Οι ευλαβείς γυναίκες στον Τάφο

Οι γυναίκες, αφού έφυγαν από το σπίτι, βαδίζουν πολύ κοντά στο τείχος για να περνούν απαρατήρητες. Για κάμποση ώρα δεν μιλούν, καλυμμένες και τρομαγμένες στην σιωπή και την απομόνωση. Μετά από λίγο, αφού απέκτησαν εμπιστοσύνη, καθώς είδαν ότι η πόλη είναι τελείως ήρεμη, γίνονται μια συντροφιά και τολμούν να κουβεντιάσουν.
«Άραγε θα είναι ανοικτές οι Πύλες;» ρωτάει η Σουζάννα.
«Και βέβαια. Κοίταξε εκεί πέρα τον πρώτο αγρότη που μεταφέρει τα προϊόντα του. Πηγαίνει στο παζάρι», της απαντάει η Σαλώμη.
«Μη μας πουν τίποτα;» ρωτάει η Σουζάννα ξανά.
«Ποιος;» ρωτάει η Μαγδαληνή.
«Οι στρατιώτες στην Πύλη των Ιουδαίων. Από εκεί πολλοί λίγοι έρχονται μέσα και πολύ λιγότεροι βγαίνουν έξω... Ίσως μας υποψιαστούν...»
«Και λοιπόν; Θα μας κοιτάξουν, θα δουν πέντε γυναίκες να βγαίνουν από την πόλη. Θα μπορούσαμε να είμαστε από εκείνους τους κατοίκους που αφού γιορτάσαμε το Πάσχα επιστρέφουμε στα χωριά μας».
«Όμως, για να μη μας προσέξει κανένας παλιάνθρωπος, γιατί δεν βγαίνουμε από καμία άλλη Πύλη και μετά να κάνομε τον γύρο έξω από τα τείχη;...»
«Θα κάνουμε πολύ δρόμο, έτσι».
«Όμως θα είχαμε περισσότερη ασφάλεια. Ας πούμε, από την Πύλη των Υδάτων...»
«Ω! Σαλώμη, εγώ στη θέση σου θα προτιμούσα την ανατολική Πύλη! Εσύ θα έκανες μεγαλύτερο γύρο! Πρέπει να κάνουμε γρήγορα για να επιστρέψουμε γρήγορα». Η Μαγδαληνή μιλάει αποφασιστικά.

«Τότε μιαν άλλη, αλλά όχι την Πύλη των Ιουδαίων. Σε παρακαλώ...» όλες την παρακαλούν.
«Εντάξει. Λοιπόν, αφού αυτό θέλετε ας ειδοποιήσουμε την Ιωάννα, αυτή με παρακαλούσε να της το πούμε. Αν πηγαίναμε κατευθείαν, δεν θα την βλέπαμε. Όμως αφού θέλετε να κάνουμε τον γύρο, ας την ειδοποιήσουμε...»
«Ω! Ναι. Ακόμα και για τους φρουρούς... εκεί... αυτήν την γνωρίζουν και τη σέβονται...»
«Νομίζω ότι θα έπρεπε να ειδοποιήσουμε και τον Ιωσήφ (από την Αριμαθαία). Αυτού ανήκει το κτήμα».
«Γιατί όχι! Για να αποφύγουμε την προσοχή του κόσμου θα βαδίζουμε μία μία!»
«Τι συνετή αδελφή έχω! Μάλλον, ξέρεις κάτι Μάρθα; Ας κάνουμε αυτό: Εγώ θα πάω μπροστά και θα κοιτάζω. Εσύ θα με ακολουθείς με την Ιωάννα. Αν υπάρξει κίνδυνος θα σταθώ στη μέση του δρόμου, εσείς θα με δείτε και θα επιστρέψετε. Όμως σας διαβεβαιώνω ότι ο φρουροί όταν δουν αυτό (και δείχνει ένα πουγκί γεμάτο νομίσματα), θα μας αφήσουν να κάνουμε ότι θέλουμε...»
«Θα το πούμε και στην Ιωάννα. Έχεις δίκιο».
«Τότε πήγαινε. Να πάω και εγώ».
«Θα πας μόνη σου Μαρία; Θα έρθω κι εγώ μαζί σου», λέει η Μάρθα που φοβάται για την αδελφή της.
«Όχι, εσύ να πας με τη Μαρία του Αλφαίου στην Ιωάννα. Η Σαλώμη και η Σουζάννα θα σας περιμένουν κοντά στην Πύλη, έξω από τα τείχη. Και μετά θα πάρουμε όλες μαζί τον κεντρικό δρόμο. Αντίο». Και η Μαγδαληνή σταματάει την κουβέντα, διότι απομακρύνεται γρήγορα με την τσάντα της γεμάτη με βάλσαμο και τα χρήματα στο στήθος της.

Μοιάζει να πετάει, ένα γοργό βάδισμα που γίνεται πιο ευχάριστο με το πρώτο φως της αυγής. Περνάει από τη Πύλη των Ιουδαίων για να κάνει πιο γρήγορα. Και κανείς δεν την σταματάει.
Οι άλλες την παρακολουθούν που φεύγει, μετά επιστρέφουν και παίρνουν μιαν άλλη διαδρομή, ένα στενό και σκοτεινό σοκάκι που κοντά στο Sixtus γίνεται πιο φαρδύ, όπου υπάρχουν και κάποια όμορφα σπίτια. Χωρίζουν ξανά. Η Σαλώμη και η Σουζάννα προχωρούν, ενώ η Μάρθα και η Μαρία του Αλφαίου χτυπούν τη σιδερένια πόρτα και δείχνουν τα πρόσωπα τους στο μικρό παράθυρο της πόρτας (λέγεται τρύπα του Ιούδα) που έχει ανοίξει ο θυρωρός.

Εισέρχονται και πηγαίνουν στην Ιωάννα που είναι ήδη ντυμένη με πολύ σκούρα ρούχα που την κάνουν να φαίνεται ακόμα πιο χλωμή και ετοιμάζει κάποιες αλοιφές με δύο γυναίκες του προσωπικού.
«Ήρθατε; Να σας το ανταποδώσει ο Θεός. Όμως, αν δεν ερχόσαστε θα πήγαινα μόνη μου… για να βρω παρηγοριά... διότι πολλά πράγματα είναι ακόμα ταραγμένα μετά από αυτή την τρομακτική ημέρα. Και για να μην αισθάνομαι μόνη πρέπει να πάω μπροστά σ’ αυτή την Πέτρα να χτυπήσω και να πω: “Διδάσκαλε, είμαι η δυστυχισμένη σου Ιωάννα... μη με αφήσεις μόνη, και Εσύ...”».
Η Ιωάννα κλαίει σιωπηλά, αλλά με απόγνωση, ενώ η Εσθήρ, η νταντά της, της φοράει την κάπα της.
«Φεύγω Εσθήρ».
«Ας σε βοηθάει ο Θεός!»

Φεύγουν από το αρχοντικό για να συναντήσουν τις άλλες γυναίκες. Αυτή την στιγμή γίνεται ο μικρής διάρκειας ισχυρός σεισμός που δημιουργεί πανικό ξανά στον λαό της Ιερουσαλήμ, που είναι ήδη τρομοκρατημένος από τα γεγονότα της Παρασκευής. 

Οι τρεις γυναίκες επιστρέφουν απότομα σπίτι και παραμένουν στη μεγάλη αίθουσα μαζί με το προσωπικό που θρηνεί και ικετεύει τον Κύριο, φοβούμενοι νέα επεισόδια…

Όμως η Μαγδαληνή βρίσκεται ακριβώς στο μονοπάτι που οδηγεί στον λαχανόκηπο του Ιωσήφ, όταν αντιλαμβάνεται αυτό τον ισχυρό και αρμονικό βρυχηθμό, αυτού του ουράνιου σημείου, ενώ στο λιγοστό φως της αυγής που αυξάνεται στον ουρανό, ένα επίμονο αστέρι από τη δύση αντιστέκεται, και αυτό δίνει περισσότερο φως στο μέχρι τώρα πρασινωπό φως, ένα πολύ φωτεινό φως εμφανίζεται και κατεβαίνει σαν μια πυρακτωμένη πανέμορφη σφαίρα, που σχίζει την ήρεμη ατμόσφαιρα με μια κούρσα σε σχήμα ζικ-ζακ.

Τη Μαρία τη Μαγδαληνή σχεδόν τη γδέρνει και τη ρίχνει στο έδαφος. Αυτή σκύβει για λίγο και ψιθυρίζει, «Κύριε μου!» Μετά σηκώνεται σαν το βλαστάρι που το πέρασε ο άνεμος και τρέχει προς τον λαχανόκηπο ακόμα πιο γρήγορα. Φτάνει και κατευθύνεται προς τον τάφο κοντά στον βράχο, γρήγορα σαν το πουλί που το κυνηγούν και αναζητάει τη φωλιά του. Όμως, παρόλο που πηγαίνει γρήγορα, δεν μπορεί να βρίσκεται εκεί όταν ο ουράνιος μετεωρίτης ενεργεί σαν μοχλός και σαν φλόγα επάνω στη σφραγίδα του ασβέστη που τοποθέτησαν για να σφραγίσουν και ενισχύσουν τη βαριά πέτρα, ούτε όταν με το τελικό χτύπημα η πόρτα έσπασε με τέτοιο τράνταγμα, σαν εκείνο του σεισμού, που αν και είχε μικρή διάρκεια είναι τόσο δυνατό που ρίχνει κάτω τους φρουρούς σαν να είναι νεκροί.
Η Μαγδαληνή βλέπει τους άχρηστους φύλακες του Θριαμβευτή στο έδαφος, σαν ένα σωρό σιτάρι. Δεν συσχετίζει τον σεισμό με την Ανάσταση. Όμως βλέποντας το θέαμα, νομίζει πως είναι μια τιμωρία του Θεού γι’ αυτούς που βεβήλωσαν τον Τάφο του Ιησού, και γονατίζει λέγοντας: «Αλλοίμονο, Τον έκλεψαν!»

Είναι αληθινά απαρηγόρητη και κλαίει σαν το παιδί που ήρθε, βέβαιο πως θα βρει τον πατέρα του που το αναζητούσε, όμως βρήκε το σπίτι άδειο. Κατόπιν σηκώνεται και φεύγει και πηγαίνει τρέχοντας στο σπίτι του Μυστικού Δείπνου για να βρει τον Πέτρο και τον Ιωάννη. Και όπως δεν σκέπτεται τίποτε άλλο παρά να ειδοποιήσει τους δύο, ξεχνάει να πάει στις φίλες της που παραμένουν στον δρόμο, αλλά επιστρέφει όσο πιο γρήγορα μπορεί από την διαδρομή που ήρθε, περνάει τη Πύλη των Ιουδαίων και πετάει στους δρόμους που έχουν λίγο περισσότερο κόσμο και φτάνει στην πόρτα του φιλόξενου σπιτιού. Χτυπάει βιαστικά. Η οικοδέσποινα της ανοίγει.

«Πού βρίσκονται ο Ιωάννης και ο Πέτρος;» ρωτάει λαχανιασμένη.
«Εκεί», λέει η γυναίκα και δείχνει το δωμάτιο του Μυστικού Δείπνου. Η Μαγδαληνή μπαίνει μέσα και οι δύο την κοιτούν με έκπληξη. Στη φωνή της, την οποία κρατάει χαμηλά, από σεβασμό προς τη Μητέρα, υπάρχει μεγαλύτερη αγωνία παρά αν φώναζε, λέει: « Πήραν τον Κύριο από τον Τάφο! Αναρωτιέμαι πού να Τον πήγαν!» και για πρώτη φορά παραπατάει και έχει αστάθεια και για να μην πέσει, κρατάει οτιδήποτε μπορεί.

«Τι; Τι λες;» ρωτούν και οι δύο. 
Και απαντάει λαχανιασμένη: «Προχώρησα μπροστά... Για να εξαγοράσω τους φρουρούς... για να μας αφήσουν να περάσουμε. Αυτοί είναι σαν νεκροί... Ο Τάφος είναι ανοιχτός, η πέτρα στο έδαφος.. Ποιος; Ποιος το έκανε; Ω! Ελάτε! Ας τρέξουμε...»

Ο Πέτρος κι ο Ιωάννης φεύγουν αμέσως. Η Μαρία τους ακολουθεί λίγα βήματα πιο πίσω. Κατόπιν επιστρέφει. Πιάνει την οικοδέσποινα από τους ώμους, την τραντάζει με βία από την αγάπη της και της φωνάζει στο πρόσωπο: «Πρόσεξε, μην αφήσεις κανέναν να πάει σ’ Αυτήν (και δείχνει την πόρτα του δωματίου της Μαρίας). Να θυμάσαι ότι εγώ είμαι το αφεντικό σου. Υπάκουε και μη μιλάς», και την αφήνει εμβρόντητη και πηγαίνει στους αποστόλους που προχωράνε γρήγορα προς τον τάφο.

Εν τω μεταξύ η Σουζάννα και η Σαλώμη, αφού χώρισαν από τις φίλες τους και πλησίασαν τα τείχη, ήρθε ο σεισμός, τρομάζουν, πηγαίνουν κάτω από ένα δένδρο και παραμένουν εκεί, αμφιταλαντεύονται να πάνε στον Τάφο ή να τρέξουν στης Ιωάννας. Όμως η αγάπη ξεπερνάει τον φόβο και βαδίζουν προς τον Τάφο. Είναι ακόμα τρομαγμένες όταν μπαίνουν μέσα στον κήπο και βλέπουν τους φρουρούς αναίσθητους χάμω... βλέπουν ένα δυνατό φως να βγαίνει από τον ανοιχτό Τάφο. Ο φόβος τους αυξάνεται και είναι οριακός όταν, κρατώντας η μια την άλλη από το χέρι για να κάνουν κουράγιο, κρυφοκοιτάνε από την είσοδο της σκοτεινής σπηλιάς και βλέπουν ένα φωτεινό πανέμορφο πλάσμα, που χαμογελάει με ευγένεια και τις χαιρετάει από τη θέση του, ακουμπισμένος από την δεξιά πλευρά της πλάκας που γίνεται η επάλειψη, που, όπως είναι γκρίζα, χάνεται πίσω από αυτή την πυρακτωμένη φωτεινότητα. Οι δυο γυναίκες γονατίζουν, έκπληκτες. Όμως ο άγγελος τους μιλάει με αγάπη: «Μη με φοβάστε. Εγώ είμαι ο άγγελος της θείας Θλίψης. Ήρθα να χαρώ και εγώ με το τέλος της. Η θλίψη του Χριστού, η ταπείνωση με τον θάνατο Του, τελείωσε. Ο Ιησούς της Ναζαρέτ, ο Εσταυρωμένος που αναζητάτε, αναστήθηκε. Δεν είναι πλέον εδώ. Το μέρος που Τον έβαλαν είναι αδειανό. Χαρείτε μαζί μου. Πηγαίνετε. Πείτε στον Πέτρο και στους μαθητές ότι αναστήθηκε και θα σας συναντήσει στη Γαλιλαία. Θα τον δείτε εκεί για λίγο, όπως είπε». 

Οι γυναίκες πέφτουν με το πρόσωπο στο έδαφος, και όταν το  σηκώνουν, τρέχουν σαν να τις κυνηγούν γιατί θα τις τιμωρήσουν. Είναι τρομοκρατημένες και ψιθυρίζουν: «Τώρα θα πεθάνουμε! Είδαμε τον άγγελο του Κυρίου!» Ηρεμούν κάπως στην ύπαιθρο και συμβουλεύουν η μια την άλλη τι πρέπει να κάνουν. Αν αναφέρουν αυτά που είδαν, δεν θα τις πιστέψουν. Αν πουν από που έρχονται, ίσως να τις κατηγορήσουν οι Ιουδαίοι για τον φόνο των φρουρών. Όχι. Δεν μπορούν να πουν τίποτε, ούτε σε φίλους ούτε σε εχθρούς...
Γεμάτες φόβο και σύγχυση επιστρέφουν στο σπίτι από διαφορετικό δρόμο. Κατευθύνονται στο σπίτι του Μυστικού Δείπνου και όταν φτάνουν εκεί, δεν ζητούν καν να δουν τη Μαρία... Και εκεί μέσα νομίζουν ότι αυτά που είδαν ήταν μια πλάνη του Δαίμονα. Όπως είναι ταπεινές, συμπεραίνουν ότι, ‘’Δεν ήταν δυνατόν να είδαν έναν αγγελιοφόρο του Θεού. Ήταν ο Σατανάς που ήθελε να τις τρομάξει για να τις απομακρύνει από εκεί’’. Κλαίνε και προσεύχονται σαν μικρά κορίτσια φοβισμένα από έναν εφιάλτη. 

Η τρίτη ομάδα, αυτή της Ιωάννας, της Μαρίας του Αλφαίου και της Μάρθας, όταν βλέπουν ότι τίποτα δεν συμβαίνει, αποφασίζουν να πάνε εκεί που ήταν οι φίλες τους που σίγουρα θα τις περιμένουν. Βγαίνουν στους δρόμους, που τώρα κυκλοφορεί τρομαγμένος κόσμος που σχολιάζει τον καινούργιο σεισμό και τον συνδέει με τα γεγονότα της Παρασκευής. 
«Είναι καλύτερα να είναι όλοι τρομοκρατημένοι… οι φρουροί ίσως να είναι και αυτοί και να μην φέρουν καμία αντίρρηση», λέει η Μαρία του Αλφαίου. Και βαδίζουν γοργά προς τα τείχη. 

Όμως, ενώ οι γυναίκες πηγαίνουν προς τα εκεί, ο Πέτρος και ο Ιωάννης, που τους ακολουθεί η Μαγδαληνή, φτάνουν στον κήπο. Και ο Ιωάννης τρέχει πιο γρήγορα και είναι ο πρώτος που έρχεται στον Τάφο. Οι φύλακες δεν είναι πλέον εκεί. Ούτε και ο άγγελος.
Ο Ιωάννης συνεσταλμένος και θλιμμένος, γονατίζει μπροστά στην ανοικτή είσοδο για να δοξολογήσει και να αντιληφθεί τι γίνεται με αυτά που βλέπει. Όμως βλέπει μόνο συσσωρευμένα στο έδαφος πολλά υφάσματα λινά κάτω από το Σάβανο.
«Δεν υπάρχει τίποτα Πέτρο! Η Μαρία καλά τα είδε. Έλα, πέρασε μέσα, κοίταξε».
Ο Πέτρος, που του έχει κοπεί η ανάσα μετά από τόσο τρέξιμο, μπαίνει μέσα στον Τάφο. Το μόνο που σκέπτεται είναι να βρει πού βρίσκεται ο Διδάσκαλος. Και Τον φωνάζει σαν να έχει κρυφτεί πίσω από κάποια γωνία. Αυτή την πρωινή ώρα έχει ακόμα πολύ σκοτάδι στο βάθος του Τάφου, ο οποίος φωτίζεται μόνο από το άνοιγμα της εισόδου, όπου τώρα ο Ιωάννης και η Μαγδαληνή την σκιάζουν... και ο Πέτρος δυσκολεύεται να δει και ψηλαφίζει με τα χέρια του για να βεβαιωθεί για την κατάσταση... Αγγίζει τρέμοντας την πλάκα της επάλειψης, αισθάνεται ότι είναι άδεια.
«Δεν είναι εδώ, Ιωάννη! Δεν είναι εδώ!... Ω! Έλα εδώ! Έχω κλάψει τόσο πολύ που με δυσκολία βλέπω με τέτοιο φως».
Ο Ιωάννης σηκώνεται και πηγαίνει μέσα. Και ενώ το κάνει, ο Πέτρος ανακαλύπτει το Σουδάριο στη γωνία, διπλωμένο με τάξη και πάνω απ’ αυτό το Σάβανο διπλωμένο προσεκτικά.
«Αληθινά, Τον έχουν απαγάγει. Οι φρουροί δεν ήταν εδώ για μας, αλλά για να... και εμείς τους αφήσαμε να το κάνουν. Εμείς φεύγοντας, το επιτρέψαμε...»
«Ω! Πού να Τον πήγαν;»
«Πέτρο, Πέτρο! Αυτό... είναι πραγματικά το τέλος!»
Οι δυο μαθητές βγαίνουν έξω αποκαρδιωμένοι.
«Ας φύγουμε, γυναίκα. Εσύ να μιλήσεις στη Μητέρα…»
«Εγώ δεν φεύγω. Εγώ θα μείνω... Κάποιος θα έρθει... Ω! Δεν έρχομαι… υπάρχει ακόμα κάτι απ’ Αυτόν, εδώ. Η Μητέρα είχε δίκιο... η μόνη μας παρηγοριά είναι να αναπνέουμε τον αέρα εκεί Που ήταν».
«Η μόνη παρηγοριά… Τώρα κι εσύ βλέπεις ότι ήταν ανοησία να ελπίζουμε», λέει ο Πέτρος.
Η Μαρία ούτε που του απαντάει. Πέφτει στο έδαφος κοντά στην είσοδο και κλαίει, ενώ οι άλλοι αποχωρούν αργά. Κατόπιν σηκώνει το κεφάλι και κοιτάζει μέσα, και μέσα από τα δάκρυά της βλέπει δυο αγγέλους να κάθονται στα πόδια και στο κεφάλι της πέτρας της επάλειψης. Η καημένη η Μαρία είναι τόσο αμήχανη στον πιο δυνατό αγώνα της μεταξύ της ελπίδας που πεθαίνει και της ελπίδας που δεν θέλει να πεθάνει, και τους κοιτάζει με ένα μυαλό τελείως άδειο, χωρίς ούτε να ξαφνιάζεται. Η δυνατή γυναίκα που αντιστεκόταν στα πάντα σαν ήρωας, δεν έχει παρά μόνο δάκρυα.


«Γιατί κλαις, γυναίκα;» ρωτάει ο ένας από τα λαμπερά όντα, που μοιάζουν με δύο πολύ λαμπερούς εφήβους.
«Διότι πήραν τον Κύριό μου και δεν ξέρω πού Τον πήγαν». Δεν φοβάται να τους μιλήσει. Δεν ρωτάει: «Ποιοι είστε;» Τίποτα. Τίποτα δεν την εντυπωσιάζει πλέον. Αυτή ήδη υπέμεινε τα πάντα που θα μπορούσαν να ξαφνιάσουν έναν άνθρωπο. Τώρα είναι τραυματισμένη και κλαίει χωρίς δύναμη και χωρίς ενδοιασμούς.
Ο νεαρός άγγελος κοιτάζει τον σύντροφό του και χαμογελάει. Το ίδιο κάνει και ο άλλος. Και αμέσως, με αγγελική χαρά, κοιτούν και οι δύο έξω προς τον ανθισμένο κήπο που είναι γεμάτος λουλούδια που άνοιξαν τα πέταλά τους με τις πρώτες ηλιαχτίδες κάτω από τις μηλιές του οπωρώνα.

Η Μαρία γυρίζει για να δει ποιον κοιτούν. Και βλέπει έναν Άνδρα, πολύ όμορφο, και δεν καταλαβαίνω γιατί δεν Τον αναγνωρίζει αμέσως. Έναν Άνδρα που την κοιτάζει ευσπλαχνικά και τη ρωτάει: «Γυναίκα, γιατί κλαις; Ποιόν ζητάς;»
Η αλήθεια είναι ότι ο Ιησούς ακτινοβολεί από λύπη προς την γυναίκα, που τα αισθήματα της την έχουν εξαντλήσει και ίσως πεθάνει από αναπάντεχη χαρά, όμως αληθινά αναρωτιέμαι γιατί δεν Τον έχει αναγνωρίσει.
Και η Μαρία κλαίγοντας λέει: «Πήραν τον Κύριό μου τον Ιησού! Εγώ ήρθα να Τον αλείψω με αρώματα μέχρι να περιμένω την Ανάστασή Του... έβαλα όλο το κουράγιο μου, την ελπίδα μου και την πίστη μου στην αγάπη μου... και τώρα δεν Τον βρίσκω πια... Ή μάλλον, βάζω την αγάπη μου γύρω από την πίστη μου, την ελπίδα μου, και το κουράγιο μου, για να τα προστατέψω από τους ανθρώπους... όμως όλα μάταια! Οι άνθρωποι απήγαγαν την Αγάπη μου και με αυτό μου στέρησαν τα πάντα… Ω! κύριέ μου, αν Εσύ Τον πήρες, πες μου πού τον έθεσες. Και εγώ θα Τον πάρω... δε θα το πω σε κανέναν... θα είναι ένα μυστικό μεταξύ εσένα και εμένα. Κοίταξε, εγώ είμαι η κόρη του Θεόφιλου, η αδελφή του Λάζαρου, όμως είμαι στα γόνατα και σε ικετεύω σαν σκλάβα. Θέλεις να σε πληρώσω για το Σώμα Του; Θα το κάνω. Πόσα θέλεις; Είμαι πλούσια. Μπορώ να σου δώσω το βάρος Του σε χρυσάφι και πολύτιμους λίθους. Αλλά δώσε μου Τον πίσω. Δεν θα Σε καταγγείλω. Θέλεις να με χτυπήσεις; Κάνε το. Μέχρι να βγάλω αίμα. Αν Του κρατάς κακία, να το ξεπληρώσω εγώ! Όμως δώσε Τον μου πίσω. Ω! Μη με εξαθλιώνεις με αυτή τη δυστυχία, κύριέ μου! Δείξε έλεος σε μια δυστυχισμένη γυναίκα!... δεν θέλεις να το κάνεις για το χατίρι μου, κάνε το για τη Μητέρα Του. Πες μου! Πες μου πού βρίσκεται ο Κύριός μου ο Ιησούς. Είμαι δυνατή, θα Τον πάρω στα χέρια μου και θα Τον μεταφέρω σαν παιδί με ασφάλεια. Κύριε... κύριε... εσύ το βλέπεις... για τρεις ημέρες μας χτύπησε η οργή του Θεού γι’ αυτά που έγιναν στον Γιο του Θεού... μην προσθέτεις και την βεβήλωση πάνω στο Έγκλημα…»

«Μαρία!» ο Ιησούς λάμπει, όταν την καλεί. Αποκαλύπτεται στην θριαμβευτική Του λαμπρότητα.
«Ραβουνί!» η κραυγή της Μαρίας είναι πραγματικά μια μεγάλη κραυγή που κλείνει τον κύκλο του θανάτου.
Στο πρώτο μέρος, το σκοτάδι του μίσους κάλυψε το Θύμα με νεκρικούς επιδέσμους, στο δεύτερο μέρος τα φώτα της αγάπης αύξησαν την λαμπρότητά Του. Και η Μαρία σηκώνεται καθώς η φωνή της γεμίζει τον κήπο και τρέχει προς τα πόδια του Ιησού και θα ήθελε να τα φιλήσει.
Ο Ιησούς την απομακρύνει, αγγίζοντάς την ελαφρά στο μέτωπο με τις άκρες των δαχτύλων Του: «Μη με αγγίζεις! Δεν ανέβηκα ακόμα στον Πατέρα με αυτό το ένδυμα. Πήγαινε να βρεις τα αδέλφια Μου και τους φίλους Μου και να τους πεις ότι ανεβαίνω στον Πατέρα και δικό σας, στον Θεό Μου και δικό σας. Και μετά θα πάω σ’ αυτούς».
Και ο Ιησούς εξαφανίζεται, χάνεται μέσα σε ένα πολύ δυνατό φως.

Η Μαρία φιλάει το χώμα όπου ήταν ο Ιησούς και τρέχει προς το σπίτι. Τρέχει, και μπαίνει στο σπίτι σαν ρουκέτα διότι η εξώπορτα είναι μισάνοιχτη επειδή ο ιδιοκτήτης έχει βγει και πηγαίνει στην πηγή. Ανοίγει την πόρτα του δωματίου της Μαρίας και πέφτει στη αγκαλιά Της λέγοντας: «Αναστήθηκε! Αναστήθηκε!» και κλαίει από ευτυχία.
Και ενώ ο Πέτρος και ο Ιωάννης έρχονται γρήγορα μέσα και η Σαλώμη με την Σουζάννα έρχονται από το δωμάτιο του Μυστικού Δείπνου τρομαγμένες και ακούν την ιστορία της, η Μαρία του Αλφαίου με την Μάρθα και την Ιωάννα έρχονται από τον δρόμο, και λαχανιασμένες, λένε ‘’ότι και αυτές πήγαν εκεί και είδαν δύο αγγέλους, που είπαν πως ήταν οι Φύλακες του Θεανθρώπου και άγγελοι των Θλίψεων, και τις διέταξαν να πουν στους αποστόλους ότι αναστήθηκε’’ και όπως ο Πέτρος κουνάει το κεφάλι του, αυτές επιμένουν λέγοντας: «Ναι, είπαν: ''Γιατί αναζητάτε τον Ζώντα ανάμεσα στους νεκρούς; Δεν είναι εδώ. Αναστήθηκε, όπως είπε όταν ήταν στη Γαλιλαία. Δεν το θυμάστε; Είπε: ''Ο Γιος του Ανθρώπου θα παραδοθεί σε χέρια αμαρτωλών για να σταυρωθεί. Όμως την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί από τους νεκρούς''».
Ο Πέτρος κουνάει το κεφάλι του λέγοντας: «Πολλά γεγονότα σε τόσες λίγες ημέρες! Μας τρόμαξαν».
Η Μαγδαληνή σηκώνει το κεφάλι της από την αγκαλιά της Μαρίας και λέει: «Εγώ Τον είδα! Του μίλησα. Μου είπε άτι ανεβαίνει στον Πατέρα και μετά θα έρθει. Πόσο όμορφος ήταν!» και κλαίει όσο δεν έκλαψε ποτέ, τώρα που δεν την βασανίζει πλέον να εναντιώνεται στις αμφιβολίες που έρχονται από παντού.

Όμως ο Πέτρος και ο Ιωάννης έχουν αμφιβολίες. Κοιτάζονται μεταξύ τους και τα μάτια τους λένε: «Φαντασίες γυναικών!»
Κατόπιν τολμούν να μιλήσουν η Σουζάννα και η Σαλώμη. Όμως οι αναπόφευκτες διαφορές στις λεπτομέρειες των φρουρών, που πρώτα ήταν εκεί σαν νεκροί και μετά δεν ήταν, οι άγγελοι, που κάποτε είναι δυο και κάποτε ένας, αλλά δεν παρουσιάστηκαν στους αποστόλους, τους κάνει να αμφιβάλουν και ακόμα χειρότερα, η πεποίθηση των αποστόλων αυξάνεται συνεχώς.
Η Μαρία, η Ευλογημένη Μητέρα, είναι σιωπηλή, στηρίζοντας την Μαγδαληνή...
(Δεν καταλαβαίνω το μυστήριο αυτής της μητρικής σιωπής).
Η Μαρία του Αλφαίου λέει στην Σαλώμη: «Ας πάμε οι δυο μας πίσω. Ας δούμε αν όλοι μεθύσαμε...» και βγαίνουν γρήγορα έξω. Οι άλλες γυναίκες παραμένουν εκεί, ήρεμες και ακούν αρκετές κοροϊδίες από τους δυο αποστόλους, κοντά στην Μαρία που είναι σιωπηλή, απορροφημένη σε σκέψεις που ο καθένας μεταφράζει με τον δικό του τρόπο, και κανείς δεν αντιλαμβάνεται ότι είναι σε έκσταση.

Μετά από λίγο οι δύο πιο ηλικιωμένες γυναίκες επιστρέφουν: «Αλήθεια είναι! Αλήθεια είναι! Τον είδαμε. Μας είπε κοντά στον λαχανόκηπο του Βαρνάβα: “Ειρήνη μαζί σας. Μην φοβάστε. Πηγαίνετε να πείτε στα αδέλφια σας ότι Εγώ αναστήθηκα, και ότι σε λίγες ημέρες να βρίσκονται στη Γαλιλαία. Εκεί θα είμαστε ξανά μαζί”. Αυτά μας είπε, η Μαρία έχει δίκιο. Πρέπει να ειδοποιήσουμε αυτούς που είναι στη Βηθανία, τον Ιωσήφ, τον Νικόδημο, τους πιο πιστούς μαθητές, τους βοσκούς, πρέπει να πάμε και να κάνουμε, και να… Ω! Αναστήθηκε!...» και κλαίνε από χαρά.
«Είστε τρελές, γυναίκες. Ο πόνος σας τρέλανε. Είδατε το φως και νομίσατε ότι είδατε έναν άγγελο. Τον άνεμο τον περάσατε για φωνή. Τον ήλιο για τον Χριστό. Εγώ δεν σας κρίνω. Σας καταλαβαίνω, όμως πιστεύω μόνον αυτά που είδα: τον ανοιχτό, άδειο Τάφο και τους φρουρούς που έφυγαν τρέχοντας με το κλεμμένο Σώμα».

«Όμως οι ίδιοι οι φρουροί λένε πως αναστήθηκε… και όλη η πόλη βρίσκεται σε αναβρασμό και ο Αρχιερέας έχει τρελαθεί από τον θυμό του, διότι οι φρουροί μίλησαν ενώ έφευγαν τρέχοντας τρομοκρατημένοι. Τώρα θέλουν να τους βάλουν να πουν κάτι διαφορετικό και τους πληρώνουν γι’ αυτό. Όμως αυτό είναι ήδη γνωστό. Και αν οι Ιουδαίοι δεν πιστεύουν στην Ανάσταση, επειδή δεν θέλουν να πιστέψουν, όμως πολλοί άλλοι πιστεύουν...», λένε οι γυναίκες, που έχουν ακούσει τα νέα που κυκλοφορούν στην πόλη.
«Χμ! Γυναίκες!...» και ο Πέτρος σηκώνει τους ώμους του, και ετοιμάζεται να φύγει.

Κατόπιν η Μητέρα, που έχει ακόμα στην αγκαλιά Της την Μαγδαληνή, που κλαίει σαν την κλαίουσα ιτιά σε καταιγίδα από την πολύ μεγάλη της χαρά, και που φιλάει τα ξανθά Της τα μαλλιά, σηκώνει το παραμορφωμένο Της πρόσωπο και λέει λίγα λόγια:
«Αυτός αληθινά αναστήθηκε. Τον πήρα αγκαλιά και φίλησα τις πληγές Του».
Κατόπιν σκύβει πάνω από το κεφάλι της φλογερής γυναίκας και λέει:
«Ναι η χαρά είναι ακόμα δυνατή από τη λύπη. Όμως είναι ένας κόκκος άμμου αν την συγκρίνουμε με τον ωκεανό της αιώνιας χαράς. Εσύ είσαι ευλογημένη διότι έκανες το πνεύμα σου να μιλήσει πέρα από τη λογική».
Ο Πέτρος δεν τολμάει να φέρει πλέον κάποια αντίρρηση... και με μια από εκείνες τις ξαφνικές αλλαγές του παλιού Πέτρου, που επανέρχεται ξανά στο φως, λέει, και φωνάζει σαν να φταίνε οι άλλοι για την καθυστέρηση και όχι αυτός: «Τότε αν είναι έτσι πρέπει να το μάθουν και οι άλλοι. Αυτοί που βρίσκονται διάσπαρτοι στη χώρα... αναζητείστε τους... ενεργοποιηθείτε… ελάτε, ας κινηθούμε. Αν έρθει, ας βρει τουλάχιστον εμάς» και δεν αντιλαμβάνεται ότι εξομολογείται ξανά πως δεν πιστεύει τυφλά στην Ανάστασή Του.

ΠΗΓΗ: Το κεφ. 619 του βιβλίου της Μ. Βαλτόρτα "The Gospel as revealed to me".

ΑΠΟΔΟΣΗ: Αγγελική Σ. Νατσούλη

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα χρώματα της αύρας και η σημασία τους

Τα Κρυστάλλινα Παιδιά

Γιατί οι Ινδιάνοι είχαν μακριά μαλλιά;

Τι γίνεται όταν πεθαίνουμε;