H κατάπαυση της καταιγίδας – το θαύμα και η αιτία που συνέβη



Όπως το περιγράφει ο ίδιος ο Ιησούς και όχι οι Ευαγγελιστές.
Στις 30 Ιανουαρίου 1944 ο Ιησούς δίνει ένα όραμα στη Μαρία Βαλτόρτα και την κάνει να «δει» το Ευαγγέλιο που διάβασε ο ιερέας στην εκκλησία εκείνη την ημέρα... το αναφερόμενο στην κατάπαυση της καταιγίδας.  Λέει η Βαλτόρτα:
Τώρα που όλοι κοιμούνται θα σας πω την χαρά μου. «Είδα» το σημερινό Ευαγγέλιο.
Και ενώ, σήμερα το πρωί όταν το διάβαζα, είπα στον εαυτό μου: ‘Αυτό είναι ένα
απόσπασμα του Ευαγγελίου που δεν θα το δω ποτέ γιατί είναι δύσκολο για όραμα’... και ενώ
δεν το σκεπτόμουν καθόλου, εμφανίστηκε και με γέμισε χαρά. Είδα λοιπόν τα παρακάτω:
Ένα πλοιάριο με πανιά, ούτε πολύ μεγάλο, ούτε πολύ μικρό, ένα ψαροκάικο στο οποίο
μπορούν να κινούνται 5-6 άτομα άνετα, σχίζει τα νερά στην όμορφη γαλάζια λίμνη της
Γεννησαρέτ.

Ο Ιησούς κοιμάται στην πρύμνη. Είναι ντυμένος στα λευκά όπως συνήθως. Ακουμπάει το
κεφάλι Του πάνω στο αριστερό Του μπράτσο, όπου κάτω από εκεί έχει βάλει τον μπλε σκούρο
μανδύα Του, τον οποίο έχει διπλώσει πολλές φορές. Είναι καθισμένος, δεν είναι ξαπλωμένος,
στο πιο χαμηλό μέρος του πλοίου και το κεφάλι Του ακουμπάει στην άκρη της πρύμνης. Δεν
ξέρω πως το αποκαλούν οι ψαράδες. Εκείνος κοιμάται ήσυχα. Είναι κουρασμένος και ήρεμος.
Ο Πέτρος βρίσκεται στο τιμόνι. Ο Ανδρέας ασχολείται με τα πανιά, ο Ιωάννης και άλλοι δύο
– δεν γνωρίζω τα ονόματά τους – βγάζουν έξω τα σχοινιά και τα δίχτυα από το αμπάρι σαν να
πρόκειται να τα ρίξουν στη διάρκεια της νύχτας. Θα έλεγα ότι η μέρα τελειώνει διότι ο ήλιος είναι
στην δύση του. 

Όλοι οι μαθητές έχουν σηκώσει τις χλαμύδες τους και τις έχουν δέσει σαν
ζώνη στη μέση τους για να είναι ελεύθεροι στις κινήσεις τους, για να πηγαινοέρχονται με
ελευθερία στο πλοιάριο και να μην μαγκώνουν τα ρούχα τους. Κανείς δεν φορεί μανδύα.
Βλέπω τον ουρανό να συννεφιάζει και τον ήλιο να κρύβεται πίσω από ένα τεράστιο
σύννεφο, το οποίο παρουσιάστηκε ξαφνικά πίσω από την κορυφή του λόφου. Τότε αρχίζει να
φυσάει δυνατά ο άνεμος στην λίμνη. Ο άνεμος για την ώρα βρίσκεται ψηλά και η λίμνη είναι
ακόμα ήρεμη, έγινε μόνο λίγο πιο σκοτεινή και η επιφάνειά της δεν είναι πλέον λεία. Δεν
υπάρχουν κύματα, αλλά το νερό έχει αρχίσει να αφρίζει.

Ο Πέτρος και ο Ανδρέας παρατηρούν τον ουρανό και τη λίμνη και ετοιμάζονται να
πλησιάσουν την ακτή. Αλλά ξαφνικά πιάνει ένας δυνατός άνεμος και αμέσως
σχηματίζεται φουσκοθαλασσιά. Τα μεγάλα κύματα αγκαλιάζουν το ένα το άλλο, κτυπούν το
μικρό πλοίο και μια το σηκώνουν ψηλά και μια το βυθίζουν στη χαμηλότερη καμπύλη, στριφογυρίζει
προς όλες τις κατευθύνσεις και έτσι αποκλείεται κάποιος ελιγμός με το τιμόνι, όπως επίσης και
ο άνεμος αποκλείει κάθε ελιγμό με το πανί, το οποίο πρέπει να μαζέψουν.

Ο Ιησούς κοιμάται. Ούτε τα βήματα, ούτε οι τρομαγμένες φωνές των μαθητών, ούτε ο
δυνατός άνεμος, ούτε τα κύματα που κτυπούν στα πλάγια και στην πλώρη, δεν καταφέρνουν να Τον ξυπνήσουν. Τα μαλλιά Του ανεμίζουν στον αέρα και μερικές σταγόνες νερού Τον αγγίζουν. Αλλά Εκείνος κοιμάται. Ο Ιωάννης τρέχει πάνω κάτω και Τον σκεπάζει με τον μανδύα του, που πήρε κάτω
από μια σανίδα. Τον σκεπάζει με την γλυκιά του αγάπη.
Η καταιγίδα όλο και δυναμώνει. Η λίμνη έγινε τόσο σκοτεινή, σαν να της έριξαν μελάνι και απέκτησε ραβδώσεις από τους αφρούς των κυμάτων. Το πλοιάριο είναι έρμαιο των κυμάτων και ο άνεμος το παρασέρνει στα βαθιά. Οι μαθητές ιδρώνουν με τις προσπάθειες τους να οδηγήσουν το πλοίο και συνάμα να βγάζουν το νερό που βάζουν τα κύματα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Τσαλαβουτάνε στο νερό που τους έχει φτάσει στα γόνατα και το πλοιάριο γίνεται όλο και πιο βαρύ.
Ο Πέτρος χάνει την ηρεμία του και την υπομονή του. Δίνει το τιμόνι στον αδελφό του, πηγαίνει παραπατώντας προς τον Ιησού και Τον σκουντάει δυνατά. Ο Ιησούς ξυπνάει και σηκώνει το κεφάλι Του.

«Σώσε μας, Διδάσκαλε, πνιγόμαστε!» Ο Πέτρος Του φωνάζει (θα πρέπει να φωνάζει για να
μπορεί να τον ακούσει). Ο Ιησούς, κοιτάζει τον μαθητή Του, κοιτάζει τους άλλους και μετά τη λίμνη. «Πιστεύετε ότι μπορώ να σας σώσω;»
«Γρήγορα, Διδάσκαλε» φωνάζει ο Πέτρος, ενώ πλησιάζει ένα τεράστιο βουνό από νερό που έρχεται από το μέσον της λίμνης με ταχύτητα. Είναι τόσο ψηλό και τρομακτικό που μοιάζει με καταρράκτη. Οι μαθητές που το βλέπουν να έρχεται γονατίζουν και κρατιούνται από οτιδήποτε έχουν, βέβαιοι πως έρχεται το τέλος.

Ο Ιησούς σηκώνεται. Στέκεται όρθιος στην πρύμνη, μια λευκή φιγούρα μπροστά στην σκούρα καταιγίδα. Σηκώνει τα χέρια Του προς το μεγάλο κύμα και λέει στον άνεμο:
«Σταμάτησε και ησύχασε» και στο νερό: «Ηρέμησε. Το θέλω.» Και το μεγάλο κύμα διαλύθηκε σε αφρούς, που έπεσαν χωρίς να κάνουν ζημιά με ένα τελευταίο θόρυβο, ο οποίος έσβηνε και γινόταν ψίθυρος, ενώ ο αέρας σταμάτησε και ο ήχος του άλλαξε σε ένα σφύριγμα και μετά σε μια ανάσα. Ο ουρανός έγινε πάλι καθαρός πάνω από την λίμνη που είχε γαληνέψει, ενώ ελπίδα και πίστη γέμισε τις καρδιές των μαθητών.

Δεν μπορώ να περιγράψω το μεγαλείο του Ιησού. Πρέπει να το δει κανείς για να το καταλάβει.
Και το ευχαριστήθηκα ενδόμυχα διότι είναι ακόμα ζωντανό στην μνήμη μου και σκέπτομαι πόσο ατάραχος ήταν ο ύπνος του Ιησού και πόσο επιβλητική ήταν η εντολή Του, στους ανέμους και στα κύματα.

Τότε μου εξηγεί ο Ιησούς:
«Δεν θα ερμηνεύσω το Ευαγγέλιο με τον ίδιο τρόπο που το ερμηνεύουν όλοι. Θα διευκρινίσω τις συνθήκες που προηγήθηκαν. Γιατί κοιμόμουν; Μήπως δεν γνώριζα ότι θα γινόταν καταιγίδα; Ναι, το γνώριζα. Μόνο Εγώ το γνώριζα. Τότε γιατί κοιμόμουν; Οι απόστολοι ήσαν άνθρωποι, Μαρία. Είχαν όλη την καλή θέληση αλλά ήσαν ακόμα πολύ ”ανθρώπινοι”. Ο άνθρωπος πιστεύει πάντα ότι μπορεί να κάνει τα πάντα. Όταν είναι πραγματικά ικανός να κάνει κάτι, είναι όλο υπεροψία και προσκολλημένος στην “ικανότητά του”. Ο Πέτρος, ο Ανδρέας, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης ήσαν καλοί ψαράδες και συνεπώς πίστευαν ότι ήσαν άψογοι στο να χειρίζονται ένα πλοίο. Κατά την γνώμη τους ήμουν ένας μεγάλος “Διδάσκαλος”, αλλά σαν ναυτικός δεν ήμουν τίποτα. Έτσι πίστευαν ότι Εγώ δεν μπορούσα να τους βοηθήσω, και όταν μπήκαμε στο πλοίο για να διασχίσουμε τη λίμνη της Γαλιλαίας (Γεννησαρέτ), αυτοί Με παρακάλεσαν να καθίσω κάτω, διότι δεν ήμουν ικανός για τίποτε άλλο. Επίσης κρυβόταν και η αγάπη τους για Μένα πίσω από αυτήν την συμπεριφορά, διότι δεν ήθελαν να κάνω κάποια χειρωνακτική εργασία. Αλλά η προσκόλλησή τους στην ικανότητά τους ήταν μεγαλύτερη από την αγάπη τους.

Δεν επιβάλλομαι, Μαρία, εκτός και σε ιδιαίτερες περιπτώσεις. Γενικά, σας αφήνω ελεύθερους και περιμένω. Εκείνη την ημέρα, όπως ήμουν κουρασμένος και Με παρακάλεσαν να ξεκουραστώ, δηλαδή, να τους αφήσω στην δουλειά τους, εφ’ όσον εκείνοι ήσαν ικανοί, Εγώ κοιμήθηκα. Στον ύπνο Μου υπήρχε αυτή η ανάμικτη εξακρίβωση για το κατά πόσον ο άνθρωπος είναι “ανθρώπινος” και θέλει να κάνει πράγματα μόνος του, χωρίς να αισθάνεται ότι ο Θεός ζητάει απλά να τον βοηθάει. Είδα σε αυτούς τους πνευματικά “κουφούς ανθρώπους”, τους πνευματικά “τυφλούς ανθρώπους”, όλους τους πνευματικά κουφούς και τυφλούς ανθρώπους που ανά τους αιώνες καταστρέφουν τον εαυτό τους, διότι θέλουν να ενεργούν μόνοι τους, παρ’ όλο που Είμαι σκυμμένος πάνω στις ανάγκες τους περιμένοντας να Μου ζητήσουν να τους βοηθήσω.

Όταν ο Πέτρος φώναξε; “Σώσε μας!” η πίκρα Μου διαλύθηκε, έπεσε σαν πέτρα. Δεν είμαι “άνθρωπος”, είμαι ο Θεάνθρωπος. Δεν συμπεριφέρομαι όπως εσείς. Όταν κάποιος απορρίπτει τη συμβουλή σας είτε τη βοήθειά σας, και βλέπετε πως έχει φασαρίες, ακόμα και αν δεν είστε τόσο κακοί ώστε να χαίρεστε, είστε όμως αρκετά άσπλαχνοι ώστε να τον κοιτάτε περιφρονητικά και αδιάφορα, χωρίς να σας αγγίζουν οι κραυγές του για βοήθεια. Η συμπεριφορά σας σημαίνει: “Όταν ήθελα να σε βοηθήσω, εσύ δεν με ήθελες. Τώρα λοιπόν βοήθησε τον εαυτό σου”. Αλλά Εγώ είμαι ο Ιησούς. Είμαι ο Σωτήρας. Και σώζω, Μαρία. Πάντοτε σώζω, μόλις Μου το ζητήσουν.
Οι καημένοι οι άνθρωποι, ίσως να έχουν αντίρρηση: “Σε αυτήν την περίπτωση, γιατί επιτρέπεις ατομικές ή ομαδικές καταιγίδες να ξεσπούν;”

Αν με τη δύναμή Μου κατέστρεφα το Κακό, τότε θα θεωρούσατε τον εαυτό σας τον Κυρίαρχο του Καλού, το οποίο βασικά είναι Δικό Μου δώρο, και δεν θα Με θυμόσαστε πλέον. Δεν θα με θυμόσαστε ποτέ ξανά...
Φτωχά μου παιδιά, χρειάζεστε θλίψεις για να θυμάστε ότι έχετε Πατέρα. Όπως και ο άσωτος γιος θυμήθηκε ότι είχε πατέρα όταν πείνασε.
Οι δυστυχίες σάς πείθουν για τη μηδαμινότητά σας, για την απειρία σας – αιτία τόσων σφαλμάτων –, για την κακία σας – αιτία τόσων θρήνων και πόνων –, για τις αμαρτίες σας – αιτία τιμωρίας, την οποία επιβάλλετε εσείς οι ίδιοι στον εαυτό σας – καθώς επίσης για την ύπαρξή Μου, τη δύναμη και την καλοσύνη Μου.

Αυτό σας λέει το σημερινό Ευαγγέλιο, το «δικό» σας Ευαγγέλιο της σημερινής μέρας, φτωχά Μου παιδιά. Φωνάξτε Με. Ο Ιησούς κοιμάται μόνο επειδή είναι στενοχωρημένος που δεν Τον αγαπάτε. Φωνάξτε Με και θα έρθω».

ΠΗΓΗ: Το βιβλίο της Μαρίας Βαλτόρτα "The Gospel as revealed to me" (Το Ευαγγέλιο όπως μου αποκαλύφθηκε).

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα χρώματα της αύρας και η σημασία τους

Τα Κρυστάλλινα Παιδιά

Γιατί οι Ινδιάνοι είχαν μακριά μαλλιά;

Τι γίνεται όταν πεθαίνουμε;