Η Ανάσταση του Ιησού

Η νύχτα πριν την Ανάσταση

(Να θυμάστε ότι μια ημέρα, κατά την εποχή του Ιησού, ξεκινούσε από απόγευμα και τελείωνε σε απόγευμα. Αυτό σημαίνει ότι η Κυριακή της Ανάστασης έχει ξεκινήσει στις 18:00 της προηγούμενης μέρας δηλαδή το απόγευμα του Σαββάτου).
 
Οι γυναίκες τελειώνουν με τις αλοιφές, οι οποίες κατά την διάρκεια της νύχτας, με την ψύχρα που υπάρχει έξω στην αυλή έχουν γίνει μια σφιχτή μάζα.
Ο Ιωάννης με τον Πέτρο πιστεύουν ότι πρέπει να ταχτοποιήσουν το δωμάτιο του
Μυστικού Δείπνου, να φτιάξουν το τραπέζι και να βάλουν τα πράγματα στην θέση τους, όπως πριν από το Δείπνο.
«Αυτός μας το είπε», λέει ο Ιωάννης.
«Είπε επίσης: “Μην αποκοιμηθείτε”. Είπε: “Μην είσαι υπερήφανος, Πέτρο, δεν ξέρεις ότι η ώρα της δοκιμασίας πλησιάζει;”. Και… και είπε επίσης: “Θα Με αρνηθείς...”» και ο Πέτρος ξεσπάει σε κλάματα πάλι, ενώ με πολύ πόνο λέει: «Και εγώ Τον αρνήθηκα!»
«Πέτρο, αρκετά! Τώρα συνήλθες. Φτάνει αυτό το μαρτύριο!»
«Όχι. Ποτέ δεν θα είναι αρκετά. Ακόμα και αν φτάσω τα χρόνια των παλιών  πατέρων, αν ζούσα 700 χρόνια, είτε τα 900 χρόνια του Αδάμ και των πρώτων απογόνων του, ποτέ δεν θα σταματούσε αυτό το μαρτύριο για μένα.
«Δεν ελπίζεις στο έλεος Του;»
«Ναι. Αν δεν πίστευα σ’ αυτό θα ήμουν σαν τον Ισκαριώτη, ένας απελπισμένος. Όμως αν και με συγχώρεσε, από την αγκαλιά του Πατέρα Του, εκεί που επέστρεψε, εγώ δεν συγχωρώ τον εαυτό μου, εγώ, εγώ που είπα: “Δεν Τον γνωρίζω”. Διότι εκείνη την στιγμή ήταν επικίνδυνο να τον γνωρίζω, διότι ένιωσα ντροπή να είμαι μαθητής του, διότι φοβήθηκα μη με βασανίσουν... Αυτός βάδιζε προς τον θάνατο... και εγώ σκεπτόμουν να σώσω τη ζωή μου. Και για να τη σώσω Τον απέρριψα, όπως μια αμαρτωλή γυναίκα απορρίπτει τον καρπό της κοιλιάς της πριν επιστρέψει ο άνδρας της που δεν ξέρει τίποτα γι’ αυτό, γιατί είναι επικίνδυνο να τον κρατήσει κοντά της αφού τον γεννήσει. Είμαι χειρότερος από μια μοιχό… χειρότερος και από…»

Η Μαγδαληνή ακούει τις κουβέντες και έρχεται μέσα. «Μη φωνάζεις έτσι. Η Μαρία σε ακούει. Είναι τόσο εξαντλημένη! Δεν έχει δύναμη πλέον και όλα την πληγώνουν. Οι άχρηστες φωνές σου ανανεώνουν το μαρτύριο Της για αυτό που ήσουν...»
«Βλέπεις; Βλέπεις Ιωάννη; Μια γυναίκα μπορεί να με κάνει να σωπάσω. Και έχει δίκιο. Διότι εμείς οι άνδρες, οι αφιερωμένοι στον Κύριο, ξέραμε μόνο να πούμε ψέματα ή να φύγουμε τρέχοντας. Οι γυναίκες φέρθηκαν όπως έπρεπε. Εσύ, λίγο περισσότερο από μια γυναίκα, τόσο νέος και αγνός που είσαι, ήξερες να παραμείνεις. Εμείς, εμείς οι δυνατοί, οι άνδρες, δειλιάσαμε. Ω! Πόσο πρέπει να με περιφρονεί ο κόσμος! Πες μου! Πες μου γυναίκα! Έχεις δίκιο! Βάλε το πόδι σου πάνω στα χείλη μου, που είπαν ψέματα. Πάνω στην σόλα, στο σανδάλι σου μπορεί να υπάρχει λίγο από το Αίμα Του. Και μόνον αυτό το Αίμα μαζί με το χώμα του δρόμου μπορεί να δώσει σ’ αυτόν που Τον αρνήθηκε λίγη συγνώμη, λίγη ειρήνη. Πρέπει να συνηθίσω στην κοροϊδία του κόσμου! Τι είμαι; Πες μου: Τι είμαι;»
«Μια μεγάλη υπερηφάνεια», απαντάει ειρηνικά η Μαγδαληνή. «Θλίψη; Ναι. Όμως
πρέπει να πιστέψεις ότι από τα δέκα μέρη της θλίψης σου, τα πέντε, δεν θέλω να σε
προσβάλω και να πω τα έξη, αλλά τα πέντε είναι θλίψη μην και σε περιφρονήσουν.
Και εγώ πραγματικά θα σε κοροϊδέψω, αν συνεχίσεις να παραπονιέσαι και να παραληρείς σαν μια ανόητη γυναίκα! Ότι έγινε, έγινε. Και καμία φωνή δεν μπορεί να επανορθώσει ούτε να φέρει πίσω. Να είσαι άνδρας ακόμα και στη μετάνοια σου. Μην φωνάζεις. Πράξε. Εγώ… εσύ ξέρεις τι ήμουν... Όμως όταν αντιλήφθηκα ότι ήμουν πιο αηδιαστική κι από τον εμετό, δεν έπαθα κρίση. Ενήργησα. Δημόσια. Χωρίς να δίνω άφεση στον εαυτό μου και χωρίς να ζητάω άφεση. Που με περιφρονούσε ο κόσμος; Είχε δίκιο. Μου άξιζε. Που έλεγε: “Ένα καινούργιο καπρίτσιο της πόρνης;” Που μίλαγε βλάσφημα όταν ακολούθησα τον Ιησού! Είχε δίκιο. Ο κόσμος θυμόταν την προηγούμενη συμπεριφορά μου, η οποία δικαιολογούσε αυτές τις σκέψεις. Και λοιπόν; Ο κόσμος έπρεπε να πεισθεί ότι η αμαρτωλή Μαρία δεν υπήρχε πλέον. Με πράξεις, έπεισα στον κόσμο. Κάνε και εσύ το ίδιο και μην μιλάς».
«Είσαι αυστηρή, Μαρία», παρατηρεί ο Ιωάννης.
«Περισσότερο με τον εαυτό μου παρά με τους άλλους ανθρώπους. Όμως το παραδέχομαι. Εγώ δεν έχω το απαλό χέρι της Μητέρας. Αυτή είναι η Αγάπη. Εγώ... ω! Εγώ μαστίγωσα τη φιληδονία μου με το μαστίγιο της θέλησής μου. Και θα το κάνω ακόμα περισσότερο. Νομίζεις πως έχω συγχωρήσει τον εαυτό μου που υπήρξα η Λαγνεία; Όχι, αλλά το λέω μόνο στον εαυτό μου. Και θα το επαναλαμβάνω πάντα στον εαυτό μου. Θα πεθάνω με αυτό το μυστικό, τη λύπη που διέφθειρα τον εαυτό μου και δεν μπόρεσα να Του δώσω παρά μια ποδοπατημένη καρδιά...  

Και θα τον καλύψω με καινούργια αρώματα, και θα βγάλω τα παλιά που σίγουρα θα έχουν κηλίδες από τις αμέτρητες πληγές Του... Αυτό θα κάνω εγώ, διότι οι άλλες γυναίκες θα είναι ταραγμένες και θα μοιάζουν με την κισσάμπελο μετά την νεροποντή... Όμως λυπάμαι που πρέπει να το κάνω με αυτά τα χέρια που συνήθισαν σε άσεμνα χάδια, και θα πρέπει να πλησιάσω την αγιότητά Του με αυτό το μαγαρισμένο σώμα μου. Θα ήθελα... θα ήθελα να είχα τα χέρια της Παρθένου Μητέρας για να κάνω αυτή την τελευταία επάλειψη...».
Τώρα η Μαρία κλαίει σιωπηλά, χωρίς λυγμούς. Κλαίει αθόρυβα, όπως έκανε και την
ημέρα της μετανοίας της στο σπίτι του Φαρισαίου.


«Λες ότι οι γυναίκες θα φοβηθούν;» την ρωτάει ο Πέτρος.
«Δεν θα φοβηθούν... όμως θα ταραχτούν μπροστά από το σώμα Του, το οποίο σίγουρα θα σαπίζει, θα είναι γεμάτο μώλωπες, μαυρισμένο. Και μετά, και αυτό είναι βέβαιο, θα φοβηθούν τους φρουρούς».
«Θέλεις να πάω εγώ; Μαζί με τον Ιωάννη;»
«Και βέβαια όχι! Οι γυναίκες θα πάμε όλες. Επειδή είμαστε όλες εκεί πάνω, γι’ αυτό
είναι σωστό να βρισκόμαστε όλες γύρω από το νεκρικό κρεβάτι Του. Εσύ με τον Ιωάννη να μείνετε εδώ. Η Μαρία δεν μπορεί να μείνει μόνη!...»
«Η Μαρία δεν θα έρθει;»
«Δεν θα Την αφήσουμε εμείς να έρθει!»
«Αυτή έχει πεισθεί ότι θα αναστηθεί… Εσύ τι νομίζεις;»
«Εγώ μετά την Μαρία, είμαι αυτή που πιστεύει περισσότερο. Πάντοτε πίστευα ότι μπορούσε να γίνει. Αυτός το είπε. Και Αυτός ποτέ δεν ψεύδεται. Ποτέ!... Ω! Παλαιότερα Τον αποκαλούσα: Ιησού, Διδάσκαλο, Σωτήρα, Κύριο... Τώρα, τώρα
αισθάνομαι ότι είναι τόσο μεγάλος, που δεν ξέρω, δεν τολμώ πλέον να Του δώσω κάποιο όνομα... Τι να Του πω όταν Τον δω;»
«Μα αλήθεια, πιστεύεις ότι θα αναστηθεί;…»
«Άλλος πάλι κι εσύ! Ω! Με το να σου λέω ότι πιστεύω και εσύ να μου λες ότι δεν πιστεύεις, θα καταλήξω να μην πιστεύω κι εγώ! Εγώ πίστεψα και πιστεύω. Είχα
πιστέψει και πριν καιρό ετοίμασα έναν μανδύα γι’ Αυτόν! Και αύριο, επειδή αύριο είναι η τρίτη ημέρα, θα τον φέρω εδώ, για να είναι έτοιμος...»
«Όμως, αν λες ότι θα είναι μαύρος, μωλωπισμένος και απαίσιος;»
«Απαίσιος, ποτέ. Η αμαρτία είναι απαίσια. Μαύρος; Μπορεί να είναι μαύρος… ο Λάζαρος δεν ήταν ήδη σάπιος; Και όμως αναστήθηκε. Όμως, σωπάστε, άπιστοι! Η ανθρώπινη λογική μου, μου λέει και μένα: “Είναι νεκρός και δεν θα αναστηθεί”. Όμως το πνεύμα μου, το πνεύμα “Του”, διότι εγώ έλαβα ένα καινούργιο πνεύμα από Αυτόν, φωνάζει, ηχεί σαν δυνατός ήχος από ασημένιες σάλπιγγες: “Θα αναστηθεί! Θα αναστηθεί! Θα αναστηθεί!” Γιατί με πετάτε σαν μια βαρκούλα πάνω στα βράχια της αμφιβολίας σας; Εγώ πιστεύω! Πιστεύω, Κύριέ μου! Παρ’ όλο που με έχει ξεσχίσει ο πόνος, ο Λάζαρος υπάκουσε τον Διδάσκαλο και έμεινε στη Βηθανία… Εγώ, που ξέρω ποιος είναι ο Λάζαρος του Θεόφιλου, ένας δυνατός άνδρας, όχι ένα τρομαγμένο λαγουδάκι, μπορώ να εκτιμήσω την θυσία που έκανε και παρέμεινε στην σκιά και όχι κοντά στον Διδάσκαλο. Όμως υπάκουσε. Και με αυτή την υπακοή υπήρξε πιο ηρωικός, παρά αν Τον είχε αρπάξει με όπλα από τους οπλισμένους άνδρες. Εγώ πίστεψα και πιστεύω. Και νάμαι. Θα περιμένω όπως Αυτή. Όμως αφήστε με να φύγω. Ξημερώνει. Και με το πρώτο φως θα πάμε στον Τάφο…», και η Μαγδαληνή βγαίνει έξω με πρόσωπο που γυαλίζει από το κλάμα, αλλά πάντοτε γενναία.

Μπαίνει στο δωμάτιο της Μαρίας.
«Τι έγινε με τον Πέτρο;»
«Μια νευρική κρίση. Όμως την ξεπέρασε».
«Μην είσαι αυστηρή, Μαρία. Ο Πέτρος υποφέρει».
«Το ίδιο και εγώ. Όμως ποτέ δεν Σου ζήτησα ούτε ένα χάδι ελέους. Αυτόν τον θεράπευσες ήδη... Αντιθέτως, σκέπτομαι ότι μόνον Εσύ, Μητέρα, χρειάζεσαι βάλσαμο. Μητέρα μου άγια, αγαπημένη! Όμως, κάνε κουράγιο… Σήμερα είναι η τρίτη μέρα. Θα κλειδωθούμε εδώ οι δυο μας: οι αγάπες Του. Εσύ η Άγια Αγαπημένη Του, εγώ η φτωχή αγαπημένη… Όμως Τον αγαπώ όσο μπορώ, με όλο το είναι μου. Και θα Τον περιμένουμε… Τους άλλους, αυτούς που δεν πιστεύουν, θα τους κλειδώσουμε εκεί πέρα με τις αμφιβολίες τους. Και εγώ θα βάλω πολλά τριαντάφυλλα εδώ... και Εσύ θα φορέσεις ένα καινούργιο φόρεμα... Δεν πρέπει να Σε δει έτσι. Εγώ θα χτενίσω τα μαλλιά Σου, εγώ θα πλύνω το θλιμμένο Σου πρόσωπο που έχει παραμορφωθεί από τα δάκρυα. Θα είμαι σαν τη μητέρα Σου... θα έχω τελικά τη χαρά να προσφέρω τη μητρική φροντίδα σ’ ένα παιδί πιο αγνό και από βρέφος! Αγαπημένη!» Και με τη συναισθηματική της υπερβολή, η Μαγδαληνή σφίγγει στην αγκαλιά της το κεφάλι της Μαρίας, τη χαϊδεύει, φροντίζει τα ανακατωμένα Της μαλλιά, σκουπίζει τα καινούργια δάκρυα που πέφτουν στα μάγουλα Της ξανά και ξανά, συνεχώς...

Οι γυναίκες έρχονται μέσα με φανάρια και αμφορείς και με βάζα με μεγάλα στόμια.
Η Μαρία του Αλφαίου μεταφέρει ένα βαρύ γουδί. «Δεν είναι δυνατόν να μείνουμε έξω. Φυσάει λίγο και σβήνει τις λάμπες», εξηγεί.
Ακουμπούν όλα τα πράγματα σε ένα μακρύ χαμηλό τραπέζι και μετά κατεργάζονται για τελευταία φορά το βάλσαμο, που το έχουν ήδη ανακατέψει με πολλές αλοιφές και αρώματα στο γουδί με μια άσπρη σκόνη, την οποία προσθέτουν με τις χούφτες από ένα μικρό σάκο. Ανακατεύουν με πολλή δύναμη και μετά γεμίζουν το βάζο με το φαρδύ στόμιο. Επαναλαμβάνουν την ίδια εργασία με άλλο βάζο.  
Η Μαρία η Μαγδαληνή λέει: «Αυτό δεν είναι το χρίσμα που ήλπιζα ότι θα μπορούσα να ετοιμάσω για Σένα», διότι είναι η Μαγδαληνή, που επειδή είναι πιο ικανή από τις άλλες γυναίκες, ήλεγχε και διηύθυνε τη σύνθεση του αρώματος, το οποίο είναι τόσο δυνατό που αποφάσισαν να ανοίξουν την πόρτα και να αφήσουν το παράθυρο ορθάνοιχτο και μόλις αρχίζει να φαίνεται το φως της αυγής. Τελείωσαν. Όλα τα βάζα είναι γεμάτα. Βγαίνουν έξω με τον άδειο αμφορέα, το γουδί που δεν χρειάζονται πλέον, και πολλές λάμπες.
Φορούν τις κάπες τους και παίρνουν μεγάλους σάκους όπου βάζουν τα βάζα με το βάλσαμο. Η Μαρία σηκώνεται και ζητάει την κάπα Της. Όμως όλες έρχονται γύρω Της και την πείθουν να μην πάει: «Δεν αντέχεις να στέκεσαι, Μαρία. Για δύο μέρες δεν έχεις φάει τίποτα. Ήπιες μόνον λίγο νερό».
«Ναι, Μητέρα. Εμείς θα το κάνουμε γρήγορα και καλά. Και αμέσως θα γυρίσουμε. Μη φοβάσαι, θα Τον περιποιηθούμε σαν βασιλιά. Κοίταξε πόσο καλό βάλσαμο ετοιμάσαμε! Και πόσο πολύ!»
«Δεν θα παραμελήσουμε τίποτα απ’ το σώμα Του, ούτε μία πληγή και θα Τον αλείψουμε με προσοχή με τα χέρια μας. Θα Τον τοποθετήσουμε σαν το μωρό στην κούνια. Και οι άλλοι θα έχουν μόνον να κλείσουν το μέρος».
Όμως η Μαρία επιμένει: «Είναι Δικό Μου καθήκον», λέει. «Εγώ πάντοτε Τον φρόντιζα. Μόνον τα τρία τελευταία χρόνια που ήταν στον κόσμο, παρέδωσα τη φροντίδα Του σε άλλους ανθρώπους, όταν βρισκόταν μακριά Μου. Τώρα που ο κόσμος Τον απέρριψε και Τον ατίμασε, είναι ξανά Δικός Μου. Θα είμαι ξανά η δούλη Του».

Ο Πέτρος, που μαζί με τον Ιωάννη, είχε πλησιάσει στην πόρτα, όταν ακούει αυτά τα λόγια φεύγει. Τρέχει σε μια απόμερη γωνιά για να κλάψει για την αμαρτία του. Ο Ιωάννης παραμένει κοντά στην πόρτα. Αλλά δεν λέει τίποτα. Θα ήθελε να φύγει και αυτός. Όμως κάνει τη θυσία να παραμείνει με τη Μητέρα.

Η Μαρία η Μαγδαληνή οδηγεί τη Μαρία πίσω στο κάθισμά Της. Γονατίζει μπροστά Της, αγκαλιάζει τα γόνατά Της, και υπόσχεται: «Με το πνεύμα Του, Αυτός ξέρει και βλέπει τα πάντα. Όμως, με τα φιλιά μου θα πω στο Σώμα Του την αγάπη Σου και την επιθυμία Σου. Ξέρω τι σημαίνει αγάπη, το ξέρω αυτό το κεντρί, τι πείνα είναι να αγαπάς, τι νοσταλγία είναι να είσαι με αυτόν που αγαπάς. Μητέρα, Εσύ ξέρεις πως εγώ ξέρω πώς να αγαπώ. Και ξέρεις ότι Αυτός το είπε εκείνο το βράδυ στην αληθινή μου γέννηση, στις ακτές της ήρεμης λίμνης μας, ότι η Μαρία ξέρει να αγαπάει πολύ.  

Η Μαρία φιλάει αυτή τη φλογερή γυναίκα που τελικά μπόρεσε να βρει τόση αγάπη, και ενδίδει στις ικεσίες της. Οι γυναίκες βγαίνουν έξω και παίρνουν μια λυχνία. Η Μαγδαληνή βγαίνει τελευταία μετά από το τελευταίο φιλί στη Μητέρα που παραμένει. Το σπίτι είναι σκοτεινό και σιωπηλό πάλι. Ο δρόμος είναι ακόμα σκοτεινός και ερημικός.
Ο Ιωάννης τις ρωτάει; «Αληθινά δεν με θέλετε κοντά σας;»
«Όχι. Ίσως φανείς χρήσιμος εδώ. Αντίο».
Ο Ιωάννης επιστρέφει στη Μαρία. «Δεν με ήθελαν...», λέει με χαμηλή φωνή.
«Μην αισθάνεσαι άσχημα. Αυτές είναι με τον Ιησού. Εσύ μαζί Μου. Ιωάννη, ας προσευχηθούμε για λίγο μαζί. Πού είναι ο Πέτρος;»
«Δεν ξέρω, κάπου στο σπίτι. Όμως δεν τον είδα. Είναι... νόμιζα πως ήταν πιο δυνατός... Και εγώ υποφέρω, αλλά αυτός…»
«Αυτός έχει δύο θλίψεις. Εσύ έχεις μόνο μία. Έλα. Ας προσευχηθούμε και γι’ αυτόν», και η Μαρία απαγγέλει αργά το “Πάτερ ημών”.
Κατόπιν χαϊδεύει τον Ιωάννη λέγοντας: «Πήγαινε στον Πέτρο. Μην τον αφήνεις
ολομόναχο. Ήταν τόσες ώρες στο σκοτάδι και δεν αντέχει ούτε το παραμικρό φως του κόσμου. Να είσαι ο απόστολος του χαμένου αδελφού σου. Ξεκίνησε τη διδασκαλία σου με αυτόν. Κατά τη διαδρομή σου, και θα είναι μακρά η διαδρομή, πάντοτε να βρίσκεις ανθρώπους σαν κι’ αυτόν. Ξεκίνα το έργο σου με τον σύντροφό σου...»

«Μα τι να πω; Δεν ξέρω… Όλα του φέρνουν δάκρυα...»
«Να του θυμίσεις τη συνταγή της αγάπης του Ιησού. Πες του ότι όποιος φοβάται μόνον, δεν γνωρίζει τον Θεό αρκετά, διότι ο Θεός είναι Αγάπη. Και αν σου πει “αμάρτησα” να του απαντήσεις ότι ο Θεός αγάπησε τόσο τους αμαρτωλούς που έστειλε τον Μοναχογιό Του γι’ αυτούς. Πες του, ότι εμείς πρέπει να απαντήσουμε με αγάπη στην τόσο μεγάλη αγάπη. Και η αγάπη εμπνέει εμπιστοσύνη στον Κύριο. Και μας κάνει να μην φοβόμαστε την κρίση Του και λέμε: “Εγώ είμαι ένα αδύναμο πλάσμα. Όμως ο Θεός ξέρει. Και μου δίνει τον Χριστό για εγγύηση της συγνώμης Του και σαν στήριγμα για να στηρίζομαι. Στο όνομα του Χριστού όλα συγχωρούνται. Πήγαινε Ιωάννη. Πες του αυτά. Εγώ θα μείνω εδώ με τον Ιησού Μου...», και χαϊδεύει το Άγιο Μανδήλιο.

Ο Ιωάννης βγαίνει κλείνοντας την πόρτα πίσω του.
Η Μαρία γονατίζει, όπως έκανε και το προηγούμενο βράδυ, μπροστά από το Άγιο
Μανδήλιο. Και προσεύχεται και μιλάει στον Γιο Της. Ενώ Αυτή δίνει δύναμη σε άλλους ανθρώπους, όταν είναι μόνη Της λυγίζει κάτω από τον βαρύ σταυρό Της. Και όμως, κάπου κάπου, σαν φλόγα που δεν την πιέζει το βάρος, η ψυχή Της υψώνεται προς την ελπίδα που δεν πεθαίνει μέσα Της. Αντιθέτως, αυξάνεται όσο περνάει η ώρα. Και εκφράζει την ελπίδα Της και στον Πατέρα. Την ελπίδα Της και την παράκληση Της:
«Ιησού, Ιησού! Δεν θα έρθεις ακόμα; Η καημένη η Μητέρα Σου δεν αντέχει άλλο στην ιδέα ότι είσαι νεκρός εκεί πέρα. Εσύ είπες, αλλά κανένας άλλος δεν Σε κατάλαβε. Μόνον Εγώ Σε κατάλαβα! “Θα καταστρέψω τον Ναό του Θεού και θα τον χτίσω ξανά σε τρεις μέρες”. Σήμερα αρχίζει η τρίτη μέρα. Ω! Ιησού Μου! Μην περιμένεις μέχρι να τελειώσει η μέρα για να επανέλθεις στη ζωή, στη Μητέρα Σου, που έχει την ανάγκη να Σε δει ζωντανό για να μην πεθάνει, που έχει την ανάγκη να Σε δει όμορφο, υγιή, θριαμβευτή, για να μην πεθάνει ενθυμούμενη την κατάσταση που Σε άφησε!

Ω! Πατέρα! Πατέρα! Δώσε Μου πίσω τον Γιο Μου! Για να Τον δω να έρχεται σαν
Άνθρωπος και όχι σαν πτώμα, σαν βασιλιάς όχι σαν κατάδικος. Αργότερα, ξέρω, θα
επιστρέψει σε Σένα, στους Ουρανούς. Όμως Εγώ θα Τον έχω δει θεραπευμένο από τόσο κακό, θα Τον έχω δει δυνατό μετά από τόση αδυναμία, θα Τον έχω δει θριαμβευτή μετά από τέτοια μάχη, θα τον έχω δει Θεό μετά από τόση ανθρώπινη αγριότητα που υπέμεινε από τους ανθρώπους. Και θα αισθάνομαι ευτυχισμένη ακόμα και αν δεν μπορώ να είμαι κοντά Του. Εγώ θα ξέρω ότι είναι μαζί Σου, Άγιε Πατέρα, θα ξέρω ότι Αυτός έχει απαλλαγεί από τη Θλίψη για πάντα. Ενώ τώρα, δεν μπορώ να ξεχάσω ότι Αυτός βρίσκεται στον τάφο, ότι είναι πεθαμένος εξ αιτίας της θλίψης που Του έδωσαν, ότι Αυτός, ο Θεάνθρωπος, μοιράζεται το μέλλον των ανθρώπων στο σκοτάδι ενός τάφου, Αυτός, ο Ζων Γιος Σου.

Πατέρα, Πατέρα, άκουσε τη δούλη Σου. Εξ αιτίας αυτού του “Ναι” Εγώ ποτέ δεν Σου
ζήτησα τίποτα υπακούοντας στο θέλημά Σου. Ήταν Δικό Σου το θέλημα και το Δικό Σου θέλημα γινόταν και Δικό Μου. Εγώ δεν ζήτησα ποτέ τίποτα για τη θυσία του θελήματός Μου, προς το Δικό Σου, Άγιε Πατέρα. Όμως τώρα, για χάρη αυτού του “Ναι” που είπα στον αγγελιοφόρο Σου Άγγελο, Πατέρα, άκουσε Με! Τώρα Αυτός είναι απαλλαγμένος από μαρτύρια, διότι εκπλήρωσε τα πάντα με την αγωνία των τριών ωρών μετά από την κακή μεταχείριση του πρωινού. Όμως Εγώ για τρείς ημέρες υποφέρω. Εσύ βλέπεις την καρδιά Μου και ακούς τους παλμούς της. Ο Ιησούς μας λέει ότι ούτε ένα φτερό δεν πέφτει από ένα πουλί χωρίς να το δεις, ότι δεν πεθαίνει ένα αγριολούλουδο χωρίς να έχει την παρηγοριά Σου στην αγωνία του, με τον ήλιο Σου και τη δρόσο Σου. Ω! Πατέρα, Εγώ πεθαίνω από τον πόνο Μου! Συμπεριφέρσου και σε Μένα όπως φέρεσαι στο χελιδόνι που το στολίζεις ξανά με καινούργια φτερά, και με τα λουλούδια που τα ζεσταίνεις και τα δροσίζεις με το έλεός Σου. Εγώ πεθαίνω παγωμένη από θλίψη. Δεν έχω πλέον αίμα μέσα στις φλέβες Μου.

Κάποτε γινόταν όλο γάλα για να θρέψω τον Γιο Σου και Δικό Μου Γιο. Τώρα έγινε δάκρυα διότι δεν έχω πλέον Γιο. Αυτοί Τον σκότωσαν, αυτοί Τον σκότωσαν, Πατέρα, και Εσύ ξέρεις με τι τρόπο! Εγώ δεν έχω πια αίμα! Το έχυσα όλο μαζί Του τη νύχτα της Πέμπτης προς την θλιβερή Παρασκευή. Είμαι τόσο παγωμένη σαν κάποιον που του έχουν κόψει τις φλέβες του. Ο ήλιος δεν λάμπει πλέον για Μένα, διότι Αυτός είναι νεκρός, ο Άγιος Ήλιος Μου, ο ευλογημένος Ήλιος, ο Ήλιος πού γεννήθηκε από τη μήτρα Μου για τη χαρά της Μητέρας Του και για την Σωτηρία του κόσμου. Εγώ δεν έχω πλέον χαρά, διότι δεν Τον έχω πλέον, η πιο γλυκιά πηγή για τη Μητέρα Του, που έπινε τον λόγο Του, που ξεδιψούσε με την παρουσία Του. Εγώ είμαι σαν το λουλούδι πάνω στην καυτή άμμο. Πεθαίνω, πεθαίνω Άγιε Πατέρα. Και δεν φοβάμαι να πεθάνω, διότι και Αυτός είναι νεκρός. Όμως τι θα κάνουν αυτοί οι μικροί, το μικρό ποίμνιο του Γιου Μου, τόσο αδύναμο, τόσο τρομαγμένο, τόσο αναποφάσιστο, αν δεν το στηρίζει κανείς;
Εγώ δεν είμαι τίποτε, Πατέρα. Όμως στην επιθυμία του Γιου Μου, είμαι σαν ένα τάγμα οπλισμένων ανδρών. Υπερασπίζομαι, θα υπερασπιστώ το Δόγμα Του και τους κληρονόμους Του, όπως η λύκαινα υπερασπίζεται τα μικρά της. Εγώ, η προβατίνα, θα γίνω λύκαινα για να υπερασπιστώ αυτούς που ανήκουν στον Γιο Μου, και συνεπώς ανήκουν σε Σένα. Εσύ το είδες Πατέρα. Πριν οκτώ μέρες αυτή η πόλη έγδυνε τα δένδρα της, έγδυνε τα σπίτια της, έγδυνε τους κήπους της, έγδυνε τους κατοίκους της και βράχνιασε δοξολογώντας τον Γιο του Δαβίδ: “Ευλογημένος ο Ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου”. Και ενώ Αυτός περνούσε πάνω σε χαλιά, σε κλαδιά, σε ενδύματα, σε φορέματα, σε λουλούδια, οι κάτοικοι Τον έδειχναν και έλεγαν: “Να ο Ιησούς, ο Προφήτης της Ναζαρέτ της Γαλιλαίας. Αυτός είναι ο βασιλεύς του Ισραήλ”. Και ενώ αυτά τα κλαδιά δεν είχαν ξεραθεί ακόμα, και οι φωνές τους ήταν ακόμα βραχνές από τους πολλούς ψαλμούς, αυτοί άλλαξαν τόνο και άρχισαν να κατηγορούν και να καταριόνται και να ζητούν τον θάνατό Του, και τα κλαδιά που είχαν κόψει για τον θρίαμβο τα μεταχειρίστηκαν για να χτυπήσουν Το Αρνίο Σου, Τον Οποίο και οδήγησαν στον θάνατο. Αν έκαναν τόσα πολλά ενώ Αυτός ήταν ακόμα μαζί τους, και τους μιλούσε, και τους χαμογελούσε, και τους κοιτούσε με μάτια που λιώνουν καρδιές, ακόμα και οι πέτρες έτρεμαν όταν τις κοιτούσε, και τους βοηθούσε και τους δίδασκε, τι θα κάνουν όταν θα επιστρέψει σε Σένα;

Τους μαθητές Του, τους είδες. Ο ένας τον πρόδωσε, οι άλλοι έφυγαν τρέχοντας. Πριν να Τον χτυπήσουν, αυτοί είχαν εξαφανιστεί σαν ένα δειλό κοπάδι και δεν έμειναν κοντά Του, ούτε όταν πέθαινε. Μόνο ένας, ο νεώτερος παρέμεινε. Τώρα έρχεται ο μεγαλύτερος. Αλλά αυτός ήδη Τον αρνήθηκε μια φορά. Όταν ο Ιησούς δεν θα βρίσκεται πλέον εδώ για να τον παρακολουθεί, άραγε θα επιμείνει στην πίστη του; Εγώ δεν είμαι τίποτα, όμως κάτι λίγο από τον Γιο Μου υπάρχει μέσα Μου, και η αγάπη Μου Με εφοδιάζει με ό,τι Μου λείπει. Έτσι γίνομαι χρήσιμη για τον σκοπό του Γιου Σου, για την Εκκλησία Του, που ποτέ δεν θα βρει ειρήνη και πρέπει να  αναπτύξει βαθιές ρίζες για να μην ξεριζωθεί από τους ανέμους. Εγώ είμαι Αυτή που θα την φροντίσει. Σαν ένας εργατικός κηπουρός θα παρακολουθώ να μεγαλώνει δυνατή και όρθια από την αυγή της. Μετά δεν θα χρειάζεται να ανησυχώ μην πεθάνει. Όμως δεν μπορώ να ζήσω αν παραμείνω χωρίς τον Ιησού. Ω! Πατέρα, που εγκατέλειψες τον Γιο Σου για το καλό των ανθρώπων, και μετά Τον παρηγόρησες, διότι σίγουρα Τον δέχτηκες στην αγκαλιά Σου μετά τον θάνατό Του, μη Με αφήνεις και Μένα περισσότερο στην εγκατάλειψη. Υποφέρω με αυτή την προσφορά για το καλό της ανθρωπότητας. Όμως παρηγόρησέ Με, τώρα, Πατέρα. Πατέρα, έλεος! Έλεος, Γιε! Έλεος, θείο Πνεύμα! Να θυμάστε την Παρθένο Σας!»
  
Η Μαρία προσεύχεται με τον τρόπο Της και με την καρδιά Της. Είναι πραγματικά ένα συντετριμμένο πλάσμα. Μοιάζει με λουλούδι που ξεραίνεται και πεθαίνει, όπως το περιέγραψε. Δεν αισθάνεται ούτε το τράνταγμα από ένα σύντομο αλλά δυνατό σεισμό, που κάνει τους ιδιοκτήτες του σπιτιού να φωνάζουν και να φεύγουν τρέχοντας, ενώ ο Πέτρος και ο Ιωάννης, λευκοί σαν νεκροί, σέρνονται μέχρι την είσοδο του δωματίου. Όμως όπως Την βλέπουν απορροφημένη στην προσευχή Της, να μην δίνει προσοχή, απορροφημένη μόνον στον Θεό, αποσύρονται και κλείνουν την πόρτα, και τρομαγμένοι όπως είναι, επιστρέφουν στο δωμάτιο του Μυστικού Δείπνου.

Η Ανάσταση

Έρχεται η αυγή από την ανατολή και τα αστέρια αρχίζουν να λιγοστεύουν που σημαίνει ότι ξημερώνει. Οι φρουροί κουρασμένοι, παγωμένοι, νυσταγμένοι σε διάφορες θέσεις φρουρούν τον Τάφο, η πέτρα του οποίου έχει ενισχυθεί στις άκρες με μια παχιά στρώση ασβέστη, πάνω στον οποίο υπάρχει μια μεγάλη ροζέτα από κόκκινο κερί με τη σφραγίδα του Ναού, πατημένη μαζί με άλλες ακριβώς πάνω στον φρέσκο ασβέστη.
Οι φύλακες πρέπει να άναψαν μι μικρή φωτιά κατά την διάρκεια της νύχτας, διότι
υπάρχουν στάχτες και ξύλα μισο-καμένα στο έδαφος, και θα πρέπει να έπαιξαν και να έφαγαν, διότι υπάρχουν σκόρπια υπολείμματα τροφών και μερικά μικρά κόκαλα
καθαρισμένα, με τα οποία σίγουρα έπαιζαν κάποιο παιχνίδι. Κατόπιν θα κουράστηκαν και τα άφησαν όλα όπως είναι τώρα. Και προσπάθησαν να βολευτούν κάπως για να κοιμηθούν, είτε να συνεχίσουν την βάρδια τους.

Στον καθαρό ουρανό ένας πολύ φωτεινός μετεωρίτης εμφανίζεται, έρχεται από άγνωστα βάθη, και κατεβαίνει σαν μια σφαίρα φωτιάς απείρου ομορφιάς και τον ακολουθεί η αστραφτερή ουρά του. Κατεβαίνει με πολλή μεγάλη ταχύτητα προς τη Γη με ένα φαντασμαγορικό φως, που τρομάζει στο μεγαλείο του, τόσο, που το ροζ χρώμα της αυγής χάνεται από αυτή την πυρακτωμένη λάμψη.
Ο φρουροί έκπληκτοι σηκώνουν τα κεφάλια τους, διότι μαζί με το φως έρχεται μια
τεράστια, μοναδική, αρμονική βροντή που γεμίζει όλη τη Δημιουργία με τον απόηχό της. Έρχεται από τα βάθη τ’ ουρανού. Είναι το αλληλούια, η αγγελική δόξα που ακολουθεί το Πνεύμα του Χριστού, που επιστρέφει με την ένδοξη σάρκα Του.
Ο μετεωρίτης συγκρούεται πάνω στη πέτρα, στην είσοδο του Τάφου, κομμάτια από την πέτρα πέφτουν στο έδαφος με τρομακτικό θόρυβο και τρόμο και χτυπούν τους φρουρούς, δημιουργώντας έναν καινούργιο σεισμό, όπως και τότε που το Πνεύμα του Κυρίου πέταξε από τη Γη. Μπαίνει μέσα στον σκοτεινό Τάφο που φωτίζεται, με αυτό το απερίγραπτο φως, και ενώ παραμένει μετέωρο, το Πνεύμα εκχέεται ξανά στο ακίνητο Σώμα κάτω από τους νεκρικούς επιδέσμους.
Όλα αυτά συμβαίνουν σε λιγότερο από ένα λεπτό, σε ένα κλάσμα του λεπτού, τόσο
γρήγορα εμφανίστηκε, κατέβηκε, εισχώρησε και εξαφανίστηκε το Φως του Θεού!
Κάτω από το Σουδάρι και τη Σινδόνη, το ένδοξο Σώμα ανασυγκροτείται σε μια αιώνια ομορφιά, ξυπνάει από τον ύπνο του θανάτου, επανέρχεται από το “Τίποτα” στο οποίο βρισκόταν, ζει, αφού είχε πεθάνει. Η καρδιά ξυπνάει και δίνει τον πρώτο χτύπο, προωθεί το παγωμένο αίμα που είχε μείνει μέσα στις φλέβες, και αμέσως δημιουργεί την ποσότητα που χρειάζεται για τις άδειες αρτηρίες στους ακίνητους πνεύμονες, στον σκοτεινό εγκέφαλο, και επαναφέρει τη θερμοκρασία, την υγεία, τη δύναμη, τη σκέψη.

Άλλο ένα λεπτό, και υπάρχει κάποια κίνηση κάτω από το βαρύ Σάβανο. Είναι τόσο
ξαφνική που από τη στιγμή που κουνάει τα σταυρωμένα Του χέρια μέχρι τη στιγμή που εμφανίζεται όρθιος, επιβλητικός, μεγαλοπρεπής κάτω από τον μανδύα Του από άυλο υλικό, υπερφυσικά όμορφος και επιβλητικός, με μια σοβαρότητα που Τον μεταμορφώνει και όμως είναι ακριβώς ο Ίδιος αλλά και τόσο διαφορετικός από αυτό που θυμάται ο νους. Περιποιημένος, χωρίς πληγές ούτε αίματα, λαμπρός με το ζωηρό φως που ξεπετάγεται από τις πέντε πληγές και εξέρχεται από κάθε πόρο του δέρματός Του.


Όταν κάνει το πρώτο βήμα, οι ακτίνες που προέρχονται από τα χέρια και τα πόδια Του, Τον κυκλώνουν με ακτίνες φωτός: το Κεφάλι Του ακτινοβολεί, κοσμημένο με ένα διάδημα που αποτελείται από τα αναρίθμητα τραύματα της μαρτυρικής στεφάνης που δεν δίνουν πλέον αίμα αλλά μόνον μεγαλείο. Είναι πραγματικά το «Φως» που πήρε ένα Σώμα. Όχι το φτωχό φως της Γης, όχι το λιγοστό φως των άστρων, όχι το λιγοστό φως του ήλιου. Αλλά το Φως του Θεού: όλη η ουράνια φωτεινότητα που συγκεντρώνεται σε μια Ύπαρξη, και της δωρίζει το ασύλληπτο γαλάζιο για μάτια, την χρυσή φωτιά της για μαλλιά, την αγγελική λευκότητα για ένδυμα, αλλά δεν περιγράφονται με ανθρώπινα λόγια ο Χριστός ο Αναστημένος.
 
Όταν κινείται για να πάει προς την είσοδο, δύο πανέμορφες λαμπρότητες όμοιες με τ' αστέρια εμφανίζονται, η μια από τη μια πλευρά και η άλλη από την άλλη πλευρά της εισόδου, σκυμμένες σε δοξολογία προς τον Θεό τους, που περνάει τυλιγμένος μέσα στο Φως Του, μακάριος, με το χαμόγελό Του και βγαίνει έξω εγκαταλείποντας τον τάφο και επιστρέφει για να βαδίσει πάνω στη Γη, που ξυπνάει από χαρά και λάμπει με τη δροσιά της αυγής, με τα αμέτρητα ανθάκια πάνω στις μηλιές που ανοίγουν θαυματουργικά στον πρωινό ήλιο που τα φιλάει, και στον αιώνιο Ήλιο που βαδίζει κάτω από αυτά.

Οι φρουροί έχουν μείνει παραλυμένοι στο σημείο που βρίσκονταν. Δεν βλέπουν τίποτα. Ο Ιησούς σηκώνει το χέρι Του και ευλογεί όλα γύρω Του, και ενώ τα πουλιά κελαηδούν πιο δυνατά και ο άνεμος μεταφέρει τα αρώματα του, χάνεται από τα μάτια μου.

Ο Ιησούς εμφανίζεται πρώτα στη Μητέρα Του

Η Μαρία είναι σκυμμένη με το κεφάλι στο πάτωμα και προσεύχεται. Φαίνεται δυστυχισμένη. Μοιάζει με μαραμένο λουλούδι. Το κλειστό παράθυρο ανοίγει με βία και χτυπάει με θόρυβο τα παντζούρια και με την πρώτη ακτίνα του ήλιου έρχεται μέσα ο Ιησούς.
Η Μαρία, που τρόμαξε με τον θόρυβο και σηκώνει το κεφάλι Της για να δει ποιος
άνεμος άνοιξε τα παντζούρια, βλέπει τον λαμπερό Γιο Της: όμορφο, πολύ πιο όμορφο από πριν, πριν από το μαρτύριο. Χαμογελαστός, πιο φωτεινός και από τον ήλιο, με λευκά ενδύματα που φαίνονται υφασμένα, βαδίζει προς Αυτήν.
Η Μαρία σηκώνεται στα γόνατα και σταυρώνοντας τα χέρια Της πάνω στο στήθος Της, λέει με έναν λυγμό χαράς και λύπης, «Κύριέ Μου και Θεέ Μου» και παραμένει έτσι, απορροφημένη, να Τον ατενίζει με το πρόσωπο Της γεμάτο δάκρυα, αλλά ειρηνικό, ήρεμο, από το χαμόγελο Του και από την έκσταση.
 
Όμως Αυτός δεν θέλει να βλέπει την Μητέρα του στα γόνατα, σαν να υπηρετεί. Και Την καλεί απλώνοντας τα χέρια Του από τις πληγές των οποίων εκχέονται ακτίνες που κάνουν την ένδοξη Σάρκα Του ακόμα πιο φωτεινή: «Μητέρα!» Δεν είναι η θλιμμένη λέξη όταν Την αποχαιρετούσε πριν από το  Πάθος Του, ούτε ο σπαραξικάρδιος θρήνος όταν συναντήθηκαν στον Γολγοθά, και της αγωνίας. Είναι μια φωνή θριάμβου, χαράς, ελευθερίας, ευχαρίστησης, αγάπης, ευγνωμοσύνης. Και σκύβει πάνω από την Μητέρα Του, που δεν τολμάει να Tον αγγίξει, και βάζει τα χέρια Του κάτω από τους λυγισμένους αγκώνες Της και Τη σηκώνει, Τη σφίγγει στην καρδιά Του και τη φιλάει.

Ω! Η Μαρία τότε αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι όραμα, ότι είναι ο Γιος Της που πραγματικά αναστήθηκε, ότι είναι ο Ιησούς Της, ο Γιος που Την αγαπάει ακόμα σαν Γιος Της. Και με μια φωνή τυλίγεται γύρω από τον λαιμό Του, και Τον αγκαλιάζει και Τον φιλάει, γελώντας μέσα στα κλάματά Της. Φιλάει το Μέτωπο Του, όπου δεν υπάρχουν πλέον πληγές, το Κεφάλι Του που δεν είναι πλέον αχτένιστο και ματωμένο, τα λαμπερά Του Μάτια, τα Μάγουλά Tου που έχουν θεραπευτεί, και το Στόμα Του που δεν είναι πλέον πρησμένο. Κατόπιν παίρνει τα χέρια Του και τα φιλάει από μέσα και από έξω, τις πληγές που ακτινοβολούν, και ξαφνικά σκύβει κάτω, στα Πόδια Του και τα ξεσκεπάζει από τα μακριά φωτεινά ενδύματα και τα φιλάει. Κατόπιν σηκώνεται, Τον κοιτάζει, αλλά δεν τολμάει.
Όμως, Αυτός χαμογελάει, καταλαβαίνει. Ξεσκεπάζει λίγο το στήθος Του, και λέει:
«Και αυτήν Μητέρα, δεν θα τη φιλήσεις, αυτήν που Σου έδωσε τόσο πόνο και μόνον Εσύ είσαι άξια να την φιλήσεις; Φίλησε την Καρδιά Μου, Μητέρα. Το φιλί Σου θα σβήσει κάθε ανάμνηση από κάθε θλίψη και θα Μου δώσει αυτή τη χαρά, διότι η χαρά που αναστήθηκα ακόμα Μου λείπει». Και παίρνει το πρόσωπο της Μητέρας Του μέσα στα χέρια Του και βάζει τα χείλη Της πάνω στην πληγή του στήθους Του, από την οποία ποτάμια λαμπερού φωτός εκχέονται.
Το πρόσωπο της Μαρίας τυλίγεται μέσα σ’ ένα φως από τις ακτίνες Του. Γονατίζει και φιλάει, ενώ ο Ιησούς Την χαϊδεύει. Αυτή ποτέ δεν κουράζεται να φιλάει. Μοιάζει με διψασμένη γυναίκα που το στόμα της είναι κολλημένο πάνω στην πηγή και πίνει απ’ αυτήν τη ζωή, που της έφευγε.

Μιλάει ο Ιησούς:
«Όλα τελείωσαν Μητέρα. Δεν χρειάζεται πλέον να κλαις για τον Γιο Σου. Η  δοκιμασία τελείωσε. Η Σωτηρία αρχίζει. Μητέρα ευχαριστώ που Με γέννησες, που Με ανέθρεψες, που Με βοήθησες στη ζωή και στον θάνατο. Άκουσα τις προσευχές Σου, έλα σε Μένα. Αυτές Με στήριξαν στον πόνο Μου, ήταν η συντροφιά Μου στο ταξίδι Μου πάνω στη Γη και πέρα από τη Γη. Αυτές ήρθαν μαζί Μου στον Σταυρό και στον Άδη. Ήταν το λιβάνι που προηγείτο του Ποντίφικα, που πήγαινε να φωνάξει τους δούλους Του και να τους οδηγήσει στον Ναό που δεν πεθαίνει: Στον Ουρανό Μου. Αυτές ήρθαν μαζί Μου στον Παράδεισο, προηγήθηκαν σαν μια αγγελική φωνή, η πομπή της σωτηρίας οδηγημένη από τον Σωτήρα, ώστε οι άγγελοι να είναι έτοιμοι να χαιρετήσουν τον Κατακτητή, που επέστρεφε στην Βασιλεία Του. Αυτές εισακούστηκαν και έγιναν ορατές από τον Πατέρα και το Πνεύμα, που τους χαμογελούσε σαν να ήταν το πιο όμορφο λουλούδι και το πιο γλυκό τραγούδι που γεννήθηκε στον Παράδεισο. Τις αναγνώρισαν οι Πατριάρχες και οι καινούργιοι άγιοι, οι καινούργιοι, οι πρώτοι κάτοικοι της Δικής Μου Ιερουσαλήμ, και Σου φέρνω τις ευχαριστίες τους Μητέρα, μαζί με τα φιλιά των δικών τους, μαζί με τις ευλογίες τους και με τις ευλογίες του Ιωσήφ, του μνηστήρα της ψυχής Σου.

Όλος ο Ουρανός ψάλλει Ωσαννά σε Σένα, Μητέρα, Άγια Μητέρα! Ένα Ωσαννά που δεν πεθαίνει, δεν είναι ψεύτικο, όπως αυτό που πρόφεραν οι άνθρωποι σε Μένα πριν λίγες ημέρες. Τώρα θα πάω στον Πατέρα με την Ανθρώπινη μορφή Μου. Ο Παράδεισος πρέπει να δει τον Κατακτητή με την μορφή του Ανθρώπου με την οποία νίκησε την Αμαρτία του ανθρώπου. Όμως θα έρθω πάλι. Πρέπει να στηρίξω την Πίστη σε αυτούς που δεν πιστεύουν ακόμα και πρέπει να πιστέψουν για να οδηγήσουν και άλλους στην πίστη. Πρέπει να δυναμώσω τους δειλούς που θα χρειαστούν τόση δύναμη για να αντισταθούν στον κόσμο. Κατόπιν θα ανέβω στον Ουρανό. Όμως δεν θα Σε αφήσω μόνη. Μητέρα, βλέπεις αυτό το ύφασμα; Στην κατήφεια Μου ακτινοβόλησα ακόμα την δύναμη ενός θαύματος για Σένα, για να Σου δώσω αυτή την παρηγοριά. Όμως για Σένα θα κάνω άλλο ένα θαύμα. Θα Με κατέχεις στο Μυστήριο, αληθινά όπως ήμουν όταν Με έφερες μέσα Σου. Δεν θα είσαι ποτέ μόνη. Αυτές τις μέρες ήσουν μόνη. Όμως και αυτή η θλίψη η δική Σου χρειαζόταν για τη Σωτηρία. Εσύ είσαι Αυτή που από Μόνη Σου θα κάνεις τα περισσότερα απ’ όλους μαζί. Όμως χρειάστηκε και αυτή η μακρά εγκατάλειψη. Τώρα δεν είναι έτσι πλέον. Δεν είμαι πλέον χωρισμένος από τον Πατέρα. Εσύ δεν θα είσαι πλέον χωρισμένη από το Γιο Σου. Και, έχοντας τον Γιο Σου, έχεις την Αγία Τριάδα. Εσύ θα φέρεις την Τριαδικότητα στους ανθρώπους, και εσύ θα εξαγιάσεις την Εκκλησία Μου, Εσύ, Βασίλισσα της Ιεροσύνης και Μητέρα των Χριστιανών.

Μετά θα έρθω να Σε πάρω. Και δεν θα είμαι πλέον μέσα Σου, αλλά Εσύ θα είσαι μέσα Μου, στη Βασιλεία Μου, για να κάνεις τον Παράδεισο πιο ωραίο. Φεύγω τώρα, Μητέρα. Πηγαίνω να κάνω μια άλλη Μαρία ευτυχισμένη. Κατόπιν θα ανέβω στον Πατέρα. Μετά θα πάω σ’ αυτούς που δεν πιστεύουν. Μητέρα, το φιλί Σου σαν ευλογία. Και την Ειρήνη Μου σε Σένα για συντροφιά. Αντίο».

Και ο Ιησούς εξαφανίζεται μέσα στον ήλιο που ξεχύνεται από τον καθαρό πρωινό ουρανό.

ΠΗΓΗ: Τα κεφ. 616, 617, 618 του βιβλίου της Μ. Βαλτόρτα "The Gospel as revealed to me".

ΑΠΟΔΟΣΗ: Αγγελική Σ. Νατσούλη

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα χρώματα της αύρας και η σημασία τους

Τα Κρυστάλλινα Παιδιά

Γιατί οι Ινδιάνοι είχαν μακριά μαλλιά;

Τι γίνεται όταν πεθαίνουμε;