Η απελπισία και η αυτοκτονία του Ιούδα του Ισκαριώτη


Βλέπω τον Ιούδα, είναι μόνος. Φοράει μια χλαμύδα σε ανοιχτό κίτρινο χρώμα με κόκκινο κορδόνι στη μέση. Έχουν συλλάβει τον Ιησού πριν από λίγο και ο Ιούδας, που έφυγε τρέχοντας μετά τη σύλληψη, είναι το θήραμα με αμφιταλαντευόμενες σκέψεις. Βασικά μοιάζει με άγριο κυνηγημένο θηρίο, που το κυνηγάει μια αγέλη σκύλων. Το κάθε αεράκι που περνάει μέσα από τα φύλλα, ο κάθε θόρυβος στους δρόμους, το νερό που χύνεται στην πηγή, τον κάνουν να στρέφεται γύρω του με τρόμο, σαν να τον άρπαξε κάποιος εκτελεστής. Κοιτάζει γύρω με σκυμμένο το κεφάλι, με τον λαιμό να στριφογυρίζει, να παίζει τα μάτια του σαν να γυρεύει κάποιον. Αν το φεγγάρι σχηματίζει μια σκιά που να μοιάζει με άνθρωπο, ανοίγει ορθάνοιχτα τα μάτια του, κάνει πίσω τρέχοντας, γίνεται πιο ευκίνητος από το συνηθισμένο του, σταματάει για λίγο και μετά φεύγει τρέχοντας, απερίσκεπτα ξαναγυρίζει πίσω, ξεγλιστράει σε άλλα στενά δρομάκια μέχρι να ακούσει κάποιον άλλο θόρυβο είτε κάποιο άλλο παιχνίδι του φωτός που τον κάνει να σταματάει ή να τρέχει προς διάφορες κατευθύνσεις. 

Με το τρελό του τρέξιμο φτάνει στο κέντρο της πόλης. Από τον όχλο που είναι συγκεντρωμένος και φωνάζει, καταλαβαίνει ότι βρίσκεται έξω από το σπίτι του Καϊάφα, και τότε, πιέζοντας το κεφάλι του με τα χέρια του και παραπατώντας, σαν αυτές οι φωνές να ήταν πέτρες που τον χτυπούν, φεύγει τρέχοντας. Και όπως τρέχει στα στενά, ακολουθεί ένα σοκάκι που τον βγάζει ακριβώς μπροστά από το σπίτι του Μυστικού Δείπνου. Το αντιλαμβάνεται όταν βρίσκεται ήδη μπροστά του, διότι εκεί υπάρχει μια μικρή πηγή που στάζει αργά αργά. Οι σταγόνες του νερού που πέφτουν στην πέτρινη βάση της και το ελαφρύ φύσημα του αέρα που φυσάει μέσα από τα στενά θα πρέπει να ακούγονται σ’ αυτόν σαν τα δάκρυα και το βογκητό του προδομένου, βασανισμένου Διδασκάλου. Σκεπάζει τα αυτιά του με τα χέρια του για να μην ακούει και φεύγει τρέχοντας πάλι με τα μάτια κλειστά για να μη δει εκείνη την πόρτα που είχε έρθει με τον Διδάσκαλο πριν λίγες ώρες, και από την οποία βγήκε για να πάει να φέρει την οπλισμένη φρουρά να Τον συλλάβει.  

Ενώ τρέχει στα τυφλά, πέφτει πάνω σ’ ένα μεγάλο σκυλί, ένα μεγάλο γκρίζο μαλλιαρό σκυλί που πηγαίνει στην άκρη γρυλίζοντας, έτοιμο να επιτεθεί σ’ αυτόν που το ενόχλησε. Ο Ιούδας ανοίγει τα μάτια του και συναντάει τα δύο μάτια του σκύλου που φωσφορίζουν και τον κοιτούν, και βλέπει τους δύο κυνόδοντες σαν να γελούν με ένα δαιμονικό τρόπο. Βγάζει μια στριγκλιά τρόμου. Ο σκύλος, που πιθανόν να την νόμισε επιθετική, πέφτει επάνω του και οι δύο κυλιούνται στο χώμα: Ο Ιούδας από κάτω, παράλυτος από φόβο, ο σκύλος από πάνω του. Όταν το ζώο εγκαταλείπει το θήραμα, ίσως να το θεώρησε ανάξιο μάχης, ο Ιούδας αιμορραγεί από δυο-τρεις δαγκωματιές, και η κάπα του έχει σχιστεί.

Η μία δαγκωματιά πλήγωσε το μάγουλό του ακριβώς στο σημείο που φίλησε τον Ιησού. Από το μάγουλο τρέχει αίμα και οι σταγόνες πέφτουν στην χλαμύδα του, στο μέρος του λαιμού. Μοιάζουν με ένα κόκκινο κολάρο όπως ποτίζουν το κορδόνι γύρω από τον λαιμό και το κάνουν ακόμα πιο κόκκινο. Αγγίζει με το δάχτυλο το μάγουλό του και κοιτάζει το σκυλί που φεύγει και ψιθυρίζει: «Εωσφόρε!» και με μια νέα στριγκλιά φεύγει τρέχοντας. Τρέχει μέχρι τη μικρή γέφυρα κοντά στην Γεθσημανή. Πέφτει γρήγορα στο νερό και πίνει, σαν να ψήνεται από τον πυρετό, και ξεπλένει το μάγουλό του που αιμορραγεί και θα πρέπει να τον πονάει. Τώρα το φως της αυγής δυναμώνει και ο Ιούδας περνάει το χείμαρρο και βγαίνει από την άλλη πλευρά, σαν να φοβήθηκε τον σκύλο και δεν τόλμησε να πάει πίσω στην πόλη. Κάνει μερικά βήματα και βρίσκεται στην είσοδο του κήπου του Όρους των Ελαιών.
Φωνάζει: «Όχι! Όχι!»

Κατόπιν, δεν ξέρω από ποια ακατανίκητη δύναμη είτε από ποιο σατανικό εγκληματικό σαδισμό, προχωράει προς τα εκεί. Αναζητάει το μέρος που συνέλαβαν τον Ιησού. Τελικά το χώμα, τα πατήματα από τα τόσα πόδια, το χορτάρι που έχει καταστραφεί μέχρι σε ένα σημείο και λίγο αίμα στο έδαφος, ίσως του Μάλχου, του έδωσαν να καταλάβει ότι εκεί υπέδειξε τον Αθώο στους εκτελεστές. Κοιτάζει… Κοιτάζει… και μετά βγάζει μια βραχνή φωνή και κάνει απότομα πίσω. 

Φωνάζει: «Αυτό το αίμα, αυτό το αίμα!...» και το δείχνει... σε ποιόν; Με το χέρι του τεντωμένο το δείχνει. Το πρόσωπό του φαίνεται κάτωχρο. Μοιάζει σαν τρελός. Τα μάτια του ορθάνοιχτα και λαμπερά, σαν να περνούσε κρίση, τα μαλλιά του ανακατωμένα από το τρέξιμο και τον τρόμο φαίνεται αχτένιστος, το μάγουλό του που έχει πρηστεί του παραμορφώνει το στόμα με έναν μορφασμό. Η χλαμύδα του είναι σχισμένη, γεμάτη αίματα, βρεγμένη και λασπωμένη επειδή το χώμα που έπεσε πάνω στο βρεγμένο ύφασμα έγινε λάσπη, και τον κάνει να φαίνεται σαν ζητιάνος. Η κάπα του που είναι και αυτή σχισμένη και γεμάτη λάσπες κρέμεται από τους ώμους του σαν κουρέλι και πιάνεται απ’ αυτήν όταν συνεχίζει να φωνάζει «Αυτό το αίμα! Αυτό το αίμα!»  

Ξαφνικά πέφτει προς τα πίσω και χτυπάει το πίσω μέρος του κεφαλιού του σε μια πέτρα. Βογκάει από τον πόνο και τον φόβο: «Ποιός είναι;» φωνάζει. Θα πρέπει να νόμισε πως κάποιος τον έριξε για να τον χτυπήσει. Γυρίζει τρομαγμένος. Δεν υπάρχει κανείς! Σηκώνεται. Τώρα τρέχει αίμα και πίσω από τον λαιμό του. Ο κόκκινος κύκλος φαρδαίνει στον λαιμό της χλαμύδας του. 

Προχωράει, βρίσκει τα ίχνη από την μικρή φωτιά που άναψε ο Πέτρος στη βάση μιας ελιάς. Όμως δεν ξέρει ότι αυτό είναι έργο του Πέτρου, και πρέπει να νομίζει ότι ο Ιησούς ήταν εκεί. Φωνάζει: «Φύγε! Φύγε!» και με τα δύο του χέρια μπροστά φαίνεται σαν να διώχνει ένα φάντασμα. Φεύγει τρέχοντας και καταλήγει ακριβώς στον βράχο της Αγωνίας.

Τώρα πια έχει ξημερώσει για τα καλά και όλα φαίνονται καθαρά. Ο Ιούδας βλέπει τον μανδύα του Ιησού πάνω σ’ ένα βράχο… Τον αναγνωρίζει. Θέλει να τον αγγίξει. Φοβάται. Απλώνει το χέρι του και μετά το τραβάει πίσω. Και θέλει και δεν θέλει. Όμως αυτός ο μανδύας τον γοητεύει. Μουρμουρίζει: «Όχι, όχι», κατόπιν λέει: «Ναι, μα το Σατανά! Ναι. Θέλω να τον αγγίξω. Δεν φοβάμαι! Δεν φοβάμαι!» 

Λέει πως δεν φοβάται όμως τα δόντια του χτυπούν με τρόμο, και ο θόρυβος που προήλθε από ένα κλαδί πάνω από το κεφάλι του, που το χτύπησε ο άνεμος σ’ έναν κορμό δένδρου, τον κάνει να φωνάξει ξανά από τρόμο. Όμως κάνει μια προσπάθεια και πιάνεται από τον μανδύα και γελάει. Το γέλιο ενός δαίμονα. Ένα υστερικό, σπασμένο, θλιβερό ατελείωτο γέλιο, επειδή έχει ξεπεράσει τον φόβο του.
Και λέει: «Εσύ δεν με τρομάζεις, Χριστέ. Δεν φοβάμαι πλέον. Σε φοβόμουν τόσο πολύ διότι νόμιζα πως ήσουν Θεός και δυνατός άνδρας. Τώρα δεν με τρομάζεις πια, διότι δεν είσαι Θεός. Είναι ένας αξιολύπητος τρελός, ένα ασθενικό πλάσμα. Εσύ δεν ήξερες να υπερασπιστείς τον Εαυτό Σου. Δεν με έκανες στάχτη, ούτε διάβασες την 
προδοσία στην καρδιά μου. Οι φόβοι μου! Τι ανόητος! Όταν μιλούσες ακόμη και χτες βράδυ, νόμιζα ότι Σε ήξερα. Αλλά Εσύ δεν ξέρεις τίποτα. Ήταν ο δικός μου φόβος που έδινε το ύφος της προφητείας στα απλά λόγια Σου. Δεν είσαι τίποτα. Επέτρεψες στον Εαυτό Σου να πωληθεί, το επεσήμανες, πιάστηκες σαν τον ποντικό στη φωλιά του. Η δύναμή Σου! Η προέλευσή Σου! Χα! Χα! Χα! Ο Σατανάς είναι δυνατός! Πιο δυνατός από Σένα. Αυτός Σε νίκησε! Χα! Χα! Χα! Ο Προφήτης! Ο Μεσσίας! Ο Βασιλιάς του Ισραήλ! Και Εσύ με υποτιμούσες για τρία χρόνια! Με φόβο πάντοτε στην καρδιά μου! Και έπρεπε να λέω ψέματα, να Σε κοροϊδεύω, όταν ήθελα να χαρώ τη ζωή μου! Όμως, και αν είχα κλέψει και αν είχα μοιχεύσει χωρίς την πονηριά μου, Εσύ πάλι δεν θα έκανες τίποτα. Δειλέ! Άτολμε! Ανόητε! Πάρε αυτή! Έκανα λάθος που δεν έκανα σε Σένα αυτό που κάνω τώρα στον μανδύα Σου για να εκδικηθώ για τον χρόνο που με κράτησες σκλάβο του φόβου μου. Τον φόβο ενός  λαγού! Πάρε και αυτή, εδώ! Πάρε και αυτή!» 

Σε κάθε “Πάρε” και σε κάθε “αυτή” ο Ιούδας δαγκώνει τον μανδύα και προσπαθεί να τον ξεσχίσει με τα χέρια του. Όμως, όπως το κάνει τον ξεδιπλώνει και  εμφανίζονται οι κηλίδες του ιδρώτα. Ο Ιούδας πάνω στην οργή του, σταματάει. Κοιτάζει με προσοχή τις κηλίδες. Τις αγγίζει. Τις μυρίζει. Είναι αίμα… Ξεδιπλώνει όλο τον μανδύα, είναι παντού κηλίδες αίματος. Το αποτύπωμα που έμεινε από τα δυο Του χέρια, όταν ο Ιησούς έφερε το ύφασμα στο πρόσωπό Του, είναι ευδιάκριτο.

«Α!... Αίμα! Αίμα! Το Δικό Του!» Ο Ιούδας αφήνει τον μανδύα και κοιτάζει γύρω του. Ακόμα και στο βράχο που ακούμπησε ο Ιησούς με την πλάτη Του, όταν τον παρηγορούσε ο άγγελος, υπάρχει ένα σκούρο σημάδι αίματος που έχει ξεραθεί.

«Εκεί... εκεί... αίμα!.. αίμα!» Χαμηλώνει τα μάτια του για να μην κοιτάζει και βλέπει το χορτάρι με τις πολλές κηλίδες αίματος που έπεσαν εκεί. Όπως το έχει διαποτίσει η πρωινή υγρασία, φαίνεται σαν το αίμα να έχει πέσει μόλις τώρα. Είναι κόκκινο και λάμπει με τον πρώτο ήλιο. «Όχι! Όχι! Όχι! Δεν θέλω να το βλέπω! Δεν μπορώ να βλέπω αυτό το αίμα! Βοήθεια!» και κρατάει τον λαιμό του με τα χέρια του και χάνει κάθε έλεγχο σαν να πνίγεται σε μια θάλασσα αίματος! «Πίσω! Πίσω! Άφησέ με! Άφησέ με! Καταραμένε! Μα… αυτό το αίμα είναι μια θάλασσα! Σκεπάζει όλη τη γη! Τη γη! Και πάνω στη γη δεν υπάρχει χώρος για μένα, διότι δεν μπορώ να βλέπω αυτό το αίμα που την σκεπάζει. Εγώ είμαι ο Κάιν του Αθώου!»

Νομίζω ότι η ιδέα της αυτοκτονίας μπήκε αυτή τη στιγμή στην καρδιά του. Στο πρόσωπο του Ιούδα υπάρχει τρόμος. Πηδάει από την πεζούλα και φεύγει τρέχοντας μέσα από τον ελαιώνα χωρίς να γυρίσει από κει που ήρθε. Μοιάζει σαν κυνηγημένος από άγρια θηρία. Επιστρέφει στην πόλη. Τυλίγεται στον μανδύα του όσο καλύτερα μπορεί και προσπαθεί να κρύψει την πληγή στο πρόσωπό του όσο γίνεται. Και βαδίζει προς τον Ναό. Όμως, ενώ βαδίζει κατά εκεί, σε μια διασταύρωση βρίσκεται αντιμέτωπος με τον όχλο που σέρνουν τον Ιησού στον Πιλάτο. Δεν μπορεί να κάνει πίσω, διότι άλλοι τον σπρώχνουν από πίσω, επειδή συνωστίζονται για να δουν. Και, όπως είναι ψηλός, εξέχει και βλέπει, και συναντάει τα μάτια του Ιησού... Ανταλλάσσουν ματιές για λίγο! Κατόπιν ο Ιησούς, δεμένος και χτυπημένος περνάει δίπλα του. Και ο Ιούδας πέφτει προς τα πίσω σαν λιπόθυμος. Ο όχλος τον ποδοπατάει αλύπητα, αλλά δεν αντιδράει. Προφανώς προτιμάει να τον ποδοπατούν παρά να συναντήσει τα μάτια του Ιησού.

Όταν η αγέλη των θεοκτόνων πέρασε με τον Μάρτυρα και ο δρόμος άδειασε, σηκώνεται ξανά και τρέχει προς τον Ναό. Κουτουλάει, σχεδόν ρίχνει κάτω τον φρουρό που ήταν σε υπηρεσία στην πύλη της εισόδου. Όμως σαν εξαγριωμένος ταύρος τους παραμερίζει όλους. Έναν από αυτούς που έπεσε πάνω του για να τον εμποδίσει να πάει στην αίθουσα των Σανχεντρίν, που ήταν όλοι συγκεντρωμένοι και συζητούσαν, τον πιάνει από τον λαιμό, τον σφίγγει και τον πετάει χάμω, κάτω από τρία σκαλοπάτια, αν όχι νεκρό, σχεδόν νεκρό. 

«Δεν θέλω να λεφτά σας, να είστε καταραμένοι», φωνάζει, ενώ στέκεται στο κέντρο της αίθουσας, εκεί ακριβώς που βρισκόταν ο Ιησούς προηγουμένως. Μοιάζει με δαίμονα που βγήκε από την Κόλαση. Μέσα στα αίματα, αχτένιστος, μανιακός, με σάλια στο στόμα, τα χέρια του σαν τα νύχια των αρπακτικών, φωνάζει και φαίνεται σαν να γαυγίζει, τόσο διαπεραστική και βραχνή είναι η φωνή του. «Δεν θέλω τα λεφτά σας, τα καταραμένα. Εσείς με καταστρέψατε. Με βάλατε να κάνω την πιο μεγάλη αμαρτία. Είμαι καταραμένος σαν και σας! Πρόδωσα αθώο αίμα. Ας πέσει αυτό το αίμα και ο θάνατός μου επάνω σας. Επάνω σας... Όχι! Α!...» Εκείνη τη στιγμή παρατηρεί το πάτωμα με τις κηλίδες αίματος. «Ακόμα και εδώ; Υπάρχει αίμα ακόμα και εδώ; Παντού; Το αίμα Του βρίσκεται παντού! Μα πόσο αίμα έχει το Αρνίο του Θεού, για να καλύψει όλη τη Γη, χωρίς να πεθάνει; Και το έχυσα εγώ! Με δική σας προτροπή. Καταραμένοι! Να είστε πάντα καταραμένοι! Αυτοί οι τοίχοι είναι καταραμένοι! Αυτός ο διεφθαρμένος Ναός είναι καταραμένος! Καταραμένος να είναι και ο θεοκτόνος Ποντίφικας! Καταραμένοι να είναι οι ανάξιοι ιερείς, οι ψευτοδιδάσκαλοι, οι υποκριτές Φαρισαίοι, οι σκληροί Ιουδαίοι, οι πανούργοι γραμματείς! Κατάρα σε μένα! Σε μένα κατάρα! Σε μένα! Πάρτε πίσω τα λεφτά σας και ας πνίξουν την ψυχή σας στον λαιμό σας, όπως με πνίγει το κορδόνι στον λαιμό μου, και πετάει το πουγκί στο πρόσωπο του Καϊάφα και φεύγει ουρλιάζοντας, ενώ τα νομίσματα ηχούν καθώς πέφτουν στο πάτωμα και σκορπίζονται αφού πρώτα χτύπησαν πάνω στο στόμα του Καϊάφα και το μάτωσαν. Κανείς δεν τολμάει να τον σταματήσει. 

Βγαίνει έξω. Τρέχει στους δρόμους. Και μοιραία συναντιέται ξανά με τον Ιησού, όπως πηγαινοέρχεται από τον Ηρώδη. Φεύγει από το κέντρο της πόλης και πηγαίνοντας από τα πιο φτωχά μονοπάτια καταλήγει ξανά στο σπίτι του Μυστικού Δείπνου. Είναι όλα κλειστά σαν να είναι εγκαταλελειμμένα. Σταματάει. Το κοιτάζει.

«Η Μητέρα», ψιθυρίζει. «Η Μητέρα!»… είναι αναποφάσιστος. «Έχω κι εγώ μητέρα! Και σκότωσα τον γιο μιας μητέρας! Και όμως... θέλω να πάω μέσα... Να δω ξανά αυτό το δωμάτιο. Εδώ δεν υπάρχει αίμα...»

Χτυπάει την πόρτα. Χτυπάει ξανά. Η κυρά του σπιτιού έρχεται να ανοίξει και από μια σχισμή του ανοίγματος, όταν βλέπει τον άνδρα τόσο ταραγμένο και διαφορετικό, αγνώριστο, βάζει μια φωνή και προσπαθεί να κλείσει την πόρτα. Όμως ο Ιούδας την ανοίγει διάπλατα με μια σπρωξιά του ώμου του, και αφού ρίχνει κάτω την τρομαγμένη γυναίκα, μπαίνει μέσα. Τρέχει προς τη μικρή πόρτα που οδηγούσε στο δωμάτιο του Δείπνου. Την ανοίγει και μπαίνει μέσα. Ένας όμορφος ήλιος περνάει μέσα από τα ορθάνοιχτα παράθυρα. Ο Ιούδας αναστενάζει με ανακούφιση. Προχωράει. Όλα είναι ήρεμα και σιωπηλά. Τα σερβίτσια βρίσκονται εκεί που τα άφησαν. Καταλαβαίνει κανείς ότι για την ώρα δεν έχει έρθει κανείς για να ασχοληθεί με αυτά. Θα έλεγε κανείς ότι ετοιμάζονται να καθίσουν στο τραπέζι. 

Πλησιάζει το τραπέζι. Κοιτάζει αν υπάρχει κρασί στον αμφορέα. Υπάρχει. Πίνει με απληστία από τον αμφορέα που τον κρατάει με τα δύο του χέρια. Κατόπιν κάθεται και ακουμπάει το κεφάλι του στα χέρια του που τα έχει διπλωμένα πάνω στο τραπέζι. Δεν πρόσεξε ότι έχει καθίσει στο κάθισμα του Ιησού. Παραμένει έτσι για λίγο, μέχρι που ηρεμεί η ανάσα του από το τρέξιμο που είχε κάνει.

Κατόπιν κοιτάζει και βλέπει το ποτήρι Του. Και τότε συνειδητοποιεί πού έχει καθίσει. Σηκώνεται σαν δαιμονισμένος. Όμως το ποτήρι τον γοητεύει. Λίγο κόκκινο κρασί υπάρχει στον πάτο του και ο ήλιος, όπως λάμπει πάνω στο μέταλλο, φωτίζει το υγρό. «Αίμα! Αίμα, ακόμα και εδώ! Το Αίμα Του! Το Αίμα Του! “Το κάνω αυτό στη Δική Μου ανάμνηση. Πάρτε αυτό και πιείτε το. Αυτό είναι το Αίμα Μου. Το Αίμα της Νέας Διαθήκης που θα χυθεί για σας”. Ω! Είμαι καταραμένος! Αυτό δεν χύνεται πλέον για μένα, για να συγχωρήσει την αμαρτία μου. Δεν ζητώ να με συγχωρήσει. Φύγε, φύγε! Δεν υπάρχει τόπος για να βρει ειρήνη ο Κάιν του Θεού. Θάνατος! Θάνατος για μένα...» 

Βγαίνει έξω. Βρίσκεται μπροστά από την Μαρία, που στέκεται στην πόρτα του δωματίου, εκεί που Την άφησε ο Ιησούς. Καθώς άκουσε θόρυβο, κοιτάζει έξω ελπίζοντας ίσως να δει τον Ιωάννη, που λείπει τόση ώρα. Είναι τόσο χλωμή, σαν να έχει χάσει όλο το αίμα Της. Ο πόνος έκανε τα μάτια Της να μοιάζουν ακόμα πιο πολύ με αυτά του Γιου Της. Ο Ιούδας συναντάει αυτά τα μάτια που τον κοιτάζουν με την ίδια θλιβερή συνειδητή γνώση με την οποία τον κοιτούσε ο Ιησούς στους δρόμους και προφέροντας ένα τρομερό «ωχ!» τραβιέται προς τον τοίχο.

«Ιούδα!», λέει η Μαρία, «Ιούδα γιατί ήρθες;»
Τα ίδια λόγια με τον Ιησού. Και προφέρονται με την ίδια θλιμμένη αγάπη. «Ιούδα», επαναλαμβάνει η Μαρία, «τι έκανες; Σε όλη αυτή την αγάπη εσύ απάντησες με προδοσία;» Η φωνή της Μαρίας είναι ένα χάδι που τρέμει. Ο Ιούδας ετοιμάζεται να φύγει τρέχοντας. Η Μαρία τον καλεί με μια φωνή που θα άλλαζε και έναν δαίμονα. «Ιούδα! Ιούδα! Σταμάτα! Άκουσε! Σου μιλάω στο Όνομά Του! Μετανόησε, Ιούδα. Αυτός συγχωρεί...».

Ο Ιούδας φεύγει. Η φωνή της Μαρίας, η εμφάνισή Της, ήταν το τελειωτικό χτύπημα, ή μάλλον η ντροπή επειδή Της αντιστάθηκε. Φεύγει τσακισμένος. Στο δρόμο συναντάει τον Ιωάννη που έρχεται να βρει τη Μαρία. Η καταδικαστική απόφαση πάρθηκε. Ο Ιησούς πρόκειται να πάει στον Γολγοθά. Ήρθε η ώρα να οδηγήσει τη Μαρία στον γιο Της. Ο Ιωάννης αναγνωρίζει τον Ιούδα, παρ’ όλο που έχει απομείνει πολύ λίγο από τον όμορφο Ιούδα των προηγούμενων ημερών.
«Εσύ εδώ;» του λέει ο Ιωάννης με εμφανή αποστροφή. «Εσύ εδώ; Να είσαι καταραμένος, εσύ δολοφόνε του Υιού του Θεού! Ο Διδάσκαλος καταδικάστηκε. Χάρηκες; Φύγε από μπροστά μου. Εγώ πηγαίνω να φέρω τη Μητέρα. Μην αφήσεις Αυτήν, το άλλο Θύμα σου, να σε συναντήσει, φίδι». 

Ο Ιούδας φεύγει τρέχοντας. Έχει κρύψει το κεφάλι του στην κουκούλα της κάπας του, αφήνοντας μόνον λίγο ανοικτά για να βλέπει. Οι άνθρωποι, οι λιγοστοί άνθρωποι που δεν βρίσκονται κοντά στο Πραιτόριο, τον αποφεύγουν, σαν να βλέπουν έναν τρελό. Διότι έτσι μοιάζει.

Περιπλανιέται στην πόλη. Κάπου κάπου ο αέρας μεταφέρει κάποιους ήχους από τις κραυγές που βγάζει ο όχλος που ακολουθεί τον Ιησού και Τον καταριέται. Κάθε φορά που αυτός ο θόρυβος έρχεται μέχρι τον Ιούδα, ουρλιάζει σαν τσακάλι. Νομίζω ότι πραγματικά τρελάθηκε, διότι συνεχώς χτυπάει το κεφάλι του στους χαμηλούς πέτρινους τοίχους.  

Ανεβοκατεβαίνει τους λόφους γύρω από την Ιερουσαλήμ. Και τα μάτια του συνεχώς κοιτούν προς τον Γολγοθά. Και δύο φορές από μακριά βλέπει την πομπή να ανηφορίζει. Κοιτάζει και βρυχάται. Τώρα η πομπή βρίσκεται στην κορυφή. Και ο Ιούδας είναι στην κορυφή ενός μικρότερου λόφου που είναι γεμάτος ελιές. Πέρασε μέσα ανοίγοντας έναν σκουριασμένο φράχτη, σαν να ήταν ο ιδιοκτήτης, ή να γνώριζε πολύ καλά τον χώρο. Όρθιος, κάτω από ένα δένδρο στη άκρη μιας πεζούλας, κοιτάζει προς τον Γολγοθά. Βλέπει τους σταυρούς που στήνουν και αντιλαμβάνεται ότι ο Ιησούς σταυρώθηκε. Δεν αντέχει να δει ούτε και να ακούσει άλλο. Όμως η νοητική του αναταραχή είτε κάποια μάγια του Σατανά τον κάνουν να βλέπει και να ακούει σαν να ήταν εκεί στον Γολγοθά. Κοιτάζει και παρακολουθεί σαν μαγεμένος. Ουρλιάζει: «Όχι! Όχι! Μην κοιτάτε εμένα. Μη μου μιλάτε. Δεν το αντέχω. Πέθανε, πέθανε, Εσύ καταραμένε! Ας κλείσει ο θάνατος αυτά τα μάτια που με τρομάζουν, αυτό το στόμα που με καταριέται. Όμως εγώ Σε καταριέμαι. Επειδή δεν με έσωσες». 

Το πρόσωπο του είναι τόσο ταραγμένο που δεν θέλεις να το βλέπεις. Δύο λεπτές γραμμές με σάλιο κυλούν από το στόμα που ουρλιάζει. Το χτυπημένο μάγουλο έχει κιτρινίσει και είναι πρησμένο, και έτσι το πρόσωπο του είναι παραμορφωμένο. Τα κολλημένα μαλλιά του και η μαύρη γενειάδα του κάνουν το πρόσωπο του σκυθρωπό. Και τα μάτια του... κινούνται πολύ γρήγορα, αλληθωρίζουν και φωσφορίζουν. Τα μάτια του δαίμονα.

Τραβάει από τη μέση του το κόκκινο, μάλλινο κορδόνι που έχει περάσει γύρω της τρεις φορές. Δοκιμάζει την αντοχή του περνώντας το γύρω από μια ελιά και τραβώντας το με όλη του την δύναμη. Αντέχει. Είναι στέρεο. Διαλέγει μια κατάλληλη ελιά. Αυτήν εδώ που προεξέχει πέρα από την πεζούλα με το πλούσιο φύλλωμα. Σκαρφαλώνει στο δένδρο. Κάνει μια θηλιά στο πιο δυνατό κλαδί που κρέμεται στο κενό. Έχει κάνει ήδη ένα βρόγχο. Κοιτάζει προς τον Γολγοθά για τελευταία φορά. Κατόπιν βάζει το κεφάλι του στον βρόγχο. Τώρα φαίνεται να έχει δύο κόκκινα κολιέ στο κάτω μέρος του λαιμού του. Κάθεται στην πεζούλα. Μετά, με ένα τίναγμα αφήνεται να γλιστρήσει στο κενό. Ο κόμπος σφίγγει τον λαιμό του. Αγωνίζεται για μερικά λεπτά. Περιστρέφει τα μάτια του παράξενα, παίρνει μαύρο χρώμα με τον θάνατο της ασφυξίας, ανοίγει το στόμα του, οι φλέβες του λαιμού του φουσκώνουν και γίνονται μαύρες. Κλωτσάει στον αέρα 4-5 φορές με τους τελευταίους σπασμούς. Μετά, το στόμα του ανοίγει και η σκούρα με σάλια γλώσσα του κρέμεται έξω, τα μάτια του παραμένουν ανοικτά και προεξέχουν με το λευκό τους τμήμα να έχει γεμίσει με μικρές κηλίδες αίματος. Ο κόρες χάνονται προς τα επάνω. Είναι νεκρός.

Ο δυνατός άνεμος που σηκώθηκε με την αναμενόμενη καταιγίδα, κάνει το μακάβριο εκκρεμές να στριφογυρίζει, σαν μια τρομακτική αράχνη που κρέμεται από τον ιστό της.

ΠΗΓΗ: Το κεφ. 605 του βιβλίου της Μαρίας Βαλτόρτα "The Gospel as revealed to me"

ΑΠΟΔΟΣΗ: Αγγελική Σ. Νατσούλη

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα χρώματα της αύρας και η σημασία τους

Τα Κρυστάλλινα Παιδιά

Γιατί οι Ινδιάνοι είχαν μακριά μαλλιά;

Τι γίνεται όταν πεθαίνουμε;