Η τραγική νύχτα αγωνίας στη Γεθσημανή

(Η ημέρα των Εβραίων της εποχής εκείνης ξεκινούσε το απόγευμα και τελείωνε το επόμενο απόγευμα. Οπότε, η Παρασκευή αρχίζει κατά τις 6 μ.μ. της δικής μας Πέμπτης. Τότε ήταν που μαζεύτηκαν οι απόστολοι στο δωμάτιο για να φάνε το Πάσχα. Μετά το δείπνο, ο Ιησούς παίρνει τους αποστόλους στον κήπο της Γεθσημανή, όντας Παρασκευή. Τα γεγονότα της Παρασκευής είναι πολλά και γι’ αυτό θα χωριστούν σε τμήματα).

Υπάρχει απόλυτη ησυχία στους δρόμους. Στην απόλυτη ησυχία ακούγεται μόνον ο ήχος μιας μικρής πηγής, το νερό της οποίας χύνεται πάνω σε μια πέτρινη λεκάνη. Από την ανατολική πλευρά, κατά μήκος των σπιτιών είναι ακόμα σκοτεινά, ενώ από την άλλη πλευρά αρχίζει να αυξάνεται το ασημόλευκο φως του φεγγαριού. Όμως κάτω από τις πολυάριθμες καμάρες που ενώνουν το ένα σπίτι με το άλλο είναι όλα αμπαρωμένα και σκοτεινά σαν εγκαταλελειμμένα, υπάρχει απόλυτο σκοτάδι και το κοκκινωπό φως της δάδας που κρατάει ο Σίμωνας γίνεται ιδιαίτερα φωτεινό και ακόμα πιο χρήσιμο. Όλοι οι μαθητές είναι πολύ ανήσυχοι. Το μόνο ήρεμο πρόσωπο είναι του Ιησού, παρ’ όλο που η κόπωση Τον δείχνει γηραιότερο, με ρυτίδες που συνήθως δεν υπάρχουν και ήδη παίρνει την μελλοντική εικόνα του προσώπου του θανάτου.

Ο Ιωάννης που βρίσκεται δίπλα Του κοιτάζει τριγύρω, οτιδήποτε μπορεί να βλέπει, με μια ανήσυχη θλιμμένη ματιά. Μοιάζει με παιδί που τρομοκρατήθηκε από κάποια ιστορία που άκουσε και εκλιπαρεί για βοήθεια από κάποιον που είναι πιο έμπειρος απ’ αυτόν. Όμως, ποιος μπορεί να τον βοηθήσει; Ο Σίμων που βρίσκεται από την άλλη πλευρά του Ιησού, φαίνεται συγκρατημένος, σκυθρωπός σαν να τον βασανίζουν φρικτές σκέψεις. Και είναι ο μόνος, μετά τον Ιησού, που είναι επιβλητικός. Οι άλλοι, σε δύο ομάδες που συνεχώς εναλλάσσονται, είναι όλοι αναστατωμένοι. Και κάπου κάπου ακούγεται η βραχνή φωνή του Πέτρου και η βαρύτονη του Θωμά να μιλούν πιο δυνατά. Συζητούν για το τι πρέπει να γίνει, και κάποιοι προτείνουν το ένα και κάποιοι το άλλο πράγμα. Όμως όλες οι προτάσεις
απορρίπτονται διότι “η ώρα του σκότους” πρόκειται να αρχίσει, και οι γνώμες των
ανθρώπων σκοτεινιάζουν και μπερδεύονται.

«Έπρεπε να σας το είχα πει πρωτύτερα» λέει ο Πέτρος με ανησυχία.
«Μα κανείς δεν μίλησε. Ούτε και ο Διδάσκαλος...»
«Ποτέ! Ποτέ δεν θα μιλούσε. Αδελφέ! Φαίνεται πως δεν Τον ξέρεις!»
«Διαισθάνθηκα πως κάτι συμβαίνει. Και είπα: “Ας πάμε να πεθάνουμε μαζί Του”, όμως μα τον Άγιο Θεό, αν ήξερα ότι είναι ο Ιούδας του Σίμωνα...» φωνάζει ο Θωμάς με τη βροντερή φωνή του, απειλητικά.
«Και τι θα ήθελες να κάνεις;» ρωτάει ο Βαρθολομαίος.
«Εγώ, θα το κάνω και τώρα, αν με βοηθήσετε!»
«Τι; Θα πήγαινες να τον σκοτώσεις; Πού;»
«Όχι, θα έπαιρνα τον Διδάσκαλο μακριά. Είναι πιο εύκολο!»
«Αυτός δεν θα ερχόταν!»
«Δεν θα Τον ρωτούσα αν ήθελε να έρθει. Θα Τον απήγαγα, όπως απαγάγει κάποιος μια γυναίκα».
«Δεν θα ήταν κακή ιδέα!» λέει ο Πέτρος. Και κάνει πίσω αυθόρμητα, πηγαίνει στην
παρέα των γιων του Αλφαίου, που μαζί με τον Ματθαίο και τον Ιάκωβο ψιθυρίζουν
μεταξύ τους σαν να συνωμοτούν.
«Ακούστε… ο Θωμάς λέει ότι πρέπει να πάρουμε τον Ιησού, μακριά. Όλοι μαζί θα
μπορούσαμε… Από τη Γεθσημανή στη Βαιθ- φαγή και μετά στη Βηθανία και από
εκεί… σε κάποιο άλλο μέρος. Και όταν θα βρίσκεται σε ασφαλές μέρος εμείς θα
επιστρέψουμε και θα καθαρίσουμε τον Ιούδα».
«Είναι μάταιο, όλο το Ισραήλ είναι μια παγίδα», λέει ο Ιάκωβος του Αλφαίου.
«Και τώρα είναι ώρα να του δίνουμε. Ήταν κατανοητό. Πάρα πολύ μίσος».
«Ματθαίε, με κάνεις να θυμώνω! Ήσουν πιο θαρραλέος όταν ήσουν αμαρτωλός!
Φίλιππε πες μας την γνώμη σου».

Ο Φίλιππος που βαδίζει ολομόναχος και φαίνεται να μονολογεί, κοιτάζει ψηλά και
σταματάει. Ο Πέτρος πηγαίνει κοντά του και μιλούν ψιθυριστά. Κατόπιν έρχονται στην
ομάδα που ήσαν προηγουμένως και ο Φίλιππος λέει: «Εγώ θα έλεγα ότι το καλύτερο
μέρος είναι ο Ναός».
«Είσαι τρελός;» φωνάζουν τα ξαδέλφια, ο Ματθαίος και ο Ιάκωβος. «Μα αυτοί
Τον θέλουν νεκρό!»
«Σιωπή! Τι φασαρία που κάνετε! Εγώ ξέρω τι λέω. Αυτόν θα Τον αναζητήσουν παντού.
Όμως όχι εκεί. Εσύ και ο Ιωάννης έχετε καλή φιλία με τους υπηρέτες του Άννα. Ένα
όμορφο δώρο... και όλα τακτοποιήθηκαν. Πιστέψτε με! Το καλύτερο μέρος για να
κρυφτεί κάποιος που αναζητείται είναι το σπίτι του δεσμοφύλακα».
«Εγώ δεν θα το κάνω» λέει ο Ιάκωβος του Ζεβεδαίου. «Όμως ας ακούσουμε και
τη γνώμη των άλλων. Του Ιωάννη πρώτα πρώτα. Και αν Τον συλλάβουν; Δεν θέλω
να πει κάνεις ότι εγώ είμαι ο προδότης».
 
«Αυτό δεν το σκέφτηκα. Τότε;» Ο Πέτρος είναι σαν χαμένος.
«Λοιπόν θα έλεγα ότι πρέπει κάτι να κάνουμε από φιλευσπλαχνία. Το μόνο που θα
μπορέσουμε: να απομακρύνουμε τη Μητέρα», λέει ο Ιούδας του Αλφαίου.
«Και βέβαια!.. Όμως... ποιος θα πάει; Τι θα Της πούμε; Εσείς θα πρέπει να πάτε
που είστε και συγγενείς Της».
«Εγώ θα μείνω με τον Ιησού, δικαιωματικά. Εσείς μπορείτε να πάτε».
«Εγώ;! Εγώ είμαι αρματωμένος με ένα σπαθί για να πεθάνω σαν τον Ελεάζαρ του
Αυαράν (Α’ Μακκ. 6: 43-46). Εγώ αντιμετωπίζω λεγεώνες για τον Ιησού
μου και θα χτυπήσω χωρίς δισταγμό. Αν με σκοτώσουν επειδή θα είναι
περισσότεροι, δεν πειράζει. Εγώ θα Τον έχω υπερασπιστεί», δηλώνει ο Πέτρος.
«Μα είσαι σίγουρος πως είναι ο Ισκαριώτης;» ο Φίλιππος ρωτάει τον Θαδδαίο.
«Είμαι βέβαιος. Κανείς από εμάς δεν έχει καρδιά φιδιού. Μόνον αυτός... Ματθαίε,
πήγαινε στην Μαρία και μίλησε Της...»
«Εγώ; Να την ξεγελάσω; Α! Όχι. Εγώ είμαι έτοιμος να πεθάνω αλλά να μην προδώσω αυτή την περιστέρα...»

Οι φωνές τους μπερδεύονται και ακούγεται ένα ψίθυρος.
«Ακούς; Διδάσκαλέ μου, Σε αγαπάμε», λέει ο Σίμων.
«Το ξέρω. Δεν χρειάζομαι αυτά τα λόγια για να το μάθω. Και αν δίνουν ειρήνη στην καρδιά του Ιησού, όμως πληγώνουν την ψυχή Του».
«Γιατί, Κύριε μου; Είναι λόγια αγάπης».
«Μιας πολύ ανθρώπινης αγάπης. Αλήθεια, σε αυτά τα τρία χρόνια δεν έχω κάνει τίποτα, διότι είστε ακόμα πιο ανθρώπινοι και από την πρώτη ώρα. Απόψε υπάρχει αναβρασμός μέσα σας, ο πιο βρωμερός αναβρασμός. Όμως δεν φταίτε εσείς...»
«Σώσε τον Εαυτό Σου, Ιησού», λέει ο Ιωάννης γοερά.
«Εγώ σώζω τον Εαυτό Μου».
«Ναι; Ω! Θεέ μου, Σε ευχαριστώ!» ο Ιωάννης μοιάζει με ένα λουλούδι που έχει μαραθεί από την υπερβολική ζέστη και γίνεται πάλι φρέσκο και στέκεται στο κοτσάνι του. «Θα το πω στους άλλους. Που πηγαίνουμε;»
«Εγώ πηγαίνω προς τον θάνατό Μου. Εσείς προς την Πίστη».
«Μα, τώρα δεν έλεγες ότι θα σώσεις τον Εαυτό Σου;» ο αγαπημένος απόστολος απογοητεύεται ξανά.
«Ναι, βασικά σώζω τον Εαυτό Μου. Αν δεν υπήκουα στον Πατέρα, θα έχανα τον Εαυτό Μου. Εγώ Τον υπακούω. Έτσι σώζω τον Εαυτό Μου. Όμως μην κλαις έτσι! Εσύ είσαι λιγότερο γενναίος από τους μαθητές εκείνου του Έλληνα φιλοσόφου για τον οποίο σας μίλησα μια μέρα. Εκείνοι παρέμειναν με τον δάσκαλό τους, που πέθαινε, διότι είχε πάρει δηλητήριο, κώνειο, και τον παρηγορούσαν με την ανθρώπινη θλίψη τους. Εσύ… εσύ είσαι σαν ένα μικρό αγόρι που έχασε τον πατέρα του».
«Και δεν είναι έτσι; Αυτό που χάνω είναι μεγαλύτερο από τον χαμό του πατέρα μου! Εγώ
χάνω Εσένα...»
«Δεν Με χάνεις. Διότι θα συνεχίσεις να Με αγαπάς. Χάνεται αυτός που αποχωρίστηκε από εμάς από αμνησία πάνω στη γη και από του Θεού την Κρίση στον άλλο κόσμο. Όμως εμείς δεν θα χωριστούμε ποτέ. Ούτε σε αυτόν, ούτε στον άλλο κόσμο».
Όμως ο Ιωάννης δεν καταλαβαίνει.

Ο Σίμων έρχεται πιο κοντά στον Ιησού και με χαμηλή φωνή Του εκμυστηρεύεται:
«Διδάσκαλε… ο Σίμων Πέτρος και εγώ... θέλαμε να κάνουμε κάτι... όμως, αφού Εσύ γνωρίζεις τα πάντα, πες μου: περίπου σε πόσες ώρες θα Σε συλλάβουν;»
«Μόλις το φεγγάρι φτάσει στη κορυφή του τόξου του».
Ο Σίμων κάνει μια χειρονομία πόνου και ανυπομονησίας, δεν θα έλεγα θυμού.
«Τότε όλα είναι άχρηστα... Διδάσκαλε, θέλω να Σου εξηγήσω. Σχεδόν μάλωσες τον Σίμωνα Πέτρο και εμένα που Σε αφήσαμε Μόνο αυτές τις τελευταίες ημέρες... Όμως λείψαμε για το καλό Σου… Για το καλό Σου. Ο Πέτρος επειδή φοβήθηκε με αυτά που είπες, ήρθε σε μένα τη Δευτέρα το βράδυ ενώ κοιμόμουν και μου είπε: “Εσύ και εγώ, σε εμπιστεύομαι, πρέπει κάτι να κάνουμε για τον Ιησού. Και ο Ιούδας είπε ότι θέλει να ασχοληθεί μ’ αυτό”. Ω! Γιατί δεν το καταλάβαμε τότε; Γιατί δεν μας είπες τίποτα; Όμως, πες μου, δεν το είπες σε κανέναν; Αληθινά; Ίσως το έμαθες λίγες ώρες πριν φύγει;»

«Πάντοτε το ήξερα. Ακόμα προτού να γίνει μαθητής Μου. Και προσπάθησα με κάθε τρόπο να τον διώξω από Μένα για να μην είναι τέλειο το έγκλημά του και από θεία και από ανθρώπινη άποψη. Αυτοί που θέλουν τον θάνατό Μου είναι οι εκτελεστές του Θεού. Αυτός ο μαθητής και φίλος Μου, είναι επίσης και ο Προδότης, ο εκτελεστής του ανθρώπου. Ο πρώτος Μου εκτελεστής, διότι Με έχει ήδη σκοτώσει μέσα από την προσπάθεια να τον έχω δίπλα Μου, στο τραπέζι, και να πρέπει να τον προστατεύω μόνος Μου, από εσάς».
«Και κανείς δεν το ξέρει;»
«Ο Ιωάννης, του το είπα στο τέλος του Δείπνου. Μα τι έκανες;»
«Και ο Λάζαρος; δεν ξέρει τίποτε ο Λάζαρος; Σήμερα είχαμε πάει στο σπίτι του, διότι ήρθε
νωρίς το πρωί και έκανε την προσφορά του στο Ναό, και έφυγε χωρίς να σταματήσει στο παλάτι του ούτε και στο Πραιτώριο. Διότι πάντοτε πηγαίνει εκεί, συνεχίζει το έθιμο
του πατέρα του. Και, όπως ξέρεις, ο Πιλάτος βρίσκεται στην πόλη αυτές τις ημέρες…»

«Ναι. Όλοι είναι εδώ. Εδώ είναι η Ρώμη: η νέα Σιών, με τον Πιλάτο. Υπάρχει ο Ισραήλ με τον Καϊάφα και τον Ηρώδη, διότι το Πάσχα συγκέντρωσε τα παιδιά αυτού του λαού στη βάση του βωμού του Θεού... Μήπως είδες τον Γαμαλιήλ;»

«Ναι, τον είδα. Γιατί με ρωτάς; Θα τον δω και αύριο...»
«Ο Γαμαλιήλ απόψε είναι στην Βηθ-φαγή. Το ξέρω. Όταν θα πάμε στη Γεθσημανή, εσύ θα πας στον Γαμαλιήλ να του πεις: “Σύντομα θα έχεις το σημείο που περιμένεις για 21 χρόνια”. Τίποτε άλλο. Κατόπιν θα επιστρέψεις στους συντρόφους σου».
«Μα πώς το ξέρεις; Ω! Διδάσκαλέ μου, καημένε Διδάσκαλε, που δεν έχεις ούτε την παρηγοριά να μην γνωρίζεις τα έργα των άλλων ανθρώπων!»

«Καλά είπες: καημένε Διδάσκαλε!
Την παρηγοριά να μην γνωρίζω! Διότι τα κακά
έργα είναι πολύ περισσότερα από τα καλά. Όμως βλέπω και τα καλά και χαίρομαι με
αυτά».
«Τότε θα ξέρεις ότι...»
«Σίμων, ήρθε η ώρα του Πάθους Μου. Για να το ολοκληρώσει ο Πατέρας, αποσύρει το φως Του από Μένα, όσο πλησιάζει. Πολύ σύντομα θα έχω μόνο σκοτάδι και το στοχασμό για το τι είναι σκοτάδι: δηλαδή, όλες τις αμαρτίες του ανθρώπου. Εσύ δεν μπορείς, κανένας δεν μπορεί να καταλάβει. Κανείς, εκτός από αυτόν που θα τον καλέσει ο Θεός για αυτή τη ειδική αποστολή, και όπως ο άνθρωπος είναι υλικός ακόμα και στην αγάπη και στην περισυλλογή, θα υπάρξουν αυτοί που θα κλαίνε και θα υποφέρουν για το φραγγέλωμα και τα βασανιστήρια του Σωτήρα, όμως το πραγματικό μαρτύριο, και πιστέψτε Με εσείς που Με ακούτε, το πνευματικό που είναι το πιο φρικτό, δεν θα καταμετρηθεί... Λοιπόν, μίλησε Σίμωνα. Οδήγησέ Με στα βήματά σου πού η φιλία σου πήγε για χάρη Μου, διότι είμαι ένα φτωχός άνθρωπος που χάνει το φως του και βλέπει φαντάσματα, κι όχι αληθινά πράγματα…»

Ο Ιωάννης Τον αγκαλιάζει και ρωτάει: «Τί; δεν μπορείς να δεις πλέον τον Ιωάννη 
Σου;»
«Μπορώ να σε δω. Όμως τα φαντάσματα έρχονται από την καταχνιά του Σατανά.
Οράματα εφιάλτες και θλίψεις. Αυτό το βράδυ όλοι είμαστε περιτριγυρισμένοι από το μίασμα της Κόλασης. Προσπαθεί να δημιουργήσει δειλία, ανυπακοή και θλίψη μέσα Μου. Θα δημιουργήσει απογοήτευση και φόβο σε σας. Σε άλλους ανθρώπους που
δεν φοβούνται και δεν είναι εγκληματικοί, θα φέρει εγκληματικότητα και φόβο. Σε άλλους, που ήδη ανήκουν στον Σατανά, θα τους διεγείρει αφύσικες διαστροφές. Το λέω αυτό, διότι η τελειότητά τους στο κακό θα είναι τόσο μεγάλη σε σημείο να υπερβαίνουν τις ανθρώπινες δυνατότητες και να πετυχαίνουν την τελειότητα που είναι πάντοτε αφύσικη. Μίλα Σίμωνα».

«Ναι, από τη Τρίτη, δεν κάνουμε τίποτα παρά να γυρνάμε για να ανακαλύψουμε, να

εμποδίσουμε, να ζητήσουμε βοήθεια».
«Και εσύ τι μπόρεσες να κάνεις;»
«Τίποτα. Ή πολύ λίγα».
«Αυτό το λίγο θα γίνει “τίποτα” όταν ο φόβος παραλύσει τις καρδιές».
«Εγώ θύμωσα ακόμα και με τον Λάζαρο. Πρώτη φορά μου συνέβη αυτό. Νευρίασα διότι μου φαινόταν αδρανής. Θα έπρεπε κάτι να κάνει. Είναι φίλος του Κυβερνήτη. Πάντα είναι ο γιος του Θεόφιλου! Όμως ο Λάζαρος απέρριπτε κάθε μου πρόταση. Τον άφησα και του φώναξα: “Νομίζω ότι είσαι εσύ ο φίλος για τον οποίο μας μιλούσε ο Διδάσκαλος. Με κάνεις να τρομάζω!” και δεν ήθελα να πάω σπίτι του. Όμως σήμερα το πρωί με κάλεσε και μου είπε: “Μπορείς να σκέπτεσαι ακόμα ότι εγώ είμαι ο προδότης;” Είχα ήδη δει τον Γαμαλιήλ και τον Ιωσήφ και τον Χούζα, τον Νικόδημο και τον Μαναήν και τέλος τον αδελφό Σου τον Ιωσήφ και δεν μπορούσα πλέον να πιστεύω αυτά που είπα. Και του είπα:
“Συγχώρεσέ με Λάζαρε, αλλά αισθάνομαι ότι το μυαλό μου είναι πιο ταραγμένο τώρα
παρά όταν ήμουν καταδικασμένος ο ίδιος”. Και έτσι είναι, Διδάσκαλε... Δεν είμαι πλέον
ο εαυτός μου... μα γιατί χαμογελάς;»

«Διότι αυτό επιβεβαιώνει αυτά που είπα προηγουμένως. Η ομίχλη του Σατανά σε 
τριγυρίζει και σε ταράζει. Τι σου απάντησε ο Λάζαρος;»
«Είπε: “Σε καταλαβαίνω. Έλα σήμερα με τον Νικόδημο. Πρέπει να σε δω”. Και πήγα, όση ώρα ο Πέτρος ήταν στους Γαλιλαίους. Διότι ο αδελφός Σου που είναι τόσο μακριά, είναι πιο καλά πληροφορημένος από εμάς. Και λέει, ότι το έμαθε κατά τύχη, ενώ μιλούσε σε έναν ηλικιωμένο Γαλιλαίο, φίλο του Αλφαίου και του Ιωσήφ, ένα Γαλιλαίο που ζει κοντά στην αγορά».

«Α!... Ναι... ένας σπουδαίος φίλος της οικογένειας...»

«Αυτός είναι εκεί μαζί με τον Σίμωνα και τις γυναίκες. Είναι και αυτή η οικογένεια από την Κανά».
«Είδα τον Σίμωνα».
«Λοιπόν, του Ιωσήφ, του είπε αυτός ο φίλος του που έχει φίλο κάποιον από τον Ναό, ότι αποφάσισαν να Σε συλλάβουν, και αυτός το είπε στον Πέτρο: “Πάντοτε ήμουν αντίθετος με Αυτόν, όμως το έκανα από αγάπη και για όσο καιρό Αυτός ήταν δυνατός. Όμως τώρα που έχει γίνει σαν παιδί και είναι θήραμα για τους εχθρούς Του, εγώ, ένας συγγενής του που πάντοτε Τον αγαπούσα, είμαι μαζί Του. Έχω καθήκον, είναι το αίμα μου, και Τον αγαπώ”.

Ο Ιησούς χαμογελάει και φαίνεται για λίγο το γαλήνιο πρόσωπο των χαρούμενων

στιγμών.
«Και ο Ιωσήφ είπε στον Πέτρο: “Αυτοί οι Φαρισαίοι της Γαλιλαίας είναι κακοί σαν όλους τους άλλους Φαρισαίους. Όμως η Γαλιλαία δεν έχει μόνο Φαρισαίους. Και οι Γαλιλαίοι που βρίσκονται εδώ Τον αγαπούν. Πάμε να τους πούμε να συγκεντρωθούν για να Τον υπερασπιστούν. Εμείς έχουμε μόνο μαχαίρια. Αλλά και τα ρόπαλα είναι όπλα αν τα χειρίζεσαι σωστά. Και αν δεν έρθουν τα Ρωμαϊκά στρατεύματα, εμείς γρήγορα θα υπερισχύσουμε από αυτούς τους δειλούς παλιανθρώπους της φρουράς του Ναού”. Και ο Πέτρος πήγε μαζί του. Εν τω μεταξύ, εγώ πήγα στον Λάζαρο μαζί με τον Νικόδημο. Είχαμε αποφασίσει να πείσουμε τον Λάζαρο να έρθει μαζί μας και να ανοίξει το σπίτι του για να είναι μαζί Σου. Αυτός μας είπε: “Εγώ πρέπει να υπακούσω τον Ιησού και να μείνω εδώ, υποφέροντας διπλά...”. Είναι αλήθεια;»

 
«Αλήθεια είναι. Εγώ του έδωσα αυτή την εντολή».
«Όμως μου έδωσε τα σπαθιά. Είναι δικά του. Το ένα για μένα και το άλλο για τον Πέτρο. Και ο Χούζα ήθελε να μου δώσει σπαθιά. Αλλά… τι αξία έχουν δυο σιδερικά μπροστά σε έναν ολόκληρο στρατό. Ο Χούζα δεν μπορεί να πιστέψει πως όλα αυτά που λες είναι αληθινά. Ορκίζεται ότι δεν ξέρει τίποτα, και στην Αυλή δεν σκέπτονται τίποτα άλλο παρά πως θα χαρούν τη γιορτή… ένα φαγοπότι όπως το συνηθίζουν. Τόσο, που είπε στην Ιωάννα να αποτραβηχτούν σε ένα από τα σπίτια τους στην Ιουδαία. Όμως η Ιωάννα θέλει να μείνει εδώ. Η Πλωτίνα, η Άννα, η Βερονίκη και οι δύο Ρωμαίες κυρίες από την παρέα της Κλαυδίας θα μείνουν μαζί της. Κλαίνε, προσεύχονται και βάζουν αγνούς ανθρώπους να προσεύχονται. Όμως δεν είναι ώρα για προσευχές. Είναι η ώρα του αίματος. Αισθάνομαι τον “ζήλο” να παίρνει ζωή μέσα μου και έχω την επιθυμία να σκοτώσω σε αντεκδίκηση!...»

«Σίμων»! Ο Ιησούς είναι αυστηρότατος. Αν πρόθεσή Μου ήταν να πεθάνεις κάτω από την κατάρα, δεν θα σε απελευθέρωνα από την αρρώστια σου!»  
«Ω! Συγχώρησέ με, Διδάσκαλε… συγχώρησέ με. Είμαι σαν τον μεθυσμένο που παραμιλάει».
«Και τι λέει ο Μαναήν;»
Ο Μαναήν λέει ότι δεν είναι δυνατόν να είναι αληθινά, και αν είναι, θα Σε ακολουθήσει μέχρι το ικρίωμα».
«Πώς βασίζεστε όλοι στον εαυτό σας! Πόση υπερηφάνεια έχει ο άνθρωπος! Και ο Νικόδημος και ο Ιωσήφ; Αυτοί τι ξέρουν;»
«Τίποτε περισσότερα από μένα. Πριν λίγο καιρό σε μια συνάντηση ο Ιωσήφ ήρθε αντιμέτωπος με τους Σανχεντρίν, διότι τους απεκάλεσε φονιάδες, που ήθελαν να σκοτώσουν έναν αθώο, και είπε: “Όλα είναι παράνομα εδώ μέσα. Ο Ιησούς έχει δίκιο όταν λέει ότι το βδέλυγμα της ερημώσεως είναι στον Οίκο του Κυρίου. Αυτός ο Βωμός πρέπει να καταστραφεί διότι βεβηλώθηκε”. Δεν τον λιθοβόλησαν επειδή ήταν ο Ιωσήφ. Όμως από τότε, τον έχουν αφήσει στο σκοτάδι για όλα τα θέματα. Μόνον ο Γαμαλιήλ κι ο Νικόδημος παραμένουν φιλικοί μαζί του. Όμως ο πρώτος δεν μιλάει. Και ο άλλος... ούτε αυτόν ούτε τον Ιωσήφ τους κάλεσαν ξανά στο συνέδριο για πραγματικά σοβαρές αποφάσεις.  Συναντώνται παράνομα εδώ και εκεί, σε διαφορετικές ώρες, από φόβο γι’ αυτούς της Ρώμης. Α! Ξέχασα!... Οι βοσκοί. Αυτοί είναι μαζί με τους Γαλιλαίους. Όμως είμαστε λίγοι! Αν μας άκουγε ο Λάζαρος και ερχόταν στο Πραιτώριο! Όμως δεν θα μας άκουγε. Αυτά κάναμε… πολλά... και τίποτα... και αισθάνομαι τέτοια κατάθλιψη που θα ήθελα να γυρίζω στους δρόμους και να βρυχώμαι σαν τσακάλι, να γίνω σκληρός σ’ έναν καυγά, να σκοτώνω σαν τους ληστές, για να απαλλαγώ από την ιδέα ότι “όλα αυτά είναι άχρηστα”, όπως είπε ο Λάζαρος, όπως είπαν ο Ιωσήφ, ο Χούζα, ο Μαναήν και ο Γαμαλιήλ...», ο Ζηλωτής δεν είναι πλέον ο εαυτός του…

 «Ο ραβίνος τι είπε;»
«Είπε: “Δεν γνωρίζω ακριβώς τους σκοπούς του Καϊάφα. Όμως σας λέω ότι αυτά που λέτε είναι προφητείες μόνον για τον Χριστό. Και όπως δεν αναγνωρίζω τον Χριστό σ’ Αυτόν τον προφήτη, δεν βλέπω τον λόγο να ανησυχούμε. Θα θανατωθεί ένας καλός άνθρωπος, ένας φίλος του Θεού. Όμως, από πόσους σαν κι’ Αυτόν η Σιών δεν ήπιε το αίμα τους;! “. Και επειδή επιμέναμε για την θεία φύση Σου, αυτός με επιμονή επαναλάμβανε: “Όταν δω το σημείο, θα πιστέψω”. Και υποσχέθηκε ότι θα απέχει από την ψηφοφορία για τον θάνατό Σου, και αντιθέτως, αν μπορέσει θα προσπαθήσει να πείσει και άλλους να μην Σε καταδικάσουν. Αυτά, και τίποτε άλλο. Δεν πιστεύει! Δεν θα πιστέψει! Αυτά και τίποτε άλλο. Αν υπήρχε ησυχία μέχρι αύριο... Όμως Εσύ λες πως δεν είναι έτσι. Ω! τι θα κάνουμε;»

«Εσύ θα πας στο σπίτι του Λάζαρου, και θα προσπαθήσεις να πάρεις μαζί σου όσους περισσότερους μπορείς. Όχι μόνον αποστόλους. Αλλά και μαθητές που θα συναντήσεις στους δρόμους. Προσπάθησε να βρεις τους βοσκούς και να τους πεις να κάνουν και αυτοί το ίδιο. Το σπίτι της Βηθανίας είναι περισσότερο παρά ποτέ το σπίτι της φιλοξενίας. Όσοι δεν έχουν το κουράγιο να δουν το μίσος ενός ολόκληρου πληθυσμού, πρέπει να βρουν άσυλο εκεί. Και να περιμένουν...»
«Εμείς δεν θα Σε εγκαταλείψουμε».
«Μην χωριστείτε... διηρημένοι δεν θα μπορέσετε να κάνετε τίποτα. Ενωμένοι θα είστε πάντα μια δύναμη. Σίμων να Μου το υποσχεθείς αυτό. Εσύ είσαι ήρεμος, πιστός και μιλάς ωραία και επηρεάζεις ακόμα και τον Πέτρο. Και Μου έχεις μεγάλη υποχρέωση. Αυτό σου το υπενθυμίζω για πρώτη φορά, για να σε κάνω υπάκουο. Κοίταξε, βρισκόμαστε στην κοιλάδα Κέδρον. Από εκεί εσύ ανέβηκες λεπρός προς Εμένα και απ’ εδώ αναχώρησες καθαρός. Δώσε στον Άνθρωπο αυτό που έδωσα στον άνθρωπο. Τώρα Εγώ είμαι ο λεπρός...»
«Όοοχι, μην το λες αυτό!» λένε οι δύο μαθητές θρηνούντες.
«Έτσι είναι! Ο Πέτρος, τα αδέλφια Μου θα είναι οι πιο λυπημένοι. Ο έντιμος Πέτρος Μου θα αισθάνεται σαν εγκληματίας και δεν θα έχει ειρήνη. Και τα αδέλφια Μου δεν θα έχουν το κουράγιο να κοιτάξουν την μητέρα τους και τη Δική Μου.. Τους εμπιστεύομαι σε σένα».

«Και εγώ Κύριε, σε ποιον θα ανήκω; Δεν με σκέπτεσαι εμένα;»

«Ω! παιδί Μου! Σε εμπιστεύομαι στην αγάπη σου. Είναι τόσο δυνατή που θα σε καθοδηγεί σαν μάνα. Δεν σου δίνω ούτε εντολή ούτε καθοδήγηση. Σε αφήνω στα νερά της αγάπης σου. Έχουν τόση ηρεμία και βάθος μέσα σου, που δεν Μου δίνουν αμφιβολίες για το μέλλον σου. Σίμωνα, το κατάλαβες; Δώσε Μου μια υπόσχεση. Δώσε μου την υπόσχεση!». Είναι οδυνηρό να βλέπεις τον Ιησού τόσο λυπημένο… και συνεχίζει: «Πριν έρθουν οι άλλοι! Ω! Σ’ ευχαριστώ! Να είσαι ευλογημένος!»

Όλη η ομάδα ενώνεται ξανά.

«Τώρα ας χωριστούμε. Εγώ θα ανηφορίσω λίγο για να προσευχηθώ. Θέλω τον Πέτρο, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο μαζί Μου. Εσείς να μείνετε εδώ και αν σας ενοχλήσουν, φωνάξτε μας. Και μην φοβάστε. Δεν θα πειραχτεί ούτε μια τρίχα από τα μαλλιά σας. Να προσεύχεστε για Μένα. Αφήστε στην άκρη το μίσος και τον φόβο. Θα διαρκέσει μόνον ένα λεπτό... και μετά θα έρθει η χαρά. Να χαμογελάτε, για να έχω το χαμόγελό σας μέσα στην καρδιά Μου. Και για άλλη μια φορά σας ευχαριστώ για όλα, φίλοι Μου. Αντίο. Ας μην σας εγκαταλείψει ο Θεός...»

Ο Ιησούς αποχωρίζεται από τους αποστόλους και προχωράει μπροστά, ενώ ο Πέτρος παίρνει τη δάδα από τον Σίμωνα που έχει ήδη ανάψει μερικά ξερά κλαδιά με ρετσίνι και απλώνεται το άρωμα των κέδρων. Με το χέρι Του ο Ιησούς κάνει μια χειρονομία, που σημαίνει ευλογίες και αποχαιρετισμό συγχρόνως και προχωράει. Το φεγγάρι που τώρα είναι πολύ ψηλά, όπως Τον φωτίζει, δείχνει ακόμα πιο ψηλός, πιο πνευματικός, και κάνει τα κόκκινα ενδύματά Του πιο φωτεινά και τα χρυσά μαλλιά Του πιο ξανθά. Πίσω του βιαστικά ανεβαίνουν ο Πέτρος και οι δύο γιοι του Ζεβεδαίου. Ανηφορίζουν μέχρι να συναντήσουν την πρώτη πεζούλα του ελαιώνα.

Ο Ιησούς κατόπιν λέει: «Σταματήστε. Να Με περιμένετε εδώ, όσο θα προσεύχομαι. Όμως μην αποκοιμηθείτε. Ίσως σας χρειαστώ. Και σας το ζητώ αυτό από φιλευσπλαχνία, να προσεύχεστε! Ο Διδάσκαλος σας είναι πολύ αποθαρρημένος».

Βασικά βρίσκεται σε κατάσταση μεγάλης στενοχώριας. Φαίνεται να Τον έχει καταβάλει ένα βάρος που Τον συντρίβει. Πού είναι τώρα ο δυνατός Ιησούς που μιλούσε στα πλήθη, ευπαρουσίαστος, δυνατός, με μάτια ηγέτη, ήρεμο χαμόγελο, εύηχη φωνή; Ήδη φαίνεται η αγωνία. Μοιάζει με κάποιον που έτρεξε πολύ ή που έκλαψε. Η φωνή Του είναι κουρασμένη, εξαντλημένη. Θλιμμένη, θλιμμένη, θλιμμένη...

Ο Πέτρος απαντάει εκ μέρους όλων: «Μην ανησυχείς, Διδάσκαλε. Θα μείνουμε ξύπνιοι και θα προσευχόμαστε. Αρκεί να μας φωνάξεις, και εμείς θα έρθουμε».

Και ο Ιησούς τους αφήνει, ενώ οι τρεις σταματούν για να μαζέψουν φύλλα και προσάναμμα για να ανάψουν μια μικρή φωτιά για να τους κρατάει ξύπνιους, και σαν βοήθεια για την υγρασία που αρχίζει να πέφτει άφθονη.

Ο Ιησούς βαδίζει, και το φεγγάρι Του φωτίζει το πρόσωπο. Δεν βλέπω παρά μια μεγάλη θλίψη που διαστέλλει τα μάτια Του, ίσως και να είναι οι μαύροι κύκλοι της κόπωσης που είναι πιο αυξημένοι, είτε είναι η σκιά που κάνουν τα βλέφαρα. Δεν ξέρω. Ξέρω ότι τα μάτια Του είναι πιο ανοικτά και πιο βαθουλωτά. Ανηφορίζει με το κεφάλι σκυφτό, και μόνον κάπου κάπου το σηκώνει για να αφήσει έναν αναστεναγμό, σαν να είχε δυσκολία και έχει λαχανιάσει. Και μετά ψάχνει γύρω Του, με μάτια τόσο θλιμμένα στον ειρηνικό ελαιώνα. Ανηφορίζει ακόμα μερικά μέτρα, μετά στρέφεται προς μια πεζούλα που βρίσκεται μεταξύ Αυτού και των τριών μαθητών που βρίσκονται πιο χαμηλά.

Αυτή η πεζούλα προφυλάσσει τελείως τον Ιησού από τα αδιάκριτα βλέμματα είτε τις φιλικές ματιές. Ο Ιησούς προχωράει μέχρις έναν τεράστιο βράχο, που σε κάποιο σημείο εμποδίζει το μονοπάτι, και ίσως να τον τοποθέτησαν εκεί για να προστατεύει την πλαγιά, που από πίσω βρίσκεται η Ιερουσαλήμ, ενώ από την άλλη πλευρά υπάρχουν περισσότερες πεζούλες και ελαιόδεντρα. Ένα δένδρο απ’ αυτά, γεμάτο ρόζους και με τα κλαδιά μπερδεμένα, αιωρείται ακριβώς πάνω από τον τεράστιο βράχο. Μοιάζει με ένα τεράστιο ερωτηματικό (?) που τοποθέτησε εκεί η φύση για να κάνει κάποιες ερωτήσεις.  

Ο Ιησούς σταματάει εκεί. Γυρίζει την πλάτη Του στην πόλη και προσεύχεται με τα χέρια Του ανοιχτά σε σχήμα σταυρού, και με το πρόσωπο Του στραμμένο προς τον ουρανό. Δεν μπορώ να δω το πρόσωπο Του διότι βρίσκεται στην σκιά, παρόλο που το φεγγάρι είναι σχεδόν κατακόρυφο πάνω από το κεφάλι Του, διότι υπάρχει και το πυκνό φύλλωμα του δένδρου μεταξύ Αυτού και του φεγγαριού, και με δυσκολία περνάει το φως του μέσα από τα φύλλα.

Μια μακρά θερμή προσευχή. Κάποτε κάποτε αναστενάζει και προφέρει κάποια λόγια πιο καθαρά. Δεν είναι ούτε από τους ψαλμούς ούτε από το “Πάτερ ημών” Είναι μια προσευχή που βγαίνει από την αγάπη Του και τις ανάγκες Του. Μια αληθινή συνομιλία με τον Πατέρα Του. Το καταλαβαίνω από τα λίγα λόγια που αρπάζω: «Εσύ ξέρεις... είμαι ο Γιος Σου... αλλά βοήθησέ Με... Ήρθε η ώρα… Δεν ανήκω πλέον στη Γη. Ενήργησε ώστε ο Άνθρωπος να Σε ικανοποιήσει σαν Σωτήρας, όπως Σε υπάκουε ο Λόγος... Όπως θέλεις Εσύ... Εγώ Σου ζητώ να τους ελεήσεις... Άραγε θα τους σώσω; Αυτό ζητώ από Σένα. Αυτό θέλω: να σωθούν από τον κόσμο, από τη σάρκα, από τον δαίμονα...

Μπορώ να ζητήσω και άλλα; Είναι μια έντιμη ερώτηση Πατέρα. Όχι για Μένα, αλλά για τον άνθρωπο, που δημιουργήθηκε από Σένα, και που ήθελε να λερώσει ακόμα και την ψυχή του. Να ρίξω αυτή τη βρωμιά στη θλίψη Μου και μέσα στο Αίμα Μου, ώστε η αδιάφθορη ουσία του πνεύματος που είναι ευχάριστη σε Σένα, να επανέλθει... Αυτή η βρωμιά που βρίσκεται παντού, απόψε βασιλεύει, και στο βασιλικό παλάτι και στα σπίτια. Στους στρατιώτες και στον Ναό... Η πόλη έχει πλημμυρίσει απ’ αυτήν, και αύριο θα είναι κόλαση...»

Ο Ιησούς ακουμπάει με την πλάτη Του στον βράχο και διπλώνει τα χέρια Του. Κοιτάζει την Ιερουσαλήμ. Το πρόσωπό Του γίνεται όλο και πιο θλιμμένο. Ψιθυρίζει: «Μοιάζει με χιόνι αλλά είναι μεσ’ στην αμαρτία. Και πόσους δεν θεράπευσα σ’ αυτήν; Σε πόσους δεν μίλησα;... Πού είναι αυτοί που φαινόντουσαν πιστοί σε Μένα;»

Ο Ιησούς σκύβει το κεφάλι Του και κοιτάζει επίμονα το έδαφος που είναι καλυμμένο με γρασίδι και λάμπει με την πρωινή δροσιά. Όμως, παρ’ όλο που το κεφάλι Του είναι σκυμμένο, καταλαβαίνω ότι κλαίει, διότι κάποια δάκρυα λάμπουν στα μάγουλά Του όπως πέφτουν στο έδαφος. Κατόπιν σηκώνει το κεφάλι Του, φέρνει τα χέρια Του πάνω από το κεφάλι Του ενωμένα, και τα κουνάει, ενώ είναι ενωμένα.

Στη συνέχεια, σηκώνεται και πηγαίνει προς τους τρεις αποστόλους που κάθονται γύρω από τη μικρή φωτιά με τα δαδιά. Και τους βρίσκει αποκοιμισμένους. Ο Πέτρος είναι ακουμπισμένος με την πλάτη στον κορμό, και με τα χέρια του σταυρωτά πάνω στο στήθος του, είναι στην αρχή ενός μεγάλου ύπνου. Ο Ιάκωβος κάθεται μαζί με τον αδελφό του πάνω σε μια μεγάλη ρίζα που εξέχει από το έδαφος και στην οποία τοποθέτησαν τα ιμάτιά τους για να μην αισθάνονται τα εξογκώματά της, όμως, παρόλο που δεν κάθονται άνετα όπως ο Πέτρος, λαγοκοιμούνται. Ο Ιάκωβος ακουμπάει το κεφάλι του πάνω στον ώμο του Ιωάννη, που και αυτός στηρίζει το κεφάλι του πάνω στο κεφάλι του αδελφού του, σαν η νύστα να τους ακινητοποίησε σ’ αυτή τη στάση.

«Κοιμάστε; Δεν μπορέσατε να μείνετε ξύπνιοι για μια ώρα μόνον; Και Εγώ χρειάζομαι τόσο πολύ την παρηγοριά και τις προσευχές σας!»
Οι τρεις ξυπνούν με μιας και είναι ζαλισμένοι. Τρίβουν τα μάτια τους. Ζητούν συγνώμη με χαμηλή φωνή, και κατηγορούν τον εαυτό τους ότι η χώνεψη ήταν η αιτία της νύστας τους: «Είναι το κρασί... το φαγητό... Ήταν για ένα λεπτό. Δεν είχαμε να πούμε τίποτα, και αυτό μας έφερε ύπνο. Τώρα θα προσευχόμαστε με δυνατή φωνή και δεν θα ξαναγίνει».

«Ναι. Να προσεύχεστε και να είστε έτοιμοι. Και για σας, το έχετε ανάγκη».
«Ναι, Διδάσκαλε. Θα Σε υπακούσουμε».

Ο Ιησούς φεύγει πάλι. Το φεγγάρι τώρα Του φωτίζει το πρόσωπο τόσο πολύ με το ασημένιο φως του, που κάνει τα κόκκινα ρούχα του να φαίνονται όλο και πιο ανοιχτά, σαν να απλώθηκε επάνω τους λευκή σκόνη, και φαίνεται το καταπονημένο, θλιμμένο, γερασμένο Του πρόσωπο. Τα μάτια Του αν και είναι σε διαστολή, φαίνονται συννεφιασμένα. Το στόμα Του είναι παραμορφωμένο από την κούραση. Επιστρέφει στον βράχο Του πιο αργά και πιο σκυφτά. Γονατίζει και ακουμπάει τα χέρια Του πάνω στην πέτρα, που δεν είναι λεία, όμως περίπου στα μισά του ύψους της έχει μια προεξοχή και ένα μικρό φυτό έχει μεγαλώσει εκεί. Τα ανθάκια του μοιάζουν με μικρές νιφάδες πάνω στον γκρίζο βράχο. Ο Ιησούς ακουμπάει τα χέρια Του κοντά του και τα ανθάκια Τού γαργαλούν το μάγουλο, διότι ακουμπάει το κεφάλι του πάνω στα ενωμένα χέρια Του και προσεύχεται. Μετά από λίγο αισθάνεται τη δροσιά από τα μικρά πέταλα και σηκώνει το κεφάλι Του. Τα κοιτάζει. Τα χαϊδεύει, τους μιλάει: «Είστε και σεις εδώ!... Για να Με παρηγορήσετε! Αυτά τα ανθάκια ήταν επίσης και στη σπηλιά της μητέρας Μου... και τα αγαπούσε, διότι Μου έλεγε: ‘’Όταν ήμουν κοριτσάκι, ο πατέρας Μου, Μού έλεγε: “Εσύ είσαι το κρινάκι Μου σαν και αυτά και είσαι μια ουράνια δροσιά”. Η Μητέρα Μου! Ω! Η Μητέρα Μου!» και ξεσπάει σε κλάματα.

Το κεφάλι Του πάνω στα χέρια Του που είναι ενωμένα, ακουμπισμένος ελαφρά στις φτέρνες Του, Τον βλέπω και Τον ακούω να κλαίει, ενώ τα χέρια Του τρίβουν τα δάχτυλά Του με ανησυχία. Τον ακούω να λέει: «Ακόμα και στη Βηθλεέμ... και τους έφερα σε Σένα Μητέρα. Όμως αυτούς, ποιος θα Σου τους φέρει τώρα;...»

Κατόπιν συνεχίζει να προσεύχεται και να σκέπτεται. Οι σκέψεις Του πρέπει να είναι πολύ θλιβερές, περισσότερη αγωνία παρά θλίψη και για να τις απομακρύνει, σηκώνεται, και πηγαίνει μπρος και πίσω, και ψιθυρίζει λόγια που δεν τα πιάνω. Σηκώνει το κεφάλι Του, κατόπιν σκύβει ξανά, κάνει χειρονομίες, τρίβει τα μάτια Του και τα μάγουλα Του μηχανικά, κάνει και άλλες κινήσεις με τα χέρια Του, τα περνάει μέσα από τα μαλλιά Του, τη χειρονομία που κάνει κάποιος όταν έχει πολλή αγωνία. Κάνει χειρονομίες προς την Ιερουσαλήμ. Κατόπιν αρχίζει να σηκώνει τα χέρια Του πάλι προς τον ουρανό, σαν να ήθελε να ζητήσει βοήθεια.

Βγάζει τον μανδύα Του, σαν να ζεσταίνεται. Τον κοιτάζει… Όμως τι βλέπει; Τα μάτια Του δεν βλέπουν τίποτα παρά το μαρτύριο Του, και όλα συνδράμουν για να κάνουν μεγαλύτερο αυτό τα μαρτύριο. Ακόμα και ο μανδύας Του, που τον ύφανε η Μητέρα Του. Τον φιλάει και λέει: «Συγχώρησέ Με, Μητέρα! Συγχώρησέ Με!» Φαίνεται να το ζητάει από τον μανδύα που ύφανε η μητρική αγάπη… και τον φοράει ξανά... Είναι το θήραμα για το μαρτύριο. Θέλει να προσευχηθεί για να φύγει απ’ αυτή την κατάσταση. Όμως αυτά που σκέπτεται, οι έννοιες, οι αμφιβολίες, οι θλίψεις Του επανέρχονται με την προσευχή Του... Μια χιονοστιβάδα ονομάτων... πόλεων... ανθρώπων... γεγονότων... δεν μπορώ να Τον ακολουθήσω διότι σκέπτεται γρήγορα και ασύνδετα. Είναι η ευαγγελική ζωή Του που περνάει από μπροστά Του και Του φέρνει ξανά στο νου τον Ιούδα, τον προδότη.

Η αγωνία Του είναι τόσο μεγάλη που για να την ξεπεράσει, φωνάζει τα ονόματα του Πέτρου και του Ιωάννη. Και λέει: «Τώρα θα έρθουν. Είναι αληθινά πιστοί!»
Όμως “αυτοί” δεν έρχονται. Τους καλεί ξανά. Φαίνεται τρομαγμένος, σαν να είδε κάτι που δεν ξέρω τι είναι. Τρέχει γρήγορα προς το μέρος που βρίσκεται ο Πέτρος και τα δύο αδέλφια. Και τους βρίσκει να κοιμούνται πιο άνετα και πιο βαριά γύρω από λίγα μικρά ξύλα που τώρα πεθαίνουν και βλέπω μόνο το κόκκινο χρώμα μέσα από την γκρίζα στάχτη.

«Πέτρο, σε φώναξα τρεις φορές! Τι κάνεις; Ακόμα κοιμάσαι; Δεν καταλαβαίνεις πόσο πολύ υποφέρω; Να προσεύχεσαι. Για να μην νικήσει η σάρκα
κανέναν. Το πνεύμα έχει θέληση, αλλά η σάρκα είναι αδύναμη. Βοηθήστε Με...»

Οι τρεις αργούν να ξυπνήσουν αλλά τελικά το καταφέρνουν, και με κοιμισμένα μάτια δικαιολογούνται. Σηκώνονται, στην αρχή ανακάθονται και μετά σηκώνονται.
«Για φαντάσου!» μουρμουρίζει ο Πέτρος. «Αυτό δεν μου έχει συμβεί ποτέ! Θα πρέπει να φταίει το κρασί. Ήταν δυνατό. Και αυτός ο κρύος αέρας. Σκεπαστήκαμε για να μην κρυώνουμε (πραγματικά είχαν σκεπάσει ακόμα και τα κεφάλια τους με τα ιμάτιά τους) δεν προσέχαμε πια τη φωτιά, δεν κρυώναμε πια και έτσι αποκοιμηθήκαμε... Έλα Ιωάννη, ας φέρουμε λίγο προσάναμμα, ας κινηθούμε. Θα ξυπνήσουμε αμέσως. Μην ανησυχείς Διδάσκαλε, διότι τώρα!... θα σηκωθούμε...» και ρίχνει μια χούφτα ξερά φύλλα πάνω στις στάχτες, και φυσάει μέχρι να φανεί η πρώτη φλόγα, και δυναμώνει την φωτιά με μικρά ξύλα που έφερε ο Ιωάννης, ενώ ο Ιάκωβος φέρνει ένα μεγάλο κλαδί κέδρου ή κάτι παρόμοιο της ίδιας οικογένειας, που το έκοψε από ένα θάμνο εκεί κοντά, και το προσθέτει στη φωτιά. Οι φλόγες δυναμώνουν, φωτίζοντας το θλιμμένο πρόσωπο του Ιησού. Ένα πρόσωπο πραγματικά θλιμμένο που δεν μπορείς να το κοιτάξεις και να μην κλάψεις. Όλη η λάμψη αυτού του προσώπου χάθηκε και τώρα φαίνεται μια νεκρική κόπωση.

 Ο Ιησούς λέει: «Αισθάνομαι μια αγωνία που Με σκοτώνει! Ω! ναι! Η ψυχή Μου είναι θλιμμένη μέχρι θανάτου. Φίλοι Μου!.. Φίλοι Μου!» Όμως και να μην έλεγε τίποτα, η όψη του δείχνει ότι είναι σαν ετοιμοθάνατος και στην πιο απελπιστική εγκατάλειψη. Κάθε λέξη ακούγεται σαν θρήνος.

Όμως οι τρεις δεν έχουν ξυπνήσει ακόμα τελείως. Μοιάζουν σαν μεθυσμένοι, τρικλίζουν με τα μάτια μισόκλειστα... Ο Ιησούς τους κοιτάζει... δεν τους προσβάλει με κάποια επίπληξη. Κουνάει το κεφάλι Του, αναστενάζει και φεύγει, πηγαίνει στο μέρος που ήταν προηγουμένως. Προσεύχεται ξανά όρθιος, με τα χέρια Του ανοιχτά σε σχήμα σταυρού. Κατόπιν στα γόνατα, όπως προηγουμένως, με το πρόσωπο Του σκυμμένο πάνω στα μικρά λουλούδια. Είναι σκεπτικός. Σιωπηλός. Κατόπιν αρχίζει να βογκάει και να θρηνεί δυνατά, σχεδόν ολόκληρος πεσμένος στο έδαφος, τόσο πολύ έχει ακουμπήσει στους αστραγάλους Του. Καλεί τον Πατέρα Του όλο και πιο ανήσυχα. «Ω!» λέει «Αυτό το ποτήρι είναι πολύ πικρό! Δεν μπορώ! Δεν μπορώ! Είναι πάνω από τις δυνάμεις Μου. Μέχρι τώρα μπορούσα να κάνω τα πάντα! Όμως, όχι αυτό... Πατέρα, πάρε το απ’ τον Γιο Σου! Ελέησέ Με!.. Τι έχω κάνει για να το αξίζω;» Κατόπιν συνέρχεται και λέει: « Όμως Πατέρα, μην ακούς την φωνή Μου, αν αυτά που ζητώ είναι ενάντια στο θέλημα Σου. Να μην θυμάσαι πως είμαι Γιος Σου, αλλά μόνον υπηρέτης Σου. Ας γίνει το Δικό Σου θέλημα και όχι το Δικό Μου».

Παραμένει έτσι εκεί για λίγο. Κατόπιν βγάζει μια πνιγμένη φωνή και σηκώνει το κεφάλι Του, φαίνεται πολύ ταραγμένος. Κατόπιν πέφτει στο έδαφος με το πρόσωπο Του αληθινά πάνω στο χορτάρι, και παραμένει έτσι. Ένας εξαντλημένος άνδρας φορτωμένος με όλες τις αμαρτίες του κόσμου χτυπημένος από όλη τη δικαιοσύνη του Πατέρα, πάνω στον οποίο πέφτει όλο το σκοτάδι, η στάχτη, ο πάγος, αυτό το τρομακτικό, φοβερό, χείριστο πράγμα που είναι η εγκατάλειψη από τον Θεό, ενώ ο Σατανάς μας βασανίζει... Είναι η ασφυξία της ψυχής, είναι να θάβεσαι ζωντανός σ’ αυτή τη φυλακή που είναι ο κόσμος, όταν δεν μπορούμε πλέον να αισθανθούμε κάποια δεσμά μεταξύ ημών και του Θεού, είναι σαν να είσαι αλυσοδεμένος, φιμωμένος, λιθοβολημένος από τις ίδιες τις προσευχές σου, που γυρίζουν πίσω σε σένα, κατακόρυφες και με αιχμηρές τις άκρες τους, είναι σαν να πέφτεις σ’ ένα κλειστό Ουρανό, όπου ούτε η φωνή ούτε το βλέμμα της αγωνίας μας δεν μπορούν να εισχωρήσουν, είναι να είσαι ‘’ορφανός Θεού’’, είναι η τρέλα, η αγωνία, η αμφιβολία ότι μπορεί να έχεις εξαπατηθεί μέχρι τώρα, είναι η πεποίθηση ότι σε έχει απορρίψει ο Θεός, ότι είσαι καταραμένος. Είναι η Κόλαση!..

Ο Ιησούς κλαίει με βογγητά ενώ έχει τον επιθανάτιο ρόγχο στο λαιμό Του, και κλαίει με αληθινή αγωνία: «Τίποτα!.. Τίποτα!.. Φύγε!.. Το θέλημα του Θεού! Αυτό! Μόνον αυτό!.. Το θέλημα Σου, Πατέρα! Αυτό! Μόνον αυτό!.. Το θέλημα Σου Πατέρα. Το Δικό Σου, όχι το Δικό Μου… δεν χρειάζεται. Έχω μόνον έναν Κύριο: τον Τρισάγιο Θεό. Ένα Νόμο: την υπακοή. Μια Αγάπη: τη λύτρωση... Όχι. Δεν έχω πλέον ούτε Μητέρα, ούτε ζωή, ούτε θεότητα, ούτε αποστολή. Μάταια Με πειράζεις, δαίμονα, μέσω της Μητέρας Μου, της ζωής Μου, της Θεότητάς Μου και της αποστολής Μου. Η ανθρωπότητα είναι η Μητέρα Μου και την αγαπώ σε σημείο να πεθάνω γι’ αυτήν. Επιστρέφω τη ζωή Μου σ’ Αυτόν που Μου την έδωσε και τώρα τη ζητάει πίσω, τον Ύψιστο Κύριο όλων των υπάρξεων. Επιβεβαιώνω τη θεότητά Μου, όντας ικανός γι’ αυτό τον εξαγνισμό. Την αποστολή Μου την εκπληρώνω αποστολή Μου με τον θάνατό Μου. Δεν έχω τίποτε άλλο. Τίποτα εκτός από το θέλημα του Κυρίου και Θεού Μου. Φύγε Σατανά! Το είπα την πρώτη και τη δεύτερη φορά. Σου το λέω και μια τρίτη: “Πατέρα, αν είναι δυνατόν πάρε αυτό το ποτήρι από Μένα. Όμως ας γίνει το θέλημα Σου, όχι το Δικό Μου”. Φύγε Σατανά, Εγώ ανήκω στον Θεό».

Κατόπιν δεν μιλάει άλλο, εκτός για να πει με αναστεναγμούς: «Θεέ! Θεέ! Θεέ!» Τον καλεί με κάθε χτύπο της καρδιάς Του, και φαίνεται ότι σε κάθε χτύπο το αίμα Του βγαίνει απ’ Αυτόν. Το ύφασμα που κρατιέται στους ώμους βρέχεται από αίμα και σκουραίνει περισσότερο, παρόλο που το φως του φεγγαριού τα κάνει όλα πιο φωτεινά. Ένα πιο δυνατό φως εμφανίζεται πάνω από το κεφάλι Του, βρίσκεται περίπου ένα μέτρο πιο πάνω Του, είναι τόσο φωτεινό που ακόμα και ο Διδάσκαλος που έχει πέσει καταγής, μπορεί να το δει μέσα από τα κυματιστά μαλλιά Του, που έχουν ήδη βραχεί από το αίμα και παρόλο που τα μάτια Του είναι καλυμμένα με αίμα, σηκώνει το κεφάλι Του… Το φεγγάρι  λαμποκοπά πάνω σε αυτό το λυπημένο πρόσωπο, και πιο φωτεινό λάμπει το αγγελικό φως που έχει λευκό χρώμα σαν το αστέρι την Αφροδίτη. Όλη η τρομακτική αγωνία φαίνεται στο αίμα που βγαίνει από τους πόρους Του. Τα βλέφαρά Του, τα μαλλιά Του, το μουστάκι Του, τα γένια Του είναι πιτσιλισμένα και καλυμμένα με αίμα. Το αίμα κυλάει από τους κροτάφους Του, βγαίνει από τις φλέβες του λαιμού Του, τα χέρια Του βγάζουν αίμα, και όταν σηκώνει τα χέρια Του προς το αγγελικό φως, τα φαρδιά μανίκια Του γλιστρούν πίσω στους αγκώνες Του, και τα χέρια Του φαίνονται καθαρά να ιδρώνουν με αίμα. Μόνον τα δάκρυά Του σχηματίζουν δύο καθαρές γραμμές πάνω στην κόκκινη όψη του προσώπου Του.

Βγάζει τον μανδύα Του ξανά και σκουπίζει τα χέρια Του, το πρόσωπο, τον λαιμό Του και τα μπράτσα Του. Όμως αυτός ο αιματηρός ιδρώτας συνεχίζεται. Πιέζει το ρούχο στο πρόσωπο αρκετές φορές, κρατώντας το με πίεση και κάθε φορά που του αλλάζει θέση, καινούργια στίγματα εμφανίζονται πάνω στο σκούρο κόκκινο ύφασμα, που όπως είναι βρεγμένο μοιάζει με μαύρο. Το γρασίδι στο έδαφος είναι κόκκινο από το αίμα. Ο Ιησούς μοιάζει έτοιμος να λιποθυμήσει. Χαλαρώνει λίγο το κορδόνι στο λαιμό της χλαμύδας Του σαν να νιώθει ότι Τον πνίγει. Ακουμπάει το χέρι στην καρδιά Του και μετά στο κεφάλι Του και το κουνάει μπροστά από το πρόσωπο Του σαν να θέλει να κάνει αέρα, με το στόμα του μισάνοιχτο, σέρνεται προς το βράχο, όμως πιο κοντά στην πεζούλα και ακουμπάει την πλάτη Του σ’ αυτήν, με τα χέρια Του να κρέμονται στο σώμα Του, σαν νεκρός ήδη, το κεφάλι Του σκυμμένο πάνω στο στήθος Του. Δεν κινείται πλέον.

Το αγγελικό φως αργά διαλύεται. Φαίνεται να χάνεται στο φως του φεγγαριού. Ανοίγει πάλι τα μάτια Του. Σηκώνει το κεφάλι Του με δυσκολία. Κοιτάζει γύρω. Είναι μόνος. Όμως έχει λιγότερη αγωνία. Με το χέρι Του σέρνει τον μανδύα Του που βρίσκεται πιο κει πάνω στο χορτάρι και σκουπίζει ξανά το πρόσωπο, τα χέρια, τον λαιμό, τα γένια και τα μαλλιά. Παίρνει ένα μεγάλο φύλλο από την άκρη της πεζούλας που είναι μούσκεμα από την υγρασία και με αυτό συνεχίζει να καθαρίζεται και μετά σκουπίζεται πάλι. Κάνει το ίδιο αρκετές φορές με άλλα φύλλα. Μέχρι που σκουπίζει τα ίχνη του τρομακτικού ιδρώτα Του. Μόνο στην χλαμύδα Του υπάρχουν κηλίδες, ιδιαίτερα στους ώμους και στο μέσα μέρος των αγκώνων, στον λαιμό,
στη μέση και στα γόνατα. Την κοιτάζει, κουνάει το κεφάλι Του. Κοιτάζει και τον μανδύα Του. Όμως βλέπει ότι έχει πολλές κηλίδες. Τον διπλώνει και τον ακουμπάει πάνω στον βράχο όπου κάνει ένα μικρό κοίλωμα κοντά στα μικρά ανθάκια. Με δυσκολία, που οφείλεται σε αδυναμία, γυρίζει και γονατίζει. Προσεύχεται με το κεφάλι ακουμπισμένο πάνω στον μανδύα, στον οποίο έχει ακουμπήσει ήδη τα χέρια Του. Κατόπιν με τη βοήθεια του βράχου σηκώνεται, και πηγαίνει προς τους μαθητές. Το πρόσωπό Του είναι πολύ χλωμό. Όμως δεν είναι πλέον ταραγμένο. Είναι ένα πρόσωπο γεμάτο με θεία ωραιότητα, παρ’ όλο που είναι νεκρικά χλωμό και πιο θλιμμένο από ποτέ.

Οι τρεις κοιμούνται σκεπασμένοι όλοι με τα ιμάτιά τους, ξαπλωμένοι κοντά στην φωτιά που έχει σβήσει. Ακούγεται η αναπνοή τους βαριά, διότι έχουν αρχίσει να ροχαλίζουν δυνατά. Ο Ιησούς μάταια τους φωνάζει. Πρέπει να σκύψει και με δύναμη να ταρακουνήσει τον Πέτρο.

«Τι συμβαίνει; Ποιος με συλλαμβάνει;» ο απόστολος ρωτάει απορημένος και τρομαγμένος κάτω από τη σκούρα πράσινη κάπα του.
«Κανείς. Εγώ σε φωνάζω».
«Ξημέρωσε;»
«Όχι, είναι σχεδόν το τέλος στης δεύτερης βάρδιας».

Ο Πέτρος τα έχει τελείως χαμένα.

Ο Ιησούς σκουντάει τον Ιωάννη, που βγάζει μια κραυγή τρόμου όταν βλέπει το πρόσωπο ενός φαντάσματος –λευκό σαν το μάρμαρο– σκυμμένο πάνω του.
«Ω! Νόμισα πως ήσουν νεκρός!» Ο Ιησούς μετά σκουντάει τον Ιάκωβο, που νομίζοντας ότι ο αδελφός του είναι που τον σκουντάει, λέει: «Μήπως συνέλαβαν τον Διδάσκαλο;»
«Όχι ακόμα, Ιάκωβε», απαντάει ο Ιησούς. «Όμως τώρα σηκωθείτε, και πάμε να φύγουμε. Αυτός που πρόκειται να Με προδώσει βρίσκεται πολύ κοντά».
Οι τρεις, που ακόμα είναι κοιμισμένοι, σηκώνονται. Κοιτάζουν γύρω... τα ελαιόδεντρα, το φεγγάρι, τα αηδόνια, ένα απαλό αεράκι, όλα είναι ειρηνικά...
Ακολουθούν τον Ιησού χωρίς να μιλούν. Φτάνουν στους υπόλοιπους οκτώ που είναι περίπου αποκοιμισμένοι, γύρω από τη φωτιά που έχει σβήσει. «Σηκωθείτε!» διατάζει ο Ιησούς με μια βροντώδη φωνή. «Επειδή έρχεται ο Σατανάς, να του δείξετε, σ’ αυτόν που ποτέ δεν κοιμάται, και στα παιδιά του, ότι τα παιδιά του Θεού δεν κοιμούνται!»
«Ναι, Διδάσκαλε».
«Που βρίσκεται, Διδάσκαλε;»
Και μεταξύ ερωτήσεων και απαντήσεων χωρίς σημασία, βάζουν πάλι τα ιμάτιά τους. Πάνω στην ώρα, για να παρουσιαστούν με τάξη στον όχλο του οποίου ηγείται ο Ιούδας, που εμφανίζεται αιφνίδια στο μικρό ξέφωτο και το φωτίζουν δυσοίωνα με πολλές δάδες. Είναι ορδές ληστών μεταμφιεσμένοι σε στρατιώτες, φάτσες του χειρίστου είδους με δαιμονικά χαμόγελα. Υπάρχει και ένας εκπρόσωπος του Ναού.
Όλο οι απόστολοι πάνε στη μια πλευρά. Ο Πέτρος μπροστά, όλοι οι άλλοι πίσω του. Ο Ιησούς παραμένει εκεί που ήταν.
Ο Ιούδας πλησιάζει τον Ιησού, αντιμετωπίζοντας το βλέμμα των ματιών Του, που βγάζουν ξανά τις αστραπές των πρώτων καιρών. Και δεν χαμηλώνει το βλέμμα του. Αντίθετα, πλησιάζει τον Διδάσκαλο με το χαμόγελο ύαινας και Τον φιλάει στο δεξί μάγουλο.
 
«Φίλε Μου, τί ήρθες να κάνεις; Με προδίδεις με ένα φιλί;»
Ο Ιούδας σκύβει προς στιγμή το κεφάλι, κατόπιν το σηκώνει ξανά, αδιάφορος προς την επίπληξη όπως και προς κάθε κάλεσμα για μετάνοια.
Ο Ιησούς μετά από τα πρώτα λόγια που πρόφερε με την επιβλητικότητα ενός Διδασκάλου, μιλάει με θλιμμένη φωνή ενός που παραδίδεται στη δυστυχία του.
Ο όχλος φωνάζοντας έρχεται μπροστά με σχοινιά και ρόπαλα και  προσπαθούν να συλλάβουν όχι μόνον τον Ιησού, αλλά και τους αποστόλους, με εξαίρεση τον Ιούδα τον Ισκαριώτη.
«Ποιόν ζητάτε;» ρωτάει ο Ιησούς ήρεμα και με επισημότητα.
«Τον Ιησού τον Ναζωραίο».
«Εγώ είμαι».
Η φωνή του είναι βροντώδης. Μπροστά στους δολοφόνους, αυτός ο αθώος, μπροστά στη φύση και στ’ αστέρια, ο Ιησούς δίνει αυτή την ξεκάθαρη, πιστή, βέβαιη μαρτυρία για τον Εαυτό Του. Θα έλεγα ότι είναι χαρούμενος που μπορεί να την δώσει.

Ω! Αν είχε ρίξει ένα κεραυνό, δεν θα μπορούσε να είχε κάνει περισσότερα. Όλοι πέφτουν στο έδαφος σαν ένα δεμάτι σιτάρι. Κανείς δεν μένει όρθιος παρά μόνον ο Ιούδας, ο Ιησούς και οι απόστολοι που αναθάρρησαν ξανά από την θέα των υποτιθέμενων στρατιωτών που είναι στο έδαφος, τόσο, που πλησίασαν τον Ιησού, και απειλούν τον Ιούδα τόσο δυναμικά, που αυτός κάνει ένα πήδημα ακριβώς για να αποφύγει ένα δυνατό χτύπημα από το σπαθί του Σίμωνα. Μάταια του ρίχνουν πέτρες και κλαδιά οι απόστολοι που δεν είχαν σπαθιά, αυτός το έβαλε στα πόδια και εξαφανίστηκε πέρα από την κοιλάδα Κέδρον, στο σκοτάδι.

«Σηκωθείτε. Ποιόν ζητάτε; Σας ρωτώ ξανά».

«Τον Ιησού τον Ναζωραίο».
«Σας είπα ότι Εγώ είμαι», λέει ευγενικά ο Ιησούς. Ναι, ευγενικά. «Λοιπόν, αφήστε τους άλλους να φύγουν. Εγώ θα έρθω. Κατεβάστε τα σπαθιά και τα ρόπαλα. Δεν είμαι ληστής. Πάντοτε υπήρξα ανάμεσά σας. Γιατί δεν Με συλλαμβάνατε λοιπόν; Μα αυτή είναι η ώρα του Σατανά και η δική σας...»

Ενώ μιλάει ο Πέτρος πλησιάζει τον άνδρα που κρατάει τα σχοινιά για να δέσει τον Ιησού και του φέρνει ένα αδέξιο χτύπημα με το σπαθί του. Αν τον είχε χτυπήσει κανονικά θα τον είχε σφάξει σαν αρνί. Αλλά το μόνο που έκανε ήταν να του κόψει το αυτί που παραμένει να κρέμεται και χύνεται πολύ αίμα. Ο άνδρας φωνάζει ότι τον σκότωσαν. Υπάρχει χάος, διότι μερικοί θέλουν να προχωρήσουν πιο μπροστά, ενώ κάποιοι άλλοι όταν βλέπουν να γυαλίζουν τα σπαθιά και τα στιλέτα φοβούνται.


«Βάλτε στην άκρη αυτά τα όπλα. Σας διατάζω να το κάνετε. Αν ήθελα Εγώ θα είχα τους αγγέλους του Πατέρα Μου για προστασία. Και εσύ, θα θεραπευτείς. Στην ψυχή σου, κατ’ αρχάς, αν μπορείς». Και προτού ανοίξει τα χέρια Του για να Τον δέσουν, αγγίζει το αυτί και το θεραπεύει. Οι απόστολοι φωνάζουν πράγματα που δεν τους αρμόζουν... Κάποιοι φωνάζουν: «Εσύ μας  πρόδωσες!» και κάποιοι: «Μα, έχασε τα λογικά Του!» και κάποιος λέει: «Ποιος μπορεί να Σε πιστέψει;» Και αυτοί που δεν φωνάζουν φεύγουν τρέχοντας...

Και ο Ιησούς μένει μόνος.. Αυτός και οι υπηρέτες του Ναού... Και αρχίζει να περπατά…

ΠΗΓΗ: Το κεφ. 602 του βιβλίου "The Gospel as revealed to me" της Μαρίας Βαλτόρτα.

ΑΠΟΔΟΣΗ: Αγγελική Σ. Νατσούλη

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα χρώματα της αύρας και η σημασία τους

Τα Κρυστάλλινα Παιδιά

Γιατί οι Ινδιάνοι είχαν μακριά μαλλιά;

Τι γίνεται όταν πεθαίνουμε;