην χαθεί όλο
το έθνος’. Ήταν λόγια προφητείας αυτά».
«Ναι, στην πραγματικότητα έτσι ήταν. Ο Ύψιστος μίλησε δια στόματος του
Αρχιερέα. Ας Τον υπακούσουμε!» λένε όλοι εν χορώ, θεατρικά και όμοιοι με
αυτόματα που πρέπει να εκτελέσουν τις δεδομένες χειρονομίες οι άσχημες
μαριονέτες που είναι τα μέλη του μεγάλου συμβουλίου του Σανχεντρίν.
588.4 Ο Ιούδας επηρεάζεται, αποπλανάται... αλλά ένα ίχνος
κοινής λογικής, αν όχι καλοσύνης, εξακολουθεί να παραμένει μέσα του και τον
εμποδίζει να εκστομίσει τα μοιραία λόγια.
Περιβάλλοντάς τον με σεβασμό, με προσποιητή στοργή, τον
παροτρύνουν: «Δεν μας πιστεύεις; Κοίτα: είμαστε οι επικεφαλής των είκοσι
τεσσάρων ιερατικών οικογενειών, οι Πρεσβύτεροι του λαού, οι γραμματείς, οι
μεγαλύτεροι Φαρισαίοι του Ισραήλ, οι σοφοί ραβίνοι, οι δικαστές του Ναού. Το
άνθος του Ισραήλ είναι εδώ, γύρω σου, έτοιμο να σε επαινέσει και με μια φωνή
σου λέμε: «Κάνε αυτό, γιατί αυτό είναι άγιο»».
«Και ο Γαμαλιήλ, πού είναι; Και ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, πού
είναι; Και πού είναι ο Ελιέζερ, ο φίλος του Ιωσήφ, και πού είναι ο Ιωάννης από
τη Γκας; Δεν τους βλέπω».
«Ο Γαμαλιήλ έχει αποσυρθεί προσευχόμενος, ο Ιωάννης είναι με την έγκυο και
ταλαιπωρημένη σύζυγό του απόψε, ο Ελιέζερ... δεν ξέρουμε γιατί δεν ήρθε. Αλλά
μια ασθένεια μπορεί να χτυπήσει οποιονδήποτε και ξαφνικά, δεν νομίζεις; Όσο για
τον Ιωσήφ και το Νικόδημο, δεν τους προειδοποιήσαμε γι’ αυτή τη μυστική
συνάντηση, και σένα, προς χάρη της τιμής σου... Γιατί, σε περίπτωση που το
πράγμα αποτύγχανε, το όνομά σου να μην αναφερθεί στο Διδάσκαλο... Προστατεύουμε
το όνομά σου. Σε αγαπάμε, Ιούδα, νέε Μακκαβαίε, σωτήρα της πατρίδας».
«Ο Μακκαβαίος έδωσε τον καλό αγώνα. Εγώ... διαπράττω προδοσία».
«Μη προσέχεις τις λεπτομέρειες της πράξης, αλλά το δίκαιο του σκοπού».
588.5 Μίλα, Ζαδώκ, χρυσέ γραμματέα. Από το στόμα σου ρέουν
πολύτιμα λόγια. Αν ο Γαμαλιήλ είναι μορφωμένος, εσύ είσαι σοφός, γιατί στα
χείλη σου υπάρχει η σοφία του Θεού. Μίλα σε αυτόν που ακόμα διστάζει».
Ο ανέντιμος Ζάντοκ εμφανίζεται μπροστά τους, και μαζί του ο άξεστος Ανανίας:
μια σκελετωμένη και ετοιμοθάνατη αλεπού δίπλα σε ένα πονηρό, εύρωστο και άγριο
τσακάλι.
«Άκου, άνθρωπε του Θεού!» ξεκινάει ο Ζάντοκ με πομπώδη τρόπο, παίρνοντας μια
εμπνευσμένη και ρητορική στάση, με το δεξί του χέρι τεντωμένο μπροστά με Κικερώνιο
ύφος ενώ με το αριστερό του στήριζε όλο εκείνο το βάρος από πτυχώσεις που
αποτελούν το χιτώνα του γραμματέα. Και μετά, σηκώνει και το αριστερό του χέρι,
αφήνοντας το βαρύ χιτώνα του να γίνει ακατάστατος και να γίνει ατημέλητος, και
με το πρόσωπο και τα χέρια υψωμένα προς την οροφή του δωματίου, βροντάει: «Σας
λέω! Σας λέω ενώπιον της ύψιστης Παρουσίας του Θεού!»
«Μαράν-Αθά!» αντηχούν όλοι σκύβοντας το κεφάλι σαν μια πνοή από τον ουρανό να
τους λύγισε, και μετά σηκώνονται ξανά με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος τους.
«Σας λέω. Είναι γραμμένο στις σελίδες της ιστορίας μας και του πεπρωμένου μας!
Είναι γραμμένο στα σημάδια και στα πρόσωπα μέσα στους αιώνες! Είναι γραμμένο
στην τελετή που δεν έχει σταματήσει ποτέ από τη μοιραία νύχτα των Αιγυπτίων!
Είναι γραμμένο στη μορφή του Ισαάκ! Είναι γραμμένο στη μορφή του Άβελ. Και ό,τι
είναι γραμμένο θα πραγματοποιηθεί».
«Μαράν-Αθά!», λένε πάλι όλοι μαζί οι άλλοι χαμηλά, θλιβερά
και υποβλητικά με τις ίδιες χειρονομίες όπως πριν, τα πρόσωπά τους φωτισμένα παράξενα
από το φως των δύο πολυτελών πολυελαίων από απαλή μωβ μαρμαρυγία, που κρεμασμένοι
στα άκρα του δωματίου εκπέμπουν ένα φαντασμαγορικό φως. Και πραγματικά αυτή η
συγκέντρωση ανδρών, σχεδόν όλων ντυμένων στα λευκά, με τις χλωμές ή στο χρώμα
της ελιάς επιδερμίδες της φυλής τους, που γίνονται ακόμη πιο χλωμές από το φως
των πολυελαίων, μοιάζει πραγματικά με μια συγκέντρωση φαντασμάτων.
«Ο λόγος του Θεού έχει έρθει στα χείλη των προφητών για να
σφραγίσει αυτό το διάταγμα. Πρέπει να πεθάνει! Έχει ειπωθεί!»
«Έχει ειπωθεί! Μαράν Αθά!»
«Πρέπει να πεθάνει, και η μοίρα του σφραγίστηκε!»
«Πρέπει να πεθάνει. Μαράν Αθά!»
«Το μοιραίο πεπρωμένο του περιγράφεται με την παραμικρή λεπτομέρεια, και η
μοίρα δεν μπορεί να αλλάξει!»
«Μαράν Αθά!»
«Ακόμα και το συμβολικό τίμημα που θα δοθεί σε αυτόν που θα γίνει όργανο του
Θεού για την ολοκλήρωση της υπόσχεσης έχει σφραγιστεί».
«Σφραγίστηκε! Μαράν Αθά!»
«Ως Λυτρωτής, ή ως ψευδοπροφήτης, πρέπει να πεθάνει!»
«Πρέπει να πεθάνει! Μαράν Αθά!»
«Ήρθε η ώρα! Ο Γιαχβέ το θέλει! Ακούω τη φωνή Του! Κραυγάζει: ‘Ας γίνει!’»
«Ο Ύψιστος μίλησε! Ας γίνει! Ας γίνει! Μαράν Αθά!»
588.6 «Είθε ο Ουρανός να σε ενδυναμώνει όπως ενδυνάμωσε την Γιαέλ
και την Ιουδήθ, που ήταν γυναίκες και ήξεραν να είναι ηρωίδες· όπως ενδυνάμωσε
τον Ιεφθάε, ο οποίος, ως πατέρας, ήξερε πώς να θυσιάσει την κόρη του για την
πατρίδα του· όπως ενδυνάμωσε τον Δαβίδ ενάντια στο Γολιάθ· και να τελέσει τη
χειρονομία που θα κάνει τον Ισραήλ αιώνιο στη μνήμη του λαού!»
«Είθε ο Ουρανός να σε ενδυναμώσει. Μαράν Αθά!»
«Να είσαι νικητής!»
«Να είσαι νικητής! Μαράν Αθά!»
Η γεροντική, άτονη φωνή του Ανανία υψώνεται: «Όποιος διστάζει μπροστά στην ιερή
τάξη είναι καταδικασμένος στην ατίμωση και τον θάνατο!»
«Είναι καταδικασμένος. Μαράν Αθά!»
«Αν δεν θέλεις να ακούσεις τη φωνή του Κυρίου του Θεού σου και δεν εκτελέσεις
την εντολή Του και ό,τι σε διατάζει μέσω του στόματός μας, όλες οι κατάρες να είναι
επάνω σου!»
«Όλες οι κατάρες! Μαράν Αθά!»
«Είθε ο Κύριος να σε χτυπήσει με όλες τις μωσαϊκές κατάρες και να σε
διασκορπίσει ανάμεσα στα έθνη».
«Είθε να σε χτυπήσει και να σε διασκορπίσει! Μαράν Αθά!»
Μια νεκρική σιγή ακολουθεί αυτή την υποβλητική σκηνή... Όλα παγώνουν σε μια
τρομακτική ακινησία.
588.7 Τελικά, η φωνή του Ιούδα υψώνεται και σχεδόν δυσκολεύομαι (λέει η Μαρία Βαλτόρτα που βλέπει το όραμα) να την αναγνωρίσω, τόσο αλλαγμένη είναι: «Ναι. Θα το κάνω. Πρέπει να το κάνω. Και θα το κάνω. Το τελευταίο μέρος των μωσαϊκών καταρών είναι ήδη το μερίδιό μου και πρέπει να ξεφύγω από αυτό επειδή έχω ήδη καθυστερήσει πολύ. Και τρελαίνομαι επειδή δεν βρίσκω ηρεμία ή ανάπαυλα. Η καρδιά μου είναι σαστισμένη και φοβάται και η ψυχή μου κατατρώγεται από τη θλίψη. Τρέμω με τη σκέψη ότι μπορεί να με ανακαλύψει και να με συντρίψει για την προδοσία μου - γιατί δεν ξέρω, δεν ξέρω σε ποιο βαθμό γνωρίζει τις σκέψεις μου - βλέπω τη ζωή μου να κρέμεται από μια κλωστή, και πρωί και βράδυ προσεύχομαι να τελειώσει αυτή η ώρα εξαιτίας του τρόμου που τρομάζει την καρδιά μου. Λόγω της φρίκης που πρέπει να εκτελέσω. Ω! επιταχύνετε αυτή την ώρα! Ελευθερώστε με από την αγωνία μου! Ας γίνουν όλα. Αμέσως! Τώρα! Και ας ελευθερωθώ! Ας φύγουμε!»
Η φωνή του Ιούδα γίνεται όλο και πιο δυνατή καθώς μιλά. Οι
χειρονομίες του, που προηγουμένως ήταν αυτόματες και αβέβαιες, σαν αυτές ενός
υπνοβάτη, έγιναν ελεύθερες και εκούσιες. Στέκεται ψηλός, διαβολικά όμορφος και
φωνάζει: «Ας πέσουν τα δεσμά ενός τρελού λάθους! Είμαι ελεύθερος από την
τρομερή υποδούλωση, Χριστέ! Δεν σε φοβάμαι πια και σε παραδίδω στους εχθρούς
σου! Ας φύγουμε!» είναι η κραυγή ενός νικηφόρου δαίμονα. Και με τόλμη βαδίζει προς
την πόρτα.
588.8 Αλλά τον σταματούν: «Περίμενε! Πες μας: πού είναι ο
Ιησούς από τη Ναζαρέτ;»
«Στο σπίτι του Λάζαρου, στη Βηθανία».
«Δεν μπορούμε να μπούμε σε αυτό το σπίτι, που είναι καλά στελεχωμένο με πιστούς
υπηρέτες. Το σπίτι ενός αγαπημένου της Ρώμης. Σίγουρα θα αντιμετωπίσουμε πολλά προβλήματα».
«Την αυγή θα μπούμε στην πόλη. Τοποθετήστε φρουρούς στο δρόμο προς τη Βηθφαγή, δημιουργείστε
αναταραχή και συλλάβετέ Τον».
«Πώς ξέρεις ότι θα πάρει αυτό το δρόμο; Θα μπορούσε να πάρει και τον άλλο από
την άλλη...»
«Όχι. Είπε στους οπαδούς Του ότι θα μπει στην πόλη από εκείνον τον δρόμο, από
την Πύλη του Εφραΐμ, και να Τον περιμένουν στην Εν Ρωγήλ. Αν τον συλλάβετε πριν...»
«Όχι, δεν μπορούμε. Θα πρέπει να μπούμε στην πόλη μαζί Του και να περάσουμε
ανάμεσα από στους φρουρούς, και κάθε δρόμος που οδηγεί στις πύλες και κάθε
δρόμος της πόλης είναι γεμάτος με ανθρώπους από την αυγή μέχρι τη νύχτα. Θα ξεσηκωνόταν
το πλήθος. Κι αυτό δεν πρέπει να συμβεί».
«Θ’ ανέβει στο Ναό. Καλέστε Τον να Τον ανακρίνετε σε ένα δωμάτιο. Καλέστε Τον
στο όνομα του Αρχιερέα. Θα έρθει, επειδή σας σέβεται περισσότερο από ό,τι
σέβεται την ίδια Του τη ζωή. Μόλις μείνει μόνος μαζί σας... δεν θα σας λείπουν
τα μέσα για να Τον πάτε σε ένα ασφαλές μέρος και να Τον καταδικάσετε την
κατάλληλη στιγμή».
«Και πάλι θα ξεσηκωνόταν ο κόσμος. Θα πρέπει να έχεις παρατηρήσει ότι έχει
κερδίσει το πλήθος με τρόπο φανατικό. Και όχι μόνο ο λαός, αλλά και οι μεγάλοι
και οι ελπίδες του Ισραήλ. Ο Γαμαλιήλ χάνει τους μαθητές του, όπως και ο
Ιωνάθαν ο γιος του Οζιήλ και άλλοι ανάμεσά μας, και όλοι μας εγκαταλείπουν γοητευμένοι
από Αυτόν. Ακόμη και οι εθνικοί Τον λατρεύουν, ή Τον φοβούνται, κάτι που είναι επίσης
λατρεία, και είναι έτοιμοι να στραφούν εναντίον μας αν Τον κακομεταχειριστούμε.
Μεταξύ άλλων, μερικοί από τους ληστές, τους οποίους είχαμε προσλάβει για να
ενεργούν ως ψευδομαθητές και να ξεκινούν καβγάδες, έχουν συλληφθεί και έχουν
μιλήσει ελπίζοντας σε επιείκεια για τις πληροφορίες τους, και ο Πραίτορας το γνωρίζει...
Όλος ο κόσμος Τον ακολουθεί, ενώ εμείς δεν πετυχαίνουμε τίποτα. Αλλά πρέπει να
ενεργήσουμε με ύπουλο τρόπο, ώστε τα πλήθη να μην το προσέξουν».
«Ναι. Αυτό πρέπει να
κάνουμε! Ακόμα και ο Άννας το προτείνει. Λέει: «Δεν πρέπει να συμβεί αυτό κατά
τη διάρκεια της γιορτής και δεν πρέπει να ξεσπάσουν ταραχές ανάμεσα στο
φανατισμένο λαό». Έχει δώσει διαταγές γι’ αυτό, δίνοντας επίσης εντολή να Του
φέρονται με σεβασμό στο Ναό και αλλού, και να μην Τον παρενοχλούν, ώστε να μπορέσουμε
να Τον εξαπατήσουμε».
588.9 «Τι θέλετε λοιπόν να γίνει; Ήμουν αρκετά πρόθυμος
απόψε, αλλά εσείς διστάζετε…», λέει ο Ιούδας.
«Κοίτα, πρέπει να μας οδηγήσεις σε Αυτόν σε μια ώρα που θα είναι ολότελα μόνος.
Γνωρίζεις τις συνήθειες Του. Μας έγραψες ότι θέλει να σε κρατάει πιο κοντά από
οποιονδήποτε άλλον. Γι' αυτό πρέπει να ξέρεις τι θέλει να κάνει. Θα είμαστε
πάντα έτοιμοι. Όταν κρίνεις τον χρόνο και τον τόπο ευνοϊκό, έλα, και θα σε
ακολουθήσουμε».
«Σύμφωνοι. Και τι αποζημίωση θα πάρω;» Τώρα ο Ιούδας μιλάει ψυχρά, σαν να
επρόκειτο για μια οποιαδήποτε δουλειά.
«Ό,τι λένε οι προφήτες, για να είμαστε πιστοί στον εμπνευσμένο λόγο: τριάντα ασημένια
δηνάρια…».
«Τριάντα δηνάρια για να σκοτώσω έναν άνθρωπο, αυτόν τον άνθρωπο; Το ποσό ενός απλού
αρνιού αυτές τις μέρες της εορτής;! Είστε τρελοί! Όχι ότι χρειάζομαι χρήματα.
Έχω πολλά. Μη σκέφτεστε λοιπόν ότι θα με πείσετε από αγάπη για τα χρήματα. Αλλά
είναι πολύ λίγα για να αντισταθμίσουν τον πόνο μου που θα προδώσω Αυτόν που
πάντα με αγαπούσε».
«Αλλά σου είπαμε τι θα κάνουμε για σένα. Δόξα, τιμές! Αυτά
που έλπιζες ότι θα πάρεις από Αυτόν και δεν τα πήρες. Θα γιατρέψουμε την
απογοήτευσή σου. Όμως, το τίμημα ορίζεται από τους προφήτες! Ω! είναι μόνο μια απλή
τυπικότητα! Ένα σύμβολο και τίποτα περισσότερο. Τα υπόλοιπα θα έρθουν
αργότερα...»
«Και τα χρήματα, πότε;»
«Τη στιγμή που θα μας πεις: ‘Ελάτε’. Όχι νωρίτερα. Κανείς δεν πληρώνει πριν πάρει
τα αγαθά στα χέρια του. Δεν νομίζεις ότι είναι δίκαιο;»
«Είναι δίκαιο. Αλλά τουλάχιστον τριπλασιάστε το ποσό...»
«Όχι. Αυτό είναι που είπαν οι προφήτες και αυτό πρέπει να γίνει. Ω! Θα υπακούσουμε
στους προφήτες! Δεν θα παραλείψουμε ούτε ένα γιώτα από αυτά που έγραψαν γι'
Αυτόν. Χαχαχά! Χαχαχά! Είμαστε πιστοί στον εμπνευσμένο λόγο! Χαχαχά! Χαχαχά!»
γελάει εκείνος ο αποκρουστικός σκελετός, ο Ανανίας.
Και πολλοί ενώνονται στη χορωδία του θλιβερού, σιγανού, ψεύτικου γέλιου – ένα αληθινό
χαχανητό δαιμόνων που δεν ξέρουν τίποτα άλλο παρά να χλευάζουν. Γιατί το γέλιο
ανήκει στη γαλήνια και στοργική ψυχή, και ο χλευασμός στις ταραγμένες γεμάτες
μίσος καρδιές.
588.10 «Όλα ειπώθηκαν. Μπορείς να φύγεις. Περιμένουμε την
αυγή για να επιστρέψουμε στην πόλη από διαφορετικούς δρόμους. Αντίο. Ειρήνη σε σένα,
χαμένο πρόβατο που επιστρέφεις στο ποίμνιο του Αβραάμ. Ειρήνη σε σένα! Ειρήνη
σε σένα! Και η ευγνωμοσύνη όλου του Ισραήλ! Βασίσου σε μας! Η επιθυμία σου είναι
νόμος για εμάς. Ο Θεός ας είναι μαζί σου, όπως ήταν με όλους τους πιο πιστούς
υπηρέτες του! Όλες οι ευλογίες ας είναι πάνω σου!»
Τον συνοδεύουν με αγκαλιές και εκφράσεις αγάπης μέχρι την
πόρτα... τον παρακολουθούν να απομακρύνεται στον αμυδρά φωτισμένο διάδρομο...
ακούν το κροτάλισμα των μάνταλων της πύλης καθώς ανοίγει και κλείνει...
Ξαναμπαίνουν στην αίθουσα, πανηγυρίζοντας.
Μόνο δύο-τρεις φωνές υψώνονται, αυτές των λιγότερο σατανικών:
«Και τώρα; Τι θα κάνουμε με τον Ιούδα, τον γιο του Σίμωνα; Ξέρουμε καλά ότι δεν
μπορούμε να του δώσουμε αυτό που του υποσχεθήκαμε, εκτός από αυτές τις τριάντα ασημένιες
δεκάρες!... Τι θα πει όταν αντιληφθεί ότι προδόθηκε από εμάς; Δεν θα έχουμε προκαλέσει
μεγαλύτερο κακό; Δεν θα πάει να πει στον κόσμο τι κάναμε; Ξέρουμε ότι είναι
άνθρωπος με σκέψη που αλλάζει».
«Είστε πολύ αφελείς και ανόητοι που έχετε αυτές τις σκέψεις
και προκαλείτε στον εαυτό σας αυτές τις ανησυχίες! Έχει ήδη αποφασιστεί τι θα
κάνουμε με τον Ιούδα. Αποφασίστηκε την προηγούμενη φορά. Δεν θυμάστε; Και δεν
θα αλλάξουμε γνώμη. Αφού τελειώσουν όλα με τον Χριστό, ο Ιούδας θα πεθάνει. Έτσι
όλα τακτοποιούνται».
«Αλλά αν μιλούσε πιο πριν; Τι θα γίνει;»
«Σε ποιον; Στους μαθητές και στο λαό, για να λιθοβοληθεί; Δεν θα μιλήσει. Η
φρίκη της πράξης του είναι φίμωτρο γι' αυτόν...»
«Αλλά θα μπορούσε να μετανοήσει στο μέλλον, να έχει τύψεις, ακόμη και να
τρελαθεί... Γιατί οι τύψεις του, αν ξυπνούσαν, θα μπορούσαν μόνο να τον
τρελάνουν...»
«Δεν θα έχει χρόνο. Θα το φροντίσουμε πρώτα. Όλα στον καιρό τους. Πρώτα ο
Ναζωραίος και μετά αυτός που τον πρόδωσε», λέει ο Χελκίας αργά, με τρομερό
ύφος.
«Ναι. Και να είστε προσεκτικοί! Ούτε λέξη σε όσους απουσιάζουν. Έχουν ήδη μάθει
πάρα πολλά για τον τρόπο σκέψης μας. Δεν εμπιστεύομαι τον Ιωσήφ και τον
Νικόδημο. Και λίγα στους άλλους».
«Αμφιβάλλεις για τον
Γαμαλιήλ;»
«Αυτός απουσιάζει από κοντά μας πολλούς μήνες. Δεν θα λάβει
μέρος στις συνεδριάσεις μας χωρίς την προσωπική εντολή του Αρχιερέα. Λέει ότι συγγράφει
το έργο του με τη βοήθεια του γιου του. Αλλά αναφέρομαι στον Ελιέζερ και στον
Ιωάννη».
«Ω! δεν μας έχουν ποτέ αντικρούσει», λέει αμέσως ένα μέλος του Συνεδρίου, το
οποίο έχω δει και άλλες φορές με τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία, αλλά το όνομά του
δεν το θυμάμαι.
«Αντίθετα! Δεν μας έχουν αντικρούσει σε μεγάλο βαθμό. Χαχαχά! Και θα πρέπει να
τους παρακολουθούμε! Πολλά φίδια έχουν εγκατασταθεί στο Συνέδριο, νομίζω... Χαχαχά!
Αλλά θα εκτοπιστούν... Χαχαχά», λέει ο Ανανίας, περπατώντας σκυμμένος και
τρέμοντας ακουμπώντας στο μπαστούνι του, για να βρει μια άνετη θέση σε ένα από
τα μεγάλα, χαμηλά καθίσματα παράλληλα με τους τοίχους που είναι καλυμμένα με
βαριά χαλιά, και ξαπλώνει κάτω ικανοποιημένος, και αποκοιμιέται γρήγορα με ανοιχτό
το στόμα, άσχημος μέσα στα διεστραμμένα άσχημα γηρατειά του.
Τον παρακολουθούν. Και ο Ντόρας, ο γιος του Ντόρας, λέει: «Θα έχει την
ικανοποίηση να δει αυτή την ημέρα. Ο πατέρας μου την ονειρεύτηκε, αλλά δεν την
είχε. Αλλά θα κουβαλήσω το πνεύμα του στην καρδιά μου, ώστε να είναι παρών την
ημέρα της εκδίκησης κατά του Ναζωραίου και να μπορέσει να χαρεί...».
588.12 «Να θυμάστε ότι πρέπει να είμαστε συνεχώς στον Ναό,
σε βάρδιες και πολλοί από εμάς σε κάθε βάρδια».
«Θα είμαστε».
«Πρέπει να δώσουμε εντολή να οδηγήσουν τον Ιούδα το γιο του Σίμωνα στον
Αρχιερέα ανά πάσα στιγμή».
«Θα το τακτοποιήσουμε».
«Και τώρα ας ετοιμάσουμε τις καρδιές μας για το τελικό έργο».
«Είναι ήδη έτοιμες! Είναι ήδη!»
«Με πονηριά».
«Με πονηριά».
«Με κομψό τρόπο».
«Με κομψό τρόπο».
«Για να αποφύγουμε κάθε υποψία».
«Για να ξεγελάσουμε κάθε καρδιά».
«Ό,τι και να πει ή κάνει, δεν θα αντιδράσουμε. Θα πάρουμε εκδίκηση για τα πάντα
με μια κίνηση».
«Έτσι θα το κάνουμε. Και θα είναι μια άγρια εκδίκηση».
«Ολοκληρωτική!»
«Φρικτή!»
Και κάθονται στις θέσεις τους, αναζητώντας λίγη ανάπαυση
περιμένοντας την αυγή.
ΠΗΓΗ: "Το Ευαγγέλιο όπως μου υπαγορεύτηκε" της Μαρίας Βαλτόρτα, κεφ. 588
ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ: Αγγελική Νατσούλη
Σχόλια