Η ανάσταση του Λαζάρου - μέρος Α'

(Σύμφωνα πάντα με το όραμα που ο Ιησούς έδειξε στη Μαρία Βαλτόρτα).

Ο Ιησούς πλησιάζει την Βηθανία από την Εν-Σεμές. Θα πρέπει να έχουν περπατήσει αρκετά δύσκολα και δύσβατα μονοπάτια πάνω στα όρη Αδουμίν. Οι απόστολοι έχουν λαχανιάσει, δυσκολεύονται να ακολουθήσουν τον Ιησού Που βαδίζει γρήγορα, σαν να Τον μεταφέρει η αγάπη πάνω στα φλογερά φτερά της. Ένα χαμόγελο φωτίζει το πρόσωπό Του όπως προχωράει μπροστά απ’ όλους με το κεφάλι Του υψωμένο στον γλυκό μεσημεριανό ήλιο. Προτού φτάσουν στα πρώτα σπίτια της Βηθανίας, ένα ξυπόλυτο αγόρι κρατώντας ένα χάλκινο δοχείο για νερό, Τον βλέπει και βάζει μια φωνή. Πετάει το δοχείο στο έδαφος και φεύγει τρέχοντας, με όλη την ταχύτητα που έχουν τα μικρά του πόδια προς το κέντρο του χωριού.

«Σίγουρα πηγαίνει να τους ειδοποιήσει ότι έρχεσαι», παρατηρεί ο Ιούδας ο Θαδδαίος με ένα χαμόγελο. 
Βρίσκονται σχεδόν στην μέση της διαδρομής, όταν το ίδιο αγόρι τους πλησιάζει ξανά. Τρέχει και σταματάει μπροστά από τον Ιησού.
«Ειρήνη μαζί σου, Μάρκο. Με φοβήθηκες και έτρεξες μακριά;» ρωτάει ο Ιησούς και το χαϊδεύει.
«Όχι, Κύριε, δεν φοβήθηκα. Όμως επειδή εδώ και αρκετές μέρες η Μάρθα και η Μαρία έστελναν υπηρέτες στους δρόμους για να δουν αν έρχεσαι, όταν Σε είδα έτρεξα να τους πω ότι έρχεσαι…»
«Καλά έκανες. Οι αδελφές θα ετοιμάσουν την καρδιά τους για να Με δουν».
«Όχι, Κύριε. Οι αδελφές δεν προετοιμάζουν τίποτα, διότι δεν το ξέρουν. Δεν με άφησαν να τις πλησιάσω. Κάποιοι άνδρες με κράτησαν, όταν μπήκα μέσα στον κήπο και ενώ έλεγα: “Ο Ραβίνος είναι εδώ”, με πέταξαν έξω λέγοντας: “Είσαι ψεύτης και τρελός. Δεν θα έρθει, διότι ξέρει ότι δεν μπορεί πλέον να κάνει κάποιο θαύμα”. Και όταν είπα ότι αλήθεια είσαι Εσύ, μου έδωσαν δυο γερά χαστούκια που δεν έχω ξαναφάει ποτέ... Κοίταξε πόσο κόκκινα είναι τα μάγουλα μου! Τσούζουν! Και με έδιωξαν με σπρωξιές λέγοντας: “Αυτό θα σε εξαγνίσει διότι είδες δαίμονα”. Και Σε κοιτούσα να δω αν έγινες δαίμονας. Αλλά δεν βλέπω τίποτα... Είσαι πάντα ο Ιησούς μου, ωραίος σαν άγγελος».

Ο Ιησούς σκύβει για να φιλήσει τα μάγουλα που είχαν χαστουκίσει, λέγοντας: «Δεν θα σε τσούζουν πλέον. Λυπάμαι που υπέφερες εξ αιτίας Μου...».
«Εγώ δεν λυπάμαι Κύριε, διότι αυτά τα δυο χαστούκια Σε έκαναν να μου δώσεις δυο φιλιά», και προσκολλάται στα πόδια Του ελπίζοντας να πάρει κι άλλα. 
«Πες Μου, Μάρκο. Ποιος ήταν αυτός που σε έδιωξε; Κάποιος από το προσωπικό του Λάζαρου;» ρωτάει ο Θαδδαίος. 
«Όχι, οι Ιουδαίοι. Έρχονται για να παρηγορήσουν κάθε μέρα. Είναι τόσοι πολλοί! Μένουν στο σπίτι και στον κήπο. Έρχονται από νωρίς και μένουν μέχρι αργά το βράδυ. Φέρονται σαν να είναι τα αφεντικά. Μιλούν άσχημα σε όλους. Ω! το δοχείο μου! Η μητέρα μου περιμένει το νερό... Θα μου δώσει και αυτή ένα χαστούκι!»


«Τότε κάνε γρήγορα», του λέει ο Ιησούς. 
«Βασικά εγώ θα ήθελα να έρθω μαζί Σου και να Σε δω να κάνεις το θαύμα… και να δω τα πρόσωπα τους... για να εκδικηθώ για τα χαστούκια».
«Όχι, αυτό είναι λάθος. Δεν πρέπει να ζητάς εκδίκηση. Πρέπει να είσαι καλός και να συγχωρείς. Αλλά η μητέρα σου περιμένει το νερό».
«Θα πάω εγώ, Διδάσκαλε, το νερό. Ξέρω που μένει ο Μάρκος, θα μιλήσω στην μητέρα του και μετά θα έρθω», λέει ο Ιάκωβος του Ζεβεδαίου και φεύγει τρέχοντας. 

Προχωρούν αργά και ο Ιησούς κρατάει το χαρούμενο αγόρι από το χέρι. Βρίσκονται έξω από τα κάγκελα του κήπου του σπιτιού του Λάζαρου. Πολλά τετράποδα είναι δεμένα και τα προσέχουν οι υπηρέτες των ιδιοκτητών. Οι ψίθυροί τους προσελκύουν την προσοχή ορισμένων Ιουδαίων που στρέφονται προς την ανοικτή καγκελόπορτα ακριβώς εκεί που βρίσκεται ο Ιησούς.

«Ο Διδάσκαλος!» λέει ο πρώτος δυνατά όταν Τον βλέπει, και η λέξη πετάει από παρέα σε παρέα σαν τον άνεμο, απλώνεται σαν το κύμα που έρχεται από μακριά και σπάει στην ακτή, μέχρι τους τοίχους του σπιτιού και μπαίνει μέσα που είναι γεμάτο από τους πολλούς Ιουδαίους, από Φαρισαίους, ραβίνους, γραμματείς, Σαδδουκαίους, που είναι σκορπισμένοι εδώ και εκεί. 

Ο Ιησούς προχωράει αργά διασχίζοντας τον μεγάλο κήπο, ενώ ο κόσμος απομακρύνεται από το δρομάκι που περνάει. Εφ’ όσον δεν Τον χαιρετάει κανείς και Αυτός δεν χαιρετάει κανέναν, σαν να μην γνωρίζει κανέναν απ’ όλους αυτούς που μαζεύτηκαν και Τον κοιτούν με μάτια γεμάτα θυμό και μίσος, με εξαίρεση πολύ λίγων, που επειδή είναι κρυφοί μαθητές ή τουλάχιστον δίκαιοι άνθρωποι, ακόμα και αν δεν αγαπούν τον Ιησού σαν Μεσσία, Τον σέβονται σαν δίκαιο άνδρα. Και αυτοί είναι ο Νικόδημος, ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία, ο Ιωάννης, ο Ελεάζαρ, ο Γαμαλιήλ με τον γιο του, ο Μαναήν, ο Ιωσήφ Βαρνάβας ο μαθητής του Γαμαλιήλ, ο Χούζα που κοιτάζει τον Ιησού αλλά διστάζει να πλησιάσει σαν φίλος Του. Πραγματικά ούτε οι φίλοι, ούτε αυτοί που Τον κοιτούν χωρίς μίσος, ούτε οι εχθροί, Τον χαιρετούν. Και ο Ιησούς δεν χαιρετάει κανέναν. Ελαφρά υποκλίνεται όταν περνάει από τη δενδροστοιχία.  

Η Μάρθα βγαίνει έξω από το σπίτι με λίγους επισκέπτες από την Ιουδαία μεταξύ των οποίων ο Χελκάι και ο Σαδδόκ. Με το χέρι της σκιάζει τα μάτια της, που είναι κουρασμένα από το κλάμα, διότι το φως την εμποδίζει να δει που βρίσκεται ο Ιησούς. Τον βλέπει. Απομακρύνεται από αυτούς που την συνοδεύουν και τρέχει προς τον Ιησού Που είναι λίγα βήματα από το σιντριβάνι, όπου καθρεφτίζεται ο ήλιος. Η Μάρθα πέφτει στα πόδια του Ιησού αφού υποκλίνεται και τα φιλάει, ενώ ξεσπάει σε κλάματα και λέει: «Ειρήνη μαζί Σου Διδάσκαλε!»

Και ο Ιησούς όταν έρχεται κοντά της, της λέει: «Ειρήνη σε σένα!» και σηκώνει το χέρι Του για να την ευλογήσει, αφήνοντας το αγόρι που κρατούσε, που το πιάνει ο Βαρθολομαίος και το κρατάει λίγο πιο πίσω.

Η Μάρθα συνεχίζει: «Όμως, η δούλη Σου δεν έχει ειρήνη». Πεσμένη ακόμα στα γόνατα σηκώνει το κεφάλι της και κοιτάζει τον Ιησού, και με μια κραυγή πόνου, λέει δυνατά: «Ο Λάζαρος είναι νεκρός! Αν ήσουν εδώ δεν θα πέθαινε. Γιατί δεν ήρθες νωρίτερα, Διδάσκαλε;» Υπάρχει μια χωρίς πρόθεση επίπληξη στην ερώτηση της. Και συνεχίζει: «Ο Λάζαρος, ο αδελφός μας, Σε καλούσε τόσο πολύ! Τώρα βλέπεις! Πονάω τόσο πολύ, και η Μαρία κλαίει και δεν μπορεί να έχει ειρήνη. Και αυτός δεν είναι πλέον εδώ! Ξέρεις πόσο τον αγαπούσαμε! Όλη η ελπίδα μας ήσουν Εσύ...» 

Οι άνθρωποι κουνούν τα κεφάλια τους, είτε ρίχνουν ειρωνικές ματιές. Μόνον οι λιγοστοί, κρυφοί μαθητές που είναι μέσα στο πλήθος κοιτάζουν με συμπάθεια τον Ιησού, Που χλωμός και λυπημένος, ακούει τη θλιμμένη γυναίκα να Του μιλάει. Ο Γαμαλιήλ, με τα χέρια σταυρωτά πάνω στο στήθος του και ο Ιωσήφ ο Βαρνάβας, κοιτάζουν με προσοχή τον Ιησού, χωρίς μίσος, χωρίς αγάπη.

Η Μάρθα αφού σκούπισε το πρόσωπο της, συνεχίζει: «Όμως ακόμα και τώρα ελπίζω, διότι ξέρω ότι οτιδήποτε ζητήσεις από τον Θεό, θα Σου το δώσει». Μια θλιβερή ηρωική ομολογία πίστης που προφέρεται με τρεμάμενη φωνή, με μάτια γεμάτα ανησυχία και την καρδιά της να πάλλεται από την τελευταία της ελπίδα.
«Ο αδελφός σου θα αναστηθεί. Σήκω πάνω Μάρθα».
Η Μάρθα σηκώνεται, σκυμμένη από σεβασμό προς τον Ιησού, στον Οποίο απαντάει: «Το ξέρω, Διδάσκαλε. Θα αναστηθεί πάλι στην Ανάσταση την Τελευταία Μέρα».
«Εγώ είμαι η Ανάσταση και η Ζωή! Όποιος πιστεύει σε Μένα, ακόμα και αν πεθάνει, θα ζήσει. Και όποιος πιστεύει και ζει μέσα Μου δεν θα πεθάνει ποτέ. Το πιστεύεις όλο αυτό;» Ο Ιησούς, που προηγουμένως μιλούσε με μάλλον χαμηλή φωνή, διότι απευθυνόταν στη Μάρθα, υψώνει την φωνή Του όταν λέει αυτές τις προτάσεις στις οποίες φανερώνει την δύναμή Του από τον Θεό και η τέλεια χροιά Του ηχεί σαν χρυσό σάλπισμα στον απέραντο κήπο.

Οι άνθρωποι που ήσαν εκεί ανατριχιάζουν με ένα συναίσθημα μάλλον φόβου. Μετά, κάποιοι συνεχίζουν να κοροϊδεύουν κουνώντας τα κεφάλια τους.
«Ναι, το ξέρω Κύριε. Τα πιστεύω όλα αυτά. Πιστεύω ότι είσαι ο Χριστός, ο Γιος του Ζωντανού Θεού, ότι ήρθες στον κόσμο και ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα, οτιδήποτε θέλεις. Το πιστεύω. Πηγαίνω τώρα να φωνάξω την Μαρία». Και εξαφανίζεται γρήγορα μέσα στο σπίτι.

Ο Ιησούς κάνει μερικά βήματα μπροστά και πλησιάζει ένα παρτέρι με λουλούδια. Το παρτέρι είναι στρωμένο από την μια πλευρά με δροσοσταλίδες που μοιάζουν με διαμάντια, από το νερό που βγαίνει από τον πίδακα που πέφτει πάνω στα λουλούδια σπρωγμένος από ένα ελαφρύ αεράκι. Ο Ιησούς φαίνεται να αφήνεται σε περισυλλογή βλέποντας τα ψάρια μέσα στη λιμνούλα που γλιστρούν στα πεντακάθαρα νερά και παίζουν διαγράφοντας ασημένιες καμπύλες και χρυσές αποχρώσεις στο φως του ήλιου.  

Με την γνωστή της προσφώνηση: «Ραβουνί!» Η Μαρία βγαίνει από το σπίτι τρέχοντας με τα χέρια ανοικτά προς τον Ιησού και πέφτει στα πόδια Του, που τα φιλάει κλαίγοντας με λυγμούς. Πολλοί Ιουδαίοι που ήταν μέσα στο σπίτι μαζί της την ακολούθησαν, κλαίγοντας με αμφίβολη ειλικρίνεια. Την ακολουθεί ο Μαξιμίνος, η Ναόμι, όπως και όλοι οι υπηρέτες, και ο θρήνος τους ακούγεται έντονα. Όταν η Μάρθα βλέπει τη Μαρία να κλαίει με αυτό τον τρόπο, αρχίζει και αυτή να κλαίει το ίδιο.

«Ειρήνη και σε σένα Μαρία. Σήκω επάνω! Κοίταξε Με! Γιατί κλαις έτσι, σαν κάποιος που δεν ελπίζει;» Ο Ιησούς σκύβει για να πει αυτά τα λόγια με χαμηλή φωνή, τα μάτια Του κοιτούν με προσοχή τα μάτια της Μαρίας, που είναι γονατιστή και ακουμπάει στις φτέρνες της, και σηκώνει τα χέρια της προς Αυτόν ικετεύοντας, και είναι αδύνατον να μιλήσει, τόσο πολύ κλαίει με λυγμούς.
«Δεν σου είπα να ελπίζεις πέρα από κάθε πιστευτό πράγμα για να μπορέσεις να δεις τη δόξα του Θεού; Μήπως ο Διδάσκαλος σου άλλαξε, και είσαι τόσο λυπημένη;»


Όμως η Μαρία δεν ακούει τα λόγια που στοχεύουν να την προετοιμάσουν για μια μεγάλη χαρά μετά από τόση πίκρα, και μόλις καταφέρνει να μιλήσει, λέει: «Ω! Κύριε! Γιατί δεν ήρθες νωρίτερα; Γιατί έφυγες από μας;  Ήξερες ότι ο Λάζαρος ήταν άρρωστος! Αν ήσουν εδώ ο αδελφός μου δεν θα πέθαινε. Γιατί δεν ήρθες; Έπρεπε ακόμα να του αποδείξω ότι τον αγαπώ. Έπρεπε να ζήσει. Έπρεπε να του δείξω ότι έμεινα έντιμη... Στενοχώρησα τον αδελφό μου τόσο πολύ! Και τώρα! Και τώρα που θα μπορούσα να τον κάνω ευτυχισμένο, έφυγε από μένα! Θα μπορούσες να τον αφήσεις μαζί μου. Θα μπορούσες να δώσεις στην καημένη Μαρία τη χαρά να τον παρηγορήσω μετά από τόσο πόνο που του έδωσα. Ω! Ιησού! Ιησού! Διδάσκαλε μου, Σωτήρα μου! Ελπίδα Μου!» και πέφτει ξανά με το μέτωπο της πάνω στα πόδια του Ιησού, που πλένονται για άλλη μια φορά με τα δάκρυα της, και λέει με βογκητά: «Γιατί το έκανες αυτό, Κύριε;! Ακόμα και γι’ αυτούς που Σε μισούν και χαίρονται τώρα για ό,τι έγινε... Γιατί το έκανες αυτό, Ιησού;!» Όμως δεν υπάρχει επίπληξη στον τόνο της Μαρίας, όπως ήταν με τη φωνή της Μάρθας, υπάρχει μόνον η αγωνία μιας γυναίκας που είναι πληγωμένη, όχι μόνον σαν αδελφή, αλλά και σαν μαθήτρια που αισθάνεται ότι η γνώμη για τον Δάσκαλο της μειώνεται στις καρδιές πολλών ανθρώπων. 

Ο Ιησούς, Που είχε σκύψει πολύ χαμηλά για να ακούσει η Μαρία τα λόγια Που της ψιθύρισε, καθώς ήταν με το πρόσωπό της στο έδαφος, σηκώνεται και λέει με δυνατή φωνή: «Μαρία μην κλαις! Και ο Διδάσκαλός σου υποφέρει με τον θάνατο του πιστού Του φίλου… που έπρεπε να τον αφήσει να πεθάνει...»
Ω! Πόσο πονηρά και φωτεινά με χαρά μίσους είναι τα πρόσωπα των εχθρών του Ιησού! Αισθάνονται ότι έχουν νικήσει και χαίρονται, ενώ οι φίλοι Του θλίβονται όλο και πιο πολύ.
Ο Ιησούς λέει με μια πιο δυνατή φωνή: «Μα σου είπα: μην κλαις. Σήκω πάνω! Κοίταξέ Με! Νομίζεις ότι Εγώ, Που σας αγαπώ τόσο πολύ, το έκανα αυτό χωρίς κάποιο σκοπό; Πιστεύεις ότι σας πλήγωσα τόσο, μάταια; Ελάτε. Πάμε στον Λάζαρο, που τον βάλατε;»

Η ερώτηση του Ιησού απευθύνεται σε όλους και ιδιαίτερα σ’ αυτούς που βγήκαν από το σπίτι μαζί με την Μαρία και φαίνονται πιο ταραγμένοι. Τον οδηγούν στον τάφο, στο τέλος του κήπου, όπου το έδαφος είναι κάπως ανώμαλο και κομμάτια από έναν ασβεστολιθικό βράχο εμφανίζονται στην επιφάνεια του εδάφους.
Η Μάρθα, δίπλα στον Ιησού, δείχνει στον Ιησού που βρίσκεται ο Λάζαρος, και όταν βρίσκονται κοντά, λέει:
«Εκεί είναι, Διδάσκαλε, που θάψαμε τον φίλο Σου», και δείχνει την πέτρα που τοποθέτησαν μπροστά στην είσοδο του τάφου.
Ο Ιησούς, ακολουθούμενος απ’ όλους, πρέπει να περάσει μπροστά από τον Γαμαλιήλ, για να πάει εκεί. Αλλά ούτε Αυτός, ούτε ο Γαμαλιήλ χαιρετούν ο ένας τον άλλο. Ο Ιησούς κοιτάζει τη μεγάλη πέτρα, ένα μεγάλο εμπόδιο μεταξύ Αυτού και του νεκρού Του φίλου, και κλαίει. Ο θρήνος των αδελφών γίνεται πιο δυνατός όπως και των στενών φίλων και συγγενών.
«Μετακινείστε αυτή την πέτρα», φωνάζει ο Ιησούς έξαφνα, αφού σκούπισε τα δάκρυα Του.

Όλοι εκπλήσσονται και ένας ψίθυρος ακούγεται να περνάει μέσα από το πλήθος, που δυναμώνει διότι κάποιοι κάτοικοι της Βηθανίας ήρθαν μέσα στον κήπο και ακολούθησαν τους επισκέπτες. Βλέπω κάποιους Φαρισαίους να αγγίζουν τα μέτωπά τους και να κουνούν τα κεφάλια τους εννοώντας: “Είναι τρελός!”
Κανείς δεν εκτελεί την εντολή. Ακόμα και οι πιο πιστοί διστάζουν και αισθάνονται αηδία να το κάνουν. 

Ο Ιησούς επαναλαμβάνει την εντολή πιο δυνατά και αφήνει άφωνους ακόμα περισσότερους ανθρώπους, που παρακινούμενοι από αντίθετα αισθήματα, στην αρχή ήθελαν να φύγουν τρέχοντας, αλλά αμέσως μετά ήθελαν να πλησιάσουν περισσότερο, να δουν, παρ΄όλη τη μυρωδιά του τάφου που ήθελε να ανοίξει ο Ιησούς.
«Διδάσκαλε, δεν γίνεται», λέει η Μάρθα και προσπαθεί να συγκρατήσει τα δάκρυά της για να μπορέσει να μιλήσει. «Βρίσκεται εκεί κάτω εδώ και τέσσερις μέρες. Και ξέρεις από ποια ασθένεια πέθανε!  Τι θέλεις να δεις; Τη σαπίλα του;»
«Δεν σας είπα ότι αν πιστεύετε θα δείτε τη δόξα του Θεού; Μετακινείστε αυτή την πέτρα. Το θέλω!»
Είναι η φωνή της θείας θέλησης. Ένα υπόκωφο “Ω!” ακούγεται από κάθε στόμα. Πρόσωπα χάνουν το χρώμα τους. Μερικοί άνθρωποι τρέμουν σαν να πέρασε παγερός άνεμος θανάτου από πάνω τους. Η Μάρθα γνέφει στον Μαξιμίνο που διατάζει τους υπηρέτες να φέρουν τα κατάλληλα εργαλεία για να μετακινήσουν τη βαριά πέτρα. Οι υπηρέτες φεύγουν τρέχοντας και επιστρέφουν με αξίνες και δυνατούς μοχλούς. Και εργάζονται και παρεμβαίνουν στα σημεία με τις αξίνες μεταξύ του βράχου και της πέτρας και μετά αντικαθιστούν τις αξίνες με δυνατούς μοχλούς και τελικά μετακινούν την πέτρα προσεχτικά και την κυλούν με προσοχή δίπλα στον τοίχο του βράχου. Μια άσχημη μυρωδιά βγαίνει από τη σκοτεινή τρύπα που κάνει όλους να οπισθοχωρήσουν.

Η Μάρθα ρωτάει με χαμηλή φωνή: «Διδάσκαλε, θέλεις να πας εκεί κάτω; Αν θέλεις τότε να ανάψουμε δάδες...», αλλά χλωμιάζει με την σκέψη ότι πρέπει να κατέβει κάτω.
Ο Ιησούς δεν της απαντάει. Σηκώνει τα μάτια Του στον ουρανό, ανοίγει τα χέρια Του σε σχήμα σταυρού και προσεύχεται με δυνατή φωνή συλλαβίζοντας τις λέξεις: «Πατέρα! Σε ευχαριστώ Που Με άκουσες. Ήξερα ότι πάντα Με ακούς. Αλλά το λέω αυτό για τους παρόντες, για τους ανθρώπους που είναι γύρω Μου, για να πιστέψουν σε Σένα, σε Μένα, και ότι Εσύ Με έστειλες!» 

Παραμένει έτσι για ένα λεπτό και μεταμορφώνεται, έτσι που φαίνεται να έχει πέσει σε έκσταση, ενώ χωρίς να μιλάει προσεύχεται σιωπηλά. Είναι τόσο αλλαγμένος που δεν μπορείς να Τον κοιτάξεις χωρίς να αισθάνεσαι δέος στην καρδιά. Το σώμα Του φαίνεται πιο φωτεινό, πνευματικό, να υψώνεται από την Γη, παρ’ όλο που το χρώμα των μαλλιών Του, των ματιών Του, το δέρμα Του και τα ρούχα Του παραμένουν τα ίδια. Το φως φαίνεται να σχηματίζει φωτοστέφανο γύρω Του, ιδιαίτερα γύρω από το πρόσωπό Του Που είναι στραμμένο προς τον ουρανό, σίγουρα γοητευμένο από την ενατένιση του Πατέρα.
Παραμένει έτσι για λίγο, κατόπιν γίνεται ο Εαυτός Του, ο Άνδρας, αλλά πολύ επιβλητικός. Προχωράει μέχρι την είσοδο του τάφου. Κινεί τα χέρια Του μπροστά τώρα, με τις παλάμες προς τα κάτω, ώστε τα χέρια Του να βρίσκονται ήδη μέσα στον τάφο και η λευκότητά τους διακρίνεται στο σκοτάδι της τρύπας. Τα γαλάζια Του Μάτια αστράφτουν και η λάμψη τους προμηνύει ότι ένα θαύμα είναι αναπόφευκτο σήμερα. Με δυνατή φωνή, φωνάζει: «Λάζαρε έλα έξω!» Η φωνή Του κάνει ηχώ μέσα στον τάφο και βγαίνει από εκεί και απλώνεται σ’ όλο τον κήπο, επαναλαμβάνεται από τον κυματισμό του εδάφους της Βηθανίας και αγγίζει τους πρώτους λόφους πέρα από τα λιβάδια. Απ’ όλες τις κατευθύνσεις ακούγεται ξανά και ξανά: «Έξω! Έξω! Έξω!» Όλοι έχουν ανατριχιάσει από την συγκίνηση. Τα πρόσωπα χλωμιάζουν και τα μάτια ανοίγουν.

Η Μάρθα λίγο πιο πίσω φαίνεται γοητευμένη όπως κοιτάζει τον Ιησού. Η Μαρία, που ποτέ δεν απομακρύνθηκε από τον Διδάσκαλο, γονατίζει στην είσοδο του τάφου με το ένα χέρι στο στήθος της να πιάνει τους παλμούς της καρδιάς της και με το άλλο να κρατάει ασυναίσθητα και συγκλονισμένη τον μανδύα του Ιησού, και καταλαβαίνει κανείς ότι τρέμει, διότι κουνιέται ο μανδύας ελαφρά από το χέρι της που τον κρατάει. 

Κάτι λευκό φαίνεται να αναδύεται από το βάθος του τάφου. Στην αρχή είναι μια λεπτή κυρτή γραμμή, κατόπιν παίρνει το σχήμα του αυγού, κατόπιν φαίνονται πιο φαρδιές και πιο μακριές γραμμές. Και το νεκρό σώμα, τυλιγμένο σε επιδέσμους, πλησιάζει αργά μπροστά και γίνεται όλο και πιο ορατό, πιο μυστήριο και πιο τρομακτικό. 

Ο Ιησούς κινείται ανεπαίσθητα προς τα πίσω, συνεχώς, διότι ο άλλος προχωράει μπροστά. Έτσι η απόσταση των δύο είναι πάντα η ίδια. Η Μαρία αναγκάζεται να αφήσει τον μανδύα Του, αλλά δεν μετακινείται. Η χαρά, η συγκίνηση, όλα, την καρφώνουν στην θέση που βρίσκεται.
Ένα «Ω!» ακούγεται όλο και πιο δυνατά από τα χείλη που προηγουμένως ήταν κλειστά από την αγωνία, από ψίθυρος γίνεται φωνή, από φωνή δυνατή κραυγή. Τώρα ο Λάζαρος βρίσκεται στην είσοδο του τάφου και παραμένει εκεί μπανταρισμένος και σιωπηλός, σαν ένα άγαλμα από επιδέσμους και συνεπώς ασχημάτιστο, ένα μακρύ πράγμα, λεπτό στο κεφάλι, λεπτό στα πόδια, πιο φαρδύ στο σώμα, μακάβριο σαν τον ίδιο το θάνατο, σαν φάντασμα με λευκούς επιδέσμους, σε αντίθεση με το σκοτεινό φόντο του τάφου. Όπως πέφτει πάνω του ο ήλιος φαίνεται κάπου κάπου η σήψη που έχει περάσει ήδη τους επιδέσμους...

(Τέλος Α' μέρους)

ΠΗΓΗ: το κεφ. 548 του βιβλίου της Μαρίας Βαλτόρτα "The Gospel as revealed to me"

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα χρώματα της αύρας και η σημασία τους

Τα Κρυστάλλινα Παιδιά

Γιατί οι Ινδιάνοι είχαν μακριά μαλλιά;

Τι γίνεται όταν πεθαίνουμε;