Η Σταύρωση και ο θάνατος του Ιησού


(Τα γεγονότα της Παρασκευής συνεχίζονται). 

Τέσσερις μυώδεις άνδρες που από το παρουσιαστικό τους μου φαίνονται για Ιουδαίοι, που σ’ αυτούς αξίζει περισσότερο ο σταυρός παρά στους κατάδικους, σίγουρα είναι του ιδίου φυράματος όπως και αυτοί που μαστιγώνουν, εμφανίζονται από ένα μονοπάτι στο μέρος της εκτέλεσης. Φορούν κοντές χλαμύδες χωρίς μανίκια και κρατούν καρφιά, σφυριά, και σχοινιά τα οποία τα δείχνουν στους κατάδικους με ειρωνεία. Το πλήθος παραληρεί από αγριότητα.
Ο εκατόνταρχος προσφέρει στον Ιησού τον αμφορέα για να πιεί το αναισθητικό
μείγμα μύρου και κρασιού. Όμως ο Ιησούς το αρνείται. Αντίθετα οι δύο ληστές πίνουν
αρκετό. Κατόπιν ο αμφορέας που έχει φαρδύ στόμιο, τοποθετείται κοντά σε μια
μεγάλη πέτρα.
Δίνουν διαταγή στους κατάδικους να γδυθούν. Οι δύο ληστές το κάνουν χωρίς ντροπή. Αντιθέτως το διασκεδάζουν κάνοντας άσεμνες κινήσεις προς το πλήθος και ιδιαίτερα προς μια συντροφιά ιερέων, που είναι ολόλευκοι με τις λινές χλαμύδες τους. Οι ιερείς βρίσκονται μαζί με 2-3 Φαρισαίους και άλλα ισχυρά άτομα τους οποίους ένωσε το μίσος. Και βλέπω ανθρώπους που γνωρίζω, όπως τον Φαρισαίο Γιοχανάν και τον Ισμαήλ, τους γραμματείς Σαδδόκ και τον Ηλία από την Καπερναούμ.

Οι δήμιοι προσφέρουν στους κατάδικους τρία κουρέλια για να κρύψουν τη γύμνια τους. Οι ληστές τα παίρνουν και προφέρουν τις πιο τρομερές κατάρες. Ο Ιησούς, που γδύνεται αργά εξ αιτίας των πληγών Του, το αρνείται. Ίσως να νομίζει ότι μπορεί να κρατήσει το κοντό εσώβρακο που φορούσε στο φραγγέλωμα. Όμως όταν Του λένε ότι πρέπει να το βγάλει και αυτό, ανοίγει τα χέρια Του για να ικετεύσει για το κουρέλι τους δήμιους και έτσι να καλύψει την γύμνια Του. Είναι πραγματικά ο Εκμηδενισμένος στο σημείο να πρέπει να ζητήσει ένα κουρέλι από εγκληματίες.
Όμως η Μαρία που παρακολουθήσει τη σκηνή, βγάζει τη λευκή και μακριά μαντίλα Της που καλύπτει το κεφάλι Της κάτω από την σκούρα κουκούλα Της, και στην οποία έχει ήδη χύσει πολλά δάκρυα. Την βγάζει χωρίς να βγάλει την κουκούλα Της και την δίνει στον Ιωάννη για να την δώσει στον Λογγίνο για τον Γιο Της. Ο εκατόνταρχος παίρνει τη μαντίλα χωρίς αντίρρηση, και όταν βλέπει ότι ο Ιησούς ετοιμάζεται να γδυθεί εντελώς, με στραμμένη την πλάτη που γεμάτη πληγές και φουσκάλες αιμορραγεί ξανά, προς τον όχλο, ο εκατόνταρχος Του δίνει την λινή λευκή μαντίλα της Μητέρας Του. Ο Ιησούς την αναγνωρίζει και την τυλίγει γύρω από την γύμνια Του αρκετές φορές και τη στερεώνει με προσοχή για να μην πέσει… και πάνω στη λινή
μαντίλα που μέχρι τώρα είχε δεχτεί μόνο δάκρυα, αρχίζουν να στάζουν οι πρώτες σταγόνες αίματος, επειδή πολλές από τις πληγές, που ήταν κλειστές από αίμα που είχε πήξει, άνοιξαν ξανά, όπως έσκυψε για να βγάλει τα σανδάλια Του και να τα ακουμπήσει στα ρούχα Του, και το αίμα Του χύνεται ξανά.
 
Τώρα ο Ιησούς γυρίζει προς το κοινό. Και μπορεί να δει κανείς ότι ακόμα και το στήθος Του, τα πόδια Του, τα χέρια Του έχουν πληγές από το φραγγέλωμα. Στο ύψος που είναι το συκώτι, υπάρχει μια τεράστια μελανιά και κάτω από τα πλευρά Του στην αριστερή πλευρά, υπάρχουν επτά ραβδώσεις ανάγλυφες, που καταλήγουν σε επτά μικρά σχισίματα που αιμορραγούν στο μέσον ενός μωβ κύκλου... ένα σκληρό χτύπημα από φραγγέλωμα στην τόσο ευαίσθητη περιοχή του διαφράγματος. Τα γόνατά Του μωλωπισμένα από τις πολλές φορές που έπεσε απ’ όταν ξεκίνησε η σύλληψή Του και τελείωσε στον Γολγοθά, είναι μαύρα με αιματώματα και
ανοιγμένα στα γόνατα, ιδιαίτερα το δεξί που αιμορραγεί.

Ο όχλος Τον ειρωνεύεται ομαδικά: «Ω! Ωραιότης! Ο πιο όμορφος των παιδιών των ανθρώπων! Οι κόρες της Ιερουσαλήμ Σε λατρεύουν...» και με τον σκοπό ενός ψαλμού, ψάλλουν: «Ο αγαπημένος μου είναι αγνός και ροδοκόκκινος, ξεχωρίζει μέσα από πολλές χιλιάδες. Το κεφάλι Του είναι από αγνό χρυσάφι, οι μπούκλες Του είναι τσαμπιά του φοίνικα, μεταξένια, όπως τα φτερά του κόρακα…. τα λόγια Του είναι ποτισμένα με γλυκύτητα και ο Ίδιος σαγηνεύει». Και γελούν και φωνάζουν : «Ο λεπρός! Ο λεπρός! Πόρνευσες με κάποιο είδωλο για να Σε χτυπάει τόσο άσχημα ο Θεός; Μήπως κατηγόρησες τους αγίους του Ισραήλ, όπως έκανε η Μαρία του Μωυσή, και Σε τιμωρεί έτσι; Ω! Ω! Ο τέλειος! Μήπως είσαι ο Γιος του Θεού; Βέβαια όχι. Εσύ είσαι η απόρριψη του Σατανά! Τουλάχιστον αυτός, ο Μαμμωνάς είναι ισχυρός και δυνατός. Εσύ…Εσύ είσαι ένα κουρέλι. Εσύ δεν έχεις τη δύναμη ούτε να αντισταθείς».

Τους ληστές τους έχουν δέσει πάνω στους σταυρούς τους και τους μεταφέρουν στις θέσεις τους, έναν από τα δεξιά και έναν από τα αριστερά Του, σύμφωνα με τη θέση που έχουν αφήσει για τον Ιησού. Αυτοί ουρλιάζουν, ορκίζονται, καταριούνται, ιδιαίτερα όταν μεταφέρουν τους σταυρούς στις τρύπες, και κουνιούνται μέχρι που κόβονται τα σχοινιά από τα χέρια τους. Οι βλαστήμιες τους προς τον Θεό, τον Νόμο, τους Ρωμαίους και τους Ιουδαίους είναι σατανικές.
Έρχεται η σειρά του Ιησού ο οποίος ξαπλώνει πάνω στον σταυρό με πραότητα. Οι δύο ληστές ήταν τόσο αντιδραστικοί που, επειδή οι τέσσερις εκτελεστές δεν επαρκούσαν, έπρεπε να επέμβουν και στρατιώτες για να τους εμποδίζουν να κλωτσούν τους εκτελεστές τους που έδεναν τους καρπούς τους στον σταυρό. Όμως, δεν χρειάζονται βοήθεια για τον Ιησού. Αυτός ξαπλώνει και τοποθετεί το κεφάλι Του εκεί που Του λένε. Ισιώνει τα χέρια Του και τα πόδια Του όπως Του λένε. Φροντίζει μόνον να είναι στη σωστή θέση η μαντίλα της Μητέρας Του. Τώρα το μακρύ, λεπτό, λευκό Του σώμα βρίσκεται μπροστά από το σκούρο ξύλο και το κίτρινο έδαφος.
Δύο δήμιοι κάθονται πάνω στο στήθος Του για να Τον κρατούν γερά. Και σκέπτομαι την πίεση και τον πόνο που πρέπει να αισθάνθηκε κάτω από αυτό το βάρος. Ένας τρίτος παίρνει το δεξί Του χέρι και το πιέζει με το ένα χέρι του στο μπράτσο και το άλλο στις άκρες των δαχτύλων Του. Ο τέταρτος, που έχει ήδη στο χέρι το μακρύ αιχμηρό τετράπλευρο καρφί, που τελειώνει σε μια στρογγυλή πλατιά κεφαλή, μεγάλη όσο ένα νόμισμα των περασμένων ημερών, παρατηρεί αν η τρύπα που έχει ήδη γίνει στο ξύλο, αντιστοιχεί με το μήκος του ωλενικού οστού του χεριού. Εντάξει. Ο δήμιος τοποθετεί τη μύτη του καρφιού πάνω στον καρπό, σηκώνει το σφυρί και δίνει το πρώτο χτύπημα.
 
Ο Ιησούς, που είχε κλείσει τα μάτια Του, βγάζει μια κραυγή και κάνει μια σύσπαση από τον δυνατό πόνο, μετά ανοίγει τα μάτια Του πλημμυρισμένα στα δάκρυα. Ο πόνος που υπέστη πρέπει να είναι τρομακτικός... Το καρφί περνάει, σχίζει τους μύες, τις φλέβες, τα νεύρα, σπάζονται κόκαλα…
Η Μαρία απαντάει στην κραυγή του μαρτυρικού Γιου Της, με ένα βογκητό, που σχεδόν μοιάζει με το βογγητό ενός αρνιού όταν το σφάζουν, καιλυγίζει, σαν να Την συνέθλιψαν, κρατώντας το κεφάλι Της μέσα στα χέρια Της.

Για να μην Την βασανίζει, ο Ιησούς δεν φώναξε ξανά. Όμως τα χτυπήματα συνεχίζονται μεθοδικά και σκληρά. Μέταλλο χτυπάει πάνω στο μέταλλο... και πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι αυτά τα δέχεται ένα ζωντανό μέλος του σώματος.
Τώρα το δεξί χέρι έχει καρφωθεί. Περνούν από την αριστερή πλευρά. Οι τρύπες στο ξύλο δεν αντιστοιχούν στον καρπό. Γι’ αυτό παίρνουν ένα σχοινί, το δένουν στον αριστερό καρπό και το τραβούν μέχρι να τον εξαρθρώσουν, τραβώντας τένοντες και μύες, εκτός του ότι ξεσχίζεται και η σάρκα που είναι ήδη κομμένη από τα σχοινιά που μεταχειρίστηκαν για την σύλληψή Του. Το άλλο χέρι θα πρέπει να υπέφερε και αυτό, διότι το τέντωσαν και συνεπώς η πληγή μεγαλώνει γύρω από το καρφί. Τώρα η άκρη του μετακαρπίου με δυσκολία αγγίζει την τρύπα. Αυτοί σταματούν με αυτή την προσπάθεια και καρφώνουν το καρφί όπως μπορούν, δηλαδή, μεταξύ του αντίχειρα και των άλλων δαχτύλων, ακριβώς στη μέση του μετακαρπίου. Εδώ το καρφί περνάει πιο εύκολα, αλλά με μεγαλύτερο πόνο, διότι κόβονται σημαντικά νεύρα, ώστε τα δάχτυλα να παραμένουν ακίνητα, ενώ εκείνα του δεξιού Του χεριού έχουν σπασμούς και τρέμουν, αυτό δηλώνει ζωτικότητα. Όμως ο Ιησούς δεν φωνάζει πλέον, μόνον βογκάει με μια βαθειά βραχνή φωνή με τα χείλη Του σφιχτά κλειστά, ενώ δάκρυα πόνου πέφτουν στο έδαφος, αφού πέσουν πρώτα πάνω στο ξύλο.

Τώρα έρχεται η σειρά των ποδιών Του. Στα περίπου δύο μέτρα ή και περισσότερο από την βάση του σταυρού υπάρχει μια μικρή σφήνα, όπου με δυσκολία στηρίζεται το ένα πόδι. Τοποθετούν και τα δύο πόδια σ’ αυτήν για να δουν αν βρίσκεται στη σωστή θέση, και επειδή είναι λίγο πιο χαμηλά και τα πόδια Του φτάνουν με δυσκολία, τραβούν τον δύστυχο μάρτυρα από τους αστραγάλους Του.
Έτσι, το ακατέργαστο ξύλο του σταυρού τρίβεται πάνω στις πληγές Του, κουνάει το ακάνθινο στεφάνι, τραβάει τα μαλλιά Του ξανά… Αυτοί που καθόντουσαν πάνω στο στήθος του Ιησού, τώρα σηκώνονται για να πάνε στα γόνατα, διότι ο Ιησούς άθελά Του τράβηξε τα πόδια Του όταν είδε το πολύ μακρύ καρφί, το οποίο είναι δύο φορές πιο μακρύ και πιο χονδρό από αυτά που χρησιμοποιούν στα χέρια, να λάμπει στον ήλιο, σε μήκος και σε πάχος διπλάσιο από τα άλλα δυο που μεταχειρίστηκαν για τα χέρια. Πιέζουν τα γόνατα, ενώ οι άλλοι δύο κάνουν το πιο δύσκολο έργο, να καρφώσουν το ένα πόδι πάνω στο άλλο προσπαθώντας να ενώσουν τους ταρσούς. Παρ’ όλο που προσπαθούν να κρατήσουν τα πόδια ακίνητα, κρατώντας τα από τους αστραγάλους και τις μύτες, το πόδι που βρίσκεται από κάτω αλλάζει θέση με τις δονήσεις του καρφιού, και πρέπει σχεδόν να το ξεκαρφώσουν, διότι το καρφί που έχει ήδη τρυπήσει τα μαλακά μέρη είναι ήδη στομωμένο επειδή έχει τρυπήσει το δεξί πόδι. Και σφυροκοπούν, και σφυροκοπούν και σφυροκοπούν... Μόνον ο τρομερός ήχος του καρφιού, ακούγεται, διότι όλος ο Γολγοθάς είναι μόνο μάτια και αυτιά τεντωμένα για να είναι προσηλωμένος στις εργασίες και στους ήχους και να χαίρεται…

 Ο σκληρός ήχος του μετάλλου συνοδεύεται με το λεπτό υπόκωφο παράπονο ενός περιστεριού: το βραχνό βογκητό της Μαρίας, που σκύβει όλο και πιο πολύ σε κάθε χτύπο σαν να την πληγώνει το σφυρί, την μαρτυρική Μητέρα. Και καταλαβαίνεις ότι είναι έτοιμη να σωριαστεί από το μαρτύριο. Η Σταύρωση είναι τρομακτική, ίση με το φραγγέλωμα ως προς τον πόνο, είναι πιο σκληρό να την βλέπεις, διότι βλέπεις τα καρφιά να χάνονται μέσα στην ζωντανή σάρκα. Όμως σαν αντιστάθμισμα είναι συντομότερη. Ενώ το φραγγέλωμα έχει διάρκεια. Νομίζω ότι η αγωνία στην Γεσθημανή, το Φραγγέλωμα και η Σταύρωση είναι οι
πιο τρομακτικές στιγμές. Αποκαλύπτουν όλο το μαρτύριο του Χριστού σε μένα. Ο θάνατός Του με ανακουφίζει, διότι λέω: «Τελείωσε!» Όμως αυτά δεν είναι το τέλος. Αυτά είναι η αρχή καινούργιων θλίψεων.
Τώρα σέρνουν τον σταυρό κοντά στην τρύπα, που δονείται στο ανώμαλο έδαφος τραντάζοντας τον Εσταυρωμένο. Ο σταυρός υψώνεται και από το βάρος γλιστράει δυο φορές από τα χέρια αυτών που τον σηκώνουν και προκαλεί φοβερό πόνο στον Ιησού, διότι το τράνταγμα ταρακούνησε τα πληγωμένα άκρα Του.
Όμως όταν αφήνουν τον σταυρό να πέσει στη τρύπα του, το πληγωμένο Σώμα, που κρέμεται από τρία καρφιά, από το βάρος του κινείται μπροστά και προς τα κάτω, και οι τρύπες μεγαλώνουν, ιδιαίτερα αυτή του αριστερού χεριού, όπως και αυτή στα πόδια, ενώ το αίμα χύνεται πολύ. Και αν αυτό από τα πόδια κατηφορίζει στις άκρες των δαχτύλων προς το έδαφος κατά μήκος του ξύλου του σταυρού, το αίμα από τα χέρια κυλάει προς τα μπράτσα, διότι οι καρποί βρίσκονται ψηλότερα από τις μασχάλες, εξ αιτίας της στάσης, και κυλάει από τα πλευρά στην μέση. Όταν ο σταυρός ταλαντευόταν προτού να τον στερεώσουν, το ακάνθινο στεφάνι κουνιόταν επειδή το κεφάλι χτυπούσε πίσω στο ξύλο και τα αγκάθια τρυπούσαν τον λαιμό και πλήγωνε ανελέητα. Τελικά η Σταύρωση γίνεται γρήγορα και υπάρχει μόνον το μαρτύριο να είναι κρεμασμένος.

Σηκώνουν τους ληστές που, μόλις τους βάζουν στην κατακόρυφη θέση, 
φωνάζουν σαν να τους γδέρνουν ζωντανούς, διότι είναι το μαρτύριο με τα σχοινιά που μπαίνουν μέσα στους καρπούς, και κάνουν μαύρα τα χέρια τους και πρήζονται οι φλέβες τους σαν τα σχοινιά.
Ο Ιησούς είναι σιωπηλός, ενώ ο όχλος δεν κάνει πλέον ησυχία. Φωνάζει με ένα δαιμονικό τρόπο. Τώρα η κορυφή του Γολγοθά έχει το τρόπαιό της και την τιμητική φρουρά της.
Στην κορυφή υπάρχει ο Σταυρός του Ιησού. Στα πλάγια οι άλλοι δύο σταυροί. Πενήντα στρατιώτες, σε θέση μάχης. Μέσα σ’ αυτόν τον κύκλο υπάρχουν δέκα στρατιώτες που ρίχνουν κλήρο για τα ρούχα των καταδίκων. Ο Λογγίνος στέκεται μεταξύ του σταυρού του Ιησού και του δεξιού ληστή. Και μοιάζει σαν να είναι φρουρά τιμής για τον Μάρτυρα Βασιλιά. Οι άλλοι πενήντα, που ξεκουράζονται, είναι στο αριστερό μονοπάτι και στο χαμηλότερο άνοιγμα, υπό τις διαταγές του υπασπιστή του Λογγίνου, και περιμένουν μην τυχόν και τους χρειαστεί.
Η αδιαφορία των στρατιωτών είναι σχεδόν γενική. Μόνον κάποιος περίεργος κάπου κάπου κοιτάζει τους σταυρωμένους άνδρες.

μως, ο Λογγίνος παρατηρεί τα πάντα με περιέργεια και ενδιαφέρον, κάνει 
συγκρίσεις και κρίνει μέσα του. Συγκρίνει τους σταυρωμένους άνδρες, και Ιδιαίτερα τον Χριστό, και τους παρατηρεί. Τα διαπεραστικά του μάτια δεν χάνουν τίποτα. Και για να βλέπει καλύτερα βάζει το χέρι του πάνω από τα μάτια του για σκιά, διότι πρέπει να τον ενοχλεί ο ήλιος. Βασικά, ο ήλιος είναι παράξενος. Είναι κίτρινο-κόκκινος σαν την φωτιά. Κατόπιν η φωτιά φαίνεται να σβήνει ξαφνικά από ένα μεγάλο μαύρο σύννεφο, που έρχεται από την οροσειρά των βουνών της Ιουδαίας και ανέρχεται γρήγορα προς τον ουρανό και χάνεται πίσω από άλλα βουνά. Και όταν βγαίνει ξανά ο ήλιος, είναι τόσο δυνατός που τα μάτια τον υπομένουν με δυσκολία.

 
Καθώς κοιτάζει, ο εκατόνταρχος βλέπει τη Μαρία, ακριβώς κάτω στην πλαγιά, με παραμορφωμένο το πρόσωπο από τον πόνο, να κοιτάζει ψηλά προς τον Γιο Της. Φωνάζει έναν από τους στρατιώτες που παίζουν ζάρια, και του λέει: «Αν η Μητέρα Του θέλει να έρθει επάνω με τον γιο που Την συνοδεύει, ας έρθει. Συνόδευσέ Την και βοήθησέ Την».
Και η Μαρία με τον Ιωάννη που όλοι πιστεύουν πως είναι γιος Της, ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια που έχουν κοπεί πάνω στον πορώδη βράχο και περνάει μπροστά από τους παρατεταγμένους στρατιώτες, και πηγαίνει στην βάση του σταυρού και λίγο πιο πλάι για να Την βλέπει και Αυτή να βλέπει τον Ιησού Της.

Αμέσως, ο όχλος ξεστομίζει βρισιές και κατάρες. Όμως Αυτή με χείλη που τρέμουν προσπαθεί να Τον παρηγορήσει με ένα χαμόγελο γεμάτο οδύνη, σκουπίζει τα δάκρυα που καμία δύναμη θέλησης δεν μπορεί να τα σταματήσει.

Ο κόσμος, αρχίζοντας από τους ιερείς, τους γραμματείς, τους Φαρισαίους, τους Σαδδουκαίους, τους Ηρωδιανούς και τους παρόμοιους απολαμβάνουν να κάνουν βόλτες. Όταν περνούν από την βάση της κορυφής του Γολγοθά, δεν παραλείπουν να βλασφημούν το Θύμα που πεθαίνει. Όλη η χυδαιότητα, η σκληρότητα, το μίσος και ο παραλογισμός που μπορεί να ξεστομίσει ο άνθρωπος, προφέρονται από αυτά τα κολασμένα στόματα. Οι χειρότεροι είναι τα μέλη του Ναού με τη βοήθεια των Φαρισαίων.
«Λοιπόν; Εσύ ο Σωτήρας της ανθρωπότητας, γιατί δεν σώζεις τον εαυτό Σου;
Μήπως Σε εγκατέλειψε ο καλός Σου Εωσφόρος; Μήπως Σε ατίμασε;» φωνάζουν τρεις ιερείς.
Και μια παρέα Ιουδαίων φωνάζει: «Εσύ, που μόλις πριν πέντε μέρες, με την βοήθεια του Δαίμονα, έκανες τον Πατέρα να πει... χα! χα! χα! ότι θα Σε δοξάσει, γιατί δεν Του το υπενθυμίζεις, για να κρατήσει την υπόσχεση Του;»
Και τρεις Φαρισαίοι προσθέτουν: «Ο Βλάσφημος! Αυτός έλεγε ότι έσωζε τους άλλους με την βοήθεια του Θεού! Και δεν μπορεί να σώσει τον Εαυτό Του! Θέλεις να Σε πιστέψουμε; Τότε, κάνε το θαύμα. Χε! Χε! Μήπως δεν είσαι πλέον ικανός; Τα χέρια Σου τώρα είναι καρφωμένα και είσαι γυμνός».
Και μερικοί Σαδδουκαίοι και Ηρωδιανοί λένε στους στρατιώτες: «Προσέξτε τα μαγικά Του, εσείς που πήρατε τα ρούχα Του! Αυτός έχει δαιμονικό σημάδι μέσα Του!»
Κάποιοι ουρλιάζουν: «Κατέβα από τον σταυρό και θα Σε πιστέψουμε. Εσύ, που θέλεις να καταστρέψεις τον Ναό... Ανόητε!... Κοιτάξτε τον από εκεί πάνω, τον ένδοξο και άγιο Ναό του Ισραήλ. Δεν έχει πάθει τίποτα, βλάσφημε! Ενώ Εσύ πεθαίνεις».
Άλλοι ιερείς λένε: «Βλάσφημος Εσύ; Ο γιος του Θεού; Τότε, κατέβα από εκεί. Χτύπησέ μας με αστραπές, αν είσαι ο Θεός. Εμείς δεν Σε φοβόμαστε και Σε φτύνουμε».
Άλλοι, που περνούν, κουνούν το κεφάλι τους και λένε: «Αυτός μπορεί μόνον να κλαίει. Σώσε τον Εαυτό Σου αν είναι αλήθεια ότι είσαι ο Εκλεγμένος!»
Και οι στρατιώτες ακόμα παρατηρούν: «Λοιπόν, σώσε τον Εαυτό Σου! Κάνε στάχτη αυτή τη σαβούρα της σαβούρας! Ναι! Εσείς είστε η σαβούρα της Αυτοκρατορίας, εσείς οι Ιουδαίοι. Κάνε το! Η Ρώμη θα σε βάλει στο Καπιτώλιο και θα σε τιμάει σαν θεό!»


Άλλοι, πετούν πέτρες και φωνάζουν: «Κάνε τες ψωμιά, αφού πολλαπλασιάζεις τα καρβέλια».
Άλλοι, μιμούμενοι τα Ωσαννά της Κυριακής των Βαΐων, πετούν κλαδιά και φωνάζουν: «Κατάρες σ’ Αυτόν που έρχεται στο όνομα του Δαίμονα! Ας είναι καταραμένη η Βασιλεία Του! Δόξα στη Σιών που Του στερεί τη ζωή!»
Ένας Φαρισαίος στέκεται μπροστά από τον Σταυρό, σηκώνει το χέρι του, κάνει μια απαράδεκτη χειρονομία και λέει: «Σε εμπιστεύομαι στον Θεό του Σινά. Εσύ δεν το είπες; Τώρα ο Θεός του Σινά Σε ετοιμάζει για την αιώνια φωτιά. Γιατί δεν καλείς τον Ιωνά να ανταποδώσει για την καλοσύνη Σου;»
Κάποιος άλλος λέει: «Μην καταστρέφεις τον σταυρό με τα χτυπήματα του κεφαλιού Σου. Θα τον χρειαστούμε και για τους συνεργάτες Σου. Μια λεγεώνα θα πεθάνει πάνω στον σταυρό Σου, το ορκίζομαι στον Γιαχβέ… και ο Λάζαρος θα είναι ο πρώτος που θα βάλω... Τώρα να δούμε αν θα τον αναστήσεις».
«Ναι. Να πάμε στον Λάζαρο. Να τον καρφώσουμε από την άλλη πλευρά του σταυρού», και όπως οι παπαγάλοι μιμούνται, και αυτοί μιλούν αργά όπως έκανε ο Ιησούς, και λένε: «Λάζαρε, φίλε μου, έλα έξω! Λύστε τον και αφήστε τον να φύγει».
«Όχι! Συνήθως έλεγε στην Μάρθα και τη Μαρία τις γυναίκες Του: “Εγώ είμαι η Ανάσταση και η Ζωή”. Η Ανάσταση δεν μπορεί να Τον επαναφέρει στην ζωή, και η Ζωή πεθαίνει!»

«Να η Μάρθα και η Μαρία! Ας τις ρωτήσουμε πού βρίσκεται ο Λάζαρος, και ας 
τον αναζητήσουμε». Και έρχονται μπροστά στις γυναίκες, και τις ρωτούν με αναίδεια: «Πού είναι ο Λάζαρος; Στην έπαυλή του;»
Και ενώ οι άλλες γυναίκες είναι τρομοκρατημένες και τρέχουν πίσω από τους βοσκούς, η Μαρία η Μαγδαληνή έρχεται μπροστά και βρίσκοντας μέσα στον πόνο της την παλαιά τόλμη των αμαρτωλών ημερών της, λέει: «Πηγαίνετε, θα βρείτε ήδη εκεί τους Ρωμαίους στρατιώτες με πεντακόσιους οπλίτες στο κτήμα μου και θα σας ευνουχίσουν σαν τα γέρικα κριάρια που τα έστελναν για να θρέψουν τους σκλάβους στις χιλιομετρικές πέτρες».
«Άμυαλη, έτσι μιλάς στους ιερείς;»
«Ιερόσυλε! Βρωμερέ! Καταραμένε! Γύρνα πίσω. Στις πλάτες σας μπορώ να τις δω, έχετε τις γλώσσες της αιωνίου κολάσεως», και η διαβεβαίωση της Μαρίας είναι πολύ πειστική, γιατί οι δειλοί, που αληθινά έχουν τρομοκρατηθεί, γυρίζουν να δουν… όμως αν δεν έχουν φλόγες στους ώμους τους, έχουν τις λόγχες των πενήντα στρατιωτών στραμμένες στις πλάτες τους. Βασικά ο Λογγίνος έδωσε εντολή και οι πενήντα στρατιώτες που ξεκουραζόντουσαν αναλαμβάνουν δράση και τρυπούν τα οπίσθια των πρώτων Ιουδαίων που βρίσκουν.
Οι υπόλοιποι φεύγουν τρέχοντας, φωνάζοντας, και οι στρατιώτες προφυλάσσουν το ύψωμα. Οι Ιουδαίοι καταριούνται, όμως η Ρώμη είναι πιο ισχυρή.

Η Μαγδαληνή χαμηλώνει ξανά την μαντίλα της – την είχε σηκώσει για να μιλήσει στους υβριστές – και επιστρέφει στην θέση της. Οι άλλες γυναίκες την ακολουθούν. Όμως ο ληστής που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά, συνεχίζει να προσβάλει από τον σταυρό του. Φαίνεται να λέει περιληπτικά όλες τις κατάρες των άλλων ανθρώπων, να τις επαναλαμβάνει όλες, και καταλήγει λέγοντας: «Σώσε τον Εαυτό Σου και σώσε και μας, αν θέλεις να Σε πιστέψει ο κόσμος… Εσύ είσαι ο Χριστός; Είσαι τρελός; Ο κόσμος ανήκει στους ισχυρούς, και Θεός δεν υπάρχει. Εγώ υπάρχω. Αυτή είναι η Αλήθεια και όλα επιτρέπονται για μένα. Θεός; Ανοησίες! Εφεύρεση για να είμαστε φρόνιμοι. Ζήτω το “εγώ” μας! Μόνον το εγώ του ανδρός είναι βασιλιάς και θεός!»

Ο άλλος ληστής που βρίσκεται από την δεξιά πλευρά, με την Μαρία που στέκεται σχεδόν κάτω από τα πόδια του, και Την κοιτάζει σχεδόν περισσότερο απ’ όσο κοιτάζει τον Ιησού, για κάποια λεπτά κλαίει μουρμουρίζοντας: «Η μητέρα μου» και μετά απευθυνόμενος στον αριστερό ληστή, λέει: «Σώπασε. Εσύ δεν φοβάσαι τον Θεό ούτε τώρα που υποφέρεις τόσο; Γιατί Τον προσβάλλεις, ενώ Αυτός είναι τόσο καλός; Και η ποινή Του είναι μεγαλύτερη από τη δική μας. Και δεν έχει κάνει τίποτε κακό».
Όμως ο ληστής συνεχίζει να καταριέται.
Ο Ιησούς είναι σιωπηλός. Λαχανιάζει, σαν αποτέλεσμα της προσπάθειας που κάνει εξ αιτίας της θέσης Του, εξ αιτίας του πυρετού, της καρδιάς, των συνθηκών της αναπνοής Του, του φραγγελώματος, και προσπαθεί να βρει μια καλύτερη στάση που θα ελάττωνε το βάρος στα πόδια Του, τραβώντας επάνω το σώμα Του με τα μπράτσα Του. Ίσως το κάνει αυτό για να ξεπεράσει την κράμπα που βασανίζει τα πόδια Του και φέρνει τρέμουλο στους μύες Του. Όμως το ίδιο τρέμουλο υπάρχει και στα νεύρα των μπράτσων Του, που είναι μουδιασμένα σ’ αυτή την θέση και θα πρέπει να είναι παγωμένα στα άκρα, διότι βρίσκονται πιο ψηλά και δεν έχουν πολύ αίμα, που φτάνει με δυσκολία στους καρπούς και στάζει από τις οπές των καρφιών, αφήνοντας τα δάχτυλα χωρίς αίμα. Ιδιαίτερα εκείνα του αριστερού χεριού είναι ήδη νεκρωμένα και ακίνητα, λυγισμένα προς την παλάμη. Επίσης και τα δάχτυλα των ποδιών φαίνεται να Τον πονούν, ιδιαίτερα τα μεγάλα δάχτυλα, που κινούνται πάνω κάτω και προς τα έξω, πιθανώς επειδή έχουν πειραχθεί τα νεύρα άσχημα. Και το σώμα εκδηλώνει τον πόνο του με τις κινήσεις του, που είναι γρήγορες αλλά σπασμωδικές και Τον κουράζουν χωρίς αποτέλεσμα. Τα πλευρά του, ανοικτά και ψηλά όπως είναι, που από την δομή του Σώματος είναι τέλεια, τώρα έχουν φαρδύνει ακόμα περισσότερο, εξ αιτίας της θέσης που έχει πάρει το σώμα, και από το πνευμονικό οίδημα που σίγουρα δημιουργήθηκε μέσα Του. Και όμως δεν Τον βοηθούν στην προσπάθεια να αναπνέει, όλο και πιο πολύ η κοιλιά βοηθάει το διάφραγμα, που παραλύει όλο και περισσότερο. Η υπεραιμία και η ασφυξία αυξάνονται σε κάθε λεπτό, όπως φαίνεται από το κυανού χρώμα που υπογραμμίζει τα χείλη, τα οποία ο πυρετός έχει κάνει κόκκινα φωτεινά, και από τις μοβ-κόκκινες γραμμές που παρουσιάζονται στον λαιμό οι εξογκωμένες φλέβες, και φτάνουν μέχρι τα μάγουλα, προς τα αυτιά και τους κροτάφους, ενώ η μύτη είναι λεπτή και χωρίς αίμα και τα μάτια βυθίζονται σε ένα κύκλο, που είναι ωχρός, εκεί που δεν κυλάει αίμα από το ακάνθινο στεφάνι.
Κάτω από το αριστερό πλευρικό τόξο φαίνεται ο παλμός της καρδιάς, ακανόνιστος, αλλά βίαιος και μερικές φορές εξ αιτίας ενός εσωτερικού σπασμού, το διάφραγμα πάλλεται δυνατά, και φαίνεται καθώς απλώνεται σε όλο το δέρμα, σ’ αυτό το ταλαιπωρημένο Σώμα που είναι πληγωμένο μέχρι θανάτου.

Το πρόσωπο έχει ήδη την μορφή που βλέπουμε στην Αγία Σινδόνη, με τη μύτη παραμορφωμένη και πρησμένη από την μια πλευρά και το δεξί μάτι να είναι σχεδόν κλειστό από το πρήξιμο που υπάρχει σε αυτήν την πλευρά. Ενώ το στόμα είναι ανοιχτό με την πληγή στο πάνω χείλος που τώρα έχει κάνει καύκαλο.
Η δίψα του, εξ αιτίας του αίματος που έχει χάσει, του πυρετού και του ήλιου, θα πρέπει να είναι έντονη, τόσο, που με αυτόματες κινήσεις, πίνει τις σταγόνες του ιδρώτα Του και των δακρύων Του, όπως και το Αίμα Του που κατεβαίνει από το μέτωπο στο μουστάκι και βρέχει την γλώσσα Του με αυτά…
Το ακάνθινο στεφάνι Τον εμποδίζει να ακουμπήσει στο ξύλο του σταυρού για να βοηθήσει να ανασηκωθεί με τα μπράτσα Του και να ελαφρώσει το βάρος στα πόδια Του. Τα νεφρά Του και όλη η σπονδυλική στήλη κάνουν καμπύλη προς τα έξω, όσο το δυνατόν πιο μακριά από το ξύλο του σταυρού, από την λεκάνη και όλο το επάνω μέρος εξ αιτίας της αδράνειας που κάνει το σώμα, που είναι κρεμασμένο μπροστά...
 
Οι Ιουδαίοι, που τους έδιωξαν πέρα από το ξέφωτο, δεν σταμάτησαν να προσβάλουν και ο αμετανόητος ληστής επαναλαμβάνει τα λόγια τους. Ο άλλος, που τώρα κοιτάζει την Μητέρα με όλο και περισσότερη συμπόνια, και κλαίει, του απαντάει απότομα, όταν ακούει ότι περιλαμβάνει και Αυτήν στις προσβολές.
«Σώπασε. Να θυμάσαι ότι και εμάς μια γυναίκα μας γέννησε. Και να σκέπτεσαι ότι οι μάνες μας έκλαψαν εξ αιτίας μας. Και εκείνα ήταν δάκρυα ντροπής... επειδή είμαστε εγκληματίες. Οι μάνες μας πέθαναν... Εγώ θα ήθελα να ζητήσω από τη δική μου να με συγχωρήσει. Όμως θα μπορέσω; Ήταν άγια γυναίκα, εγώ την σκότωσα με τις θλίψεις που της έδωσα… Είμαι ένας αμαρτωλός... Ποιος θα με συγχωρήσει; Μητέρα, στο όνομα του Γιου Σου που πεθαίνει, προσευχήσου για μένα».

Η Μητέρα προς στιγμήν σηκώνει το μαρτυρικό κεφάλι Της και τον κοιτάζει, τον δύστυχο, που με την ανάμνηση της μητέρας του και την προσευχή της Μητέρας, επιστρέφει στη μετάνοια, και Αυτή φαίνεται να τον αγκαλιάζει με τα γλυκά Της μάτια.
Ο Δίμας κλαίει ακόμα πιο δυνατά και αυτό ξεσηκώνει περισσότερο την κοροϊδία του όχλου και του συνεργάτη του. Ο άλλος κακοποιός φωνάζει: «Πολύ καλά, πάρε Αυτήν για μητέρα σου. Έτσι θα έχει δύο γιους εγκληματίες!»  
Ο Ιησούς μιλάει για πρώτη φορά: «Πατέρα, συγχώρεσέ τους διότι δεν ξέρουν τι κάνουν!»
Αυτή η προσευχή παίρνει όλο τον φόβο του Δίμα. Και τολμάει να κοιτάξει τον Ιησού και να πει: «Κύριε, θυμήσου με στη Βασιλεία Σου. Είναι δίκαιο να υποφέρω. Όμως δώσε μου έλεος και ειρήνη, μετά. Κάποτε, Σε άκουσα να μιλάς και ανόητα απέρριψα τα λόγια Σου, τώρα μετανιώνω. Και μπροστά Σου μετανιώνω για τις αμαρτίες μου, Γιε του Υψίστου. Εγώ πιστεύω ότι έρχεσαι από τον Θεό. Πιστεύω στη δύναμή Σου. Πιστεύω στο έλεός Σου και του Υψίστου Πατέρα Σου».
Ο Ιησούς γυρίζει και τον κοιτάζει με πολλή συμπάθεια και χαμογελάει ένα όμορφο χαμόγελο με τα ταλαιπωρημένα χείλη Του και του λέει: «Σου λέω: σήμερα θα είσαι μαζί Μου στον Παράδεισο».

Ο μετανοημένος ληστής ηρεμεί, και αναφωνεί: «Ω! Ιησού Ναζωραίε, βασιλέα των Ιουδαίων, ελέησε με, Ιησού Ναζωραίε, βασιλέα των Ιουδαίων, ελπίζω σε Σένα. Ιησού Ναζωραίε, βασιλέα των Ιουδαίων πιστεύω στην Αγιότητα Σου».
Ο άλλος ληστής συνεχίζει τις κατάρες.
Ο ουρανός γίνεται όλο και πιο σκοτεινός. Τώρα τα σύννεφα δύσκολα αφήνουν κάποιο κενό για να περάσει ο ήλιος. Αντίθετα γίνονται πιο πυκνά και παίρνουν διάφορα χρώματα σύμφωνα με τα καπρίτσια ενός κρύου αέρα, που διασχίζει τον ουρανό κατά διαστήματα, κατόπιν κατεβαίνει στο έδαφος και ησυχάζει, και όταν πέφτει ο αέρας γίνεται πιο δυσοίωνος, αποπνικτικός και μουντός, παρά όταν φυσάει και είναι τσουχτερός και δυνατός. Το φως που προηγουμένως ήταν πολύ φωτεινό, γίνεται πρασινωπό. Και τα πρόσωπα φαίνονται παράξενα. Οι στρατιώτες κάτω από τις περικεφαλαίες και τον οπλισμό τους, που προηγουμένως έλαμπαν και τώρα έγιναν σκοτεινές στο πρασινωπό φως και κάτω από τον γκρίζο ουρανό, φαίνονται σκληροί σαν μεταλλικά αγάλματα. Οι Ιουδαίοι που οι περισσότεροι είναι καστανοί, φαίνονται σαν να έχουν πνιγεί, τόσο χλωμά είναι τα πρόσωπά τους. Οι γυναίκες μοιάζουν με αγάλματα από γαλάζιο χιόνι από την νεκρική ωχρότητα, που γίνεται πιο έντονη με αυτό το περίεργο φως.
Ο Ιησούς φαίνεται να παίρνει ένα γκρι-κίτρινο χρώμα, σαν να είναι ήδη νεκρός. Το κεφάλι του αρχίζει να κρέμεται πάνω από το στήθος Του. Η όση δύναμη Του απέμεινε γρήγορα χάνεται. Τρέμει, παρ’ όλο που καίγεται από τον πυρετό. Και στην αδυναμία Του ψιθυρίζει το όνομα που μέχρι τώρα το ανέφερε μόνον στο βάθος της καρδιάς Του «Μητέρα!, Μητέρα!». Το ψιθυρίζει σιγανά σαν να αναστενάζει, σαν να βρίσκεται ήδη σε παραλήρημα και η θέλησή Του δεν Τον εμποδίζει να το αποκαλύψει. Και κάθε φορά η Μαρία κάνει μιαν αυθόρμητη κίνηση και ανοίγει τα χέρια Της, σαν να θέλει να Τον βοηθήσει. Όμως ο όχλος, σκληρός, γελάει με τους σπασμούς του Ετοιμοθάνατου και με τη θλίψη Αυτής που υποφέρει.

Οι ιερείς και οι γραμματείς ανεβαίνουν ξανά μέχρι εκεί που βρίσκονται οι βοσκοί, που όμως, βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο. Και επειδή οι στρατιώτες θέλουν να τους επαναφέρουν στη θέση τους, αντιδρούν λέγοντας: «Αφού μένουν εκείνοι οι Γαλιλαίοι, θα μείνουμε και εμείς, για να βεβαιωθούμε ότι η δικαιοσύνη θα φτάσει μέχρι τέλους. Και από μακριά, με αυτό το φως, δεν μπορούμε να δούμε».
Βασικά πολλοί αρχίζουν ν’ ανησυχούν με αυτό το φως που σκεπάζει τον κόσμο και μερικοί άνθρωποι φοβούνται. Ακόμα και οι στρατιώτες δείχνουν στον ουρανό ένα σύννεφο σε μορφή κώνου, που μοιάζει με σχιστόλιθο τόσο σκούρο είναι, να υψώνεται σαν το πεύκο πίσω από την κορυφή ενός βουνού. Μοιάζει με ανεμοστρόβιλο. Υψώνεται όλο και πιο πολύ και φέρνει όλο και πιο μαύρα σύννεφα, σαν να είναι πιο εκεί ένα ηφαίστειο που βγάζει καπνό και λάβα.

Σ’ αυτή την τρομακτική στιγμή ο Ιησούς δίνει τον Ιωάννη στη Μαρία και τη Μαρία στον Ιωάννη. Ο Ιωάννης σκύβει το κεφάλι του, επειδή η Μητέρα έχει πλησιάσει ακόμα πιο πολύ στον σταυρό για να Τον βλέπει καλύτερα, και Αυτός λέει: «Γυναίκα, αυτός είναι ο γιος Σου. Γιε, αυτή είναι η Μητέρα σου».
Η Μαρία φαίνεται ακόμα πιο ταραγμένη μετά από αυτά τα λόγια, που είναι το θέλημα του Ιησού, που δεν έχει τίποτα να δώσει στην Μητέρα Του, παρά αυτόν τον άνδρα. Αυτός που από αγάπη προς τον άνθρωπο, Της στερεί τον Θεάνθρωπο, που γεννήθηκε από Αυτήν. Η φτωχή γυναίκα προσπαθεί να κλαίει σιωπηλά, διότι Της είναι αδύνατον να μην κλαίει... Δάκρυα κυλούν από τα μάτια Της, πάνω στα μάγουλά Της, παρόλη την προσπάθεια να τα σταματήσει, ακόμα και αν πάνω στα χείλη Της υπάρχει ένα θλιμμένο χαμόγελο για να Τον παρηγορήσει.
Το μαρτύριο του Ιησού αυξάνεται. Και το φως αργά αργά χάνεται.

Μέσα στο αμυδρό φως εμφανίζονται ο Νικόδημος και ο Ιωσήφ, πίσω από κάποιους Ιουδαίους, και λένε: «Κάνετε στην άκρη!»
«Δεν επιτρέπεται. Τι θέλετε;» ρωτούν οι στρατιώτες.
«Να περάσουμε. Είμαστε φίλοι του Χριστού».
Ο αρχιερέας γυρίζει να δει ποιος είπε αυτά τα λόγια.
«Ποιος τολμάει να αποκαλείται φίλος ενός επαναστάτη;» ρωτούν με αγανάκτηση ιερείς δίπλα του.
Και ο Ιωσήφ απαντάει δυναμικά: «Εγώ, ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία, της Γερουσίας, ένα υψηλό μέλος του Ανωτάτου Συνεδρίου και ο Νικόδημος ο αρχηγός των Ιουδαίων είναι μαζί μου».
«Αυτοί που παίρνουν το μέρος του αντάρτη είναι αντάρτες».
«Και αυτοί που παίρνουν το μέρος των φονιάδων, είναι φονιάδες, Ελεάζαρ του Άννα. Εγώ έζησα σαν δίκαιος άνδρας. Και τώρα είμαι ηλικιωμένος και κοντά στον θάνατο. Δεν θέλω να γίνω άδικος ενώ ο Ουρανός ήδη κατεβαίνει επάνω μου, και μαζί και ο Αιώνιος Κριτής».
«Και εσύ, Νικόδημε; Με εκπλήσσεις!»
«Το ίδιο και εγώ. Και για ένα πράγμα μόνον λυπάμαι: ότι ο Ισραήλ έχει τόση διαφθορά που εσείς δεν αναγνωρίζετε πλέον τον Θεό».
«Μου προκαλείς αποστροφή».
«Τότε πηγαίνετε στην άκρη κι αφήστε με να περάσω. Αυτό μόνο θέλω».
«Για να μολυνθείς ακόμα περισσότερο;»
«Αν δεν μολύνθηκα τόσο καιρό μαζί σας, τίποτε δεν μπορεί να με μολύνει πλέον. Στρατιώτη εδώ έχω ένα πουγκί για να περάσω», και δίνει στον αξιωματούχο των δέκα ανδρών που είναι κοντά του, ένα πουγκί και έναν πίνακα με κερί.
Ο αξιωματικός διαβάζει τον πίνακα, εξετάζει τα χρήματα και λέει στους στρατιώτες: «Αφήστε τους δύο να περάσουν».

Και ο Ιωσήφ με τον Νικόδημο πλησιάζουν τους βοσκούς. Δεν ξέρω καθόλου αν ο Ιησούς μπορεί να τους δει με την δυνατή ομίχλη που γίνεται όλο και πιο πυκνή, και με μάτια που είναι ήδη καλυμμένα με το πέπλο του θανάτου. Όμως αυτοί Τον βλέπουν και κλαίνε χωρίς να ενδιαφέρονται για την κοινή γνώμη, αν και οι ιερείς ήδη τους κακολογούν.
Το μαρτύριο τώρα χειροτερεύει. Το σώμα αρχίζει να έχει φαγούρα που είναι τυπικό για τον τέτανο, και οι φωνές του όχλου το κάνουν χειρότερο. Ο θάνατος των μυών και των νεύρων επεκτείνεται από τα νεκρά άκρα στον κορμό, και δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο την αναπνοή. Οι συστολές του διαφράγματος γίνονται πιο αδύναμες και οι χτύποι της καρδιάς πιο ακανόνιστοι. Το πρόσωπο του Ιησού αλλάζει χρώμα από κατακόκκινο στην πρασινωπή ωχρότητα κάποιου που αιμορραγεί μέχρι θανάτου. Τα χείλη Του κινούνται με περισσότερη δυσκολία, επειδή τα τεντωμένα νεύρα του λαιμού και του ίδιου του κεφαλιού, πιεζόμενα πάνω στο οριζόντιο ξύλο του σταυρού, απλώνουν τη κράμπα μέχρι τις σιαγόνες. Ο λαιμός Του που είναι πρησμένος από τις φραγμένες καρωτίδες θα πρέπει να υποφέρει και το οίδημα απλώνεται στη γλώσσα, που φαίνεται και αυτή πρησμένη και κάνει αργές κινήσεις. Η πλάτη Του ακόμα και τη στιγμή που οι συσπάσεις που κάνει ο τέτανος δεν την λυγίζουν, είναι ένα τέλειο τόξο από τον αυχένα μέχρι τους γοφούς. Ο κόσμος δεν βλέπει πολύ καθαρά την κατάσταση, διότι τώρα το φως είναι σαν σκοτεινή στάχτη, και μόνον αυτοί που βρίσκονται στα πόδια του σταυρού βλέπουν καλά.

Κάποια στιγμή ο Ιησούς πέφτει μπροστά και προς τα κάτω, σαν να είναι νεκρός, δεν λαχανιάζει πλέον, το κεφάλι Του κρέμεται αδρανές προς τα εμπρός, το σώμα Του, από την μέση και πάνω είναι τελείως απομακρυσμένο από τον σταυρό, σχηματίζοντας μια γωνία με την οριζόντια δοκό του σταυρού. Η Μαρία αφήνει μια κραυγή: «Πέθανε!» Και ο Ιησούς φαίνεται αληθινά νεκρός. Μια άλλη κραυγή ακούγεται από μια γυναίκα και βλέπω μια κίνηση στην ομάδα των γυναικών. Κατόπιν, περίπου δέκα άνδρες φεύγουν κρατώντας κάτι. Η ορατότητα στην ομίχλη είναι πολύ λίγη. Φαίνεται σαν όλα  να έχουν βυθιστεί σε σύννεφο ηφαιστειακής στάχτης.

«Δεν είναι δυνατόν», φωνάζουν μερικοί από τους ιερείς και τους Ιουδαίους. Είναι απάτη για να μας κάνει να φύγουμε. Στρατιώτη τρύπησέ Τον με τη λόγχη σου. Είναι ένα καλό γιατρικό για να Του επαναφέρει τη φωνή Του». Και επειδή οι στρατιώτες δεν το κάνουν, μια ριπή από πέτρες και σβώλους με χώμα πέφτουν προς τον σταυρό, χτυπώντας τον Μάρτυρα και πέφτοντας πάνω στον οπλισμό των Ρωμαίων. Το γιατρικό όπως ειρωνικά είπαν οι Ιουδαίοι, κάνει θαύματα. Κάποιες από τις πέτρες σίγουρα χτύπησαν τον στόχο, ίσως την πληγή του ενός χεριού, είτε το ίδιο το κεφάλι, διότι στόχευαν ψηλά. Ο Ιησούς βογκάει λυπημένα και ξαναβρίσκει τις αισθήσεις Του. Ο θώρακάς Του αρχίζει να αναπνέει ξανά με δυσκολία και το κεφάλι Του κινείται από τα αριστερά στα δεξιά, αναζητώντας μια στάση για να υποφέρει λιγότερο, αλλά χωρίς να βρίσκει τίποτα παρά μεγαλύτερο πόνο.

Με μεγάλη δυσκολία, στηριζόμενος για άλλη μια φορά στα βασανισμένα Του πόδια, βρίσκοντας δύναμη από τη θέλησή Του και μόνον από αυτή, ο Ιησούς τεντώνεται πάνω στον σταυρό, ισιώνει σαν να είναι υγιής με όλη Του τη δύναμη, σηκώνει το κεφάλι Του και κοιτάζει με ορθάνοιχτα μάτια τον κόσμο που βρίσκεται κάτω από τα πόδια Του, την απόμακρη πόλη και τον σκοτεινό ουρανό όπου κάθε ίχνος γαλανού φωτός έχει χαθεί. Και κάτω απ’ αυτόν τον συμπαγή χαμηλό ουρανό, που μοιάζει με μια τεράστια πλάκα σκούρου σχιστόλιθου, βγάζει μια μεγάλη κραυγή θριάμβου από τη δύναμη της θελήσεώς Του, από την ανάγκη της ψυχής Του: «Ηλί! Ηλί! Λαμά σαβαχθανί!». Πρέπει να αισθάνεται ότι πεθαίνει και την απόλυτη εγκατάλειψη από τον Ουρανό, αν εξομολογείται την εγκατάλειψη στον Πατέρα Του, με μια τέτοια έκκληση.

Οι άνθρωποι γελούν και κοροϊδεύουν. Τον προσβάλουν: «Ο Θεός δεν έχει τίποτα να κάνει μαζί Σου! Οι δαίμονες είναι καταραμένοι από τον Θεό!»
Άλλοι φωνάζουν: «Ας δούμε, αν ο Ηλίας, που τον καλεί, θα έρθει να Τον σώσει». Και άλλοι λένε: «Δώστε Του λίγο ξύδι για να ξεπλύνει τον λαιμό Του. Βοηθάει στη φωνή! Ο Ηλίας είτε ο Θεός, διότι είναι άγνωστο τι θέλει Αυτός ο τρελός, είναι πολύ μακριά. Χρειάζεται δυνατή φωνή για να Σε ακούσουν!» και γελούν σαν τις ύαινες και σαν δαίμονες.

Όμως κανένας στρατιώτης δεν Του δίνει ξύδι και δεν έρχεται κανείς από τον Ουρανό για να Τον παρηγορήσει. Είναι η απόλυτη απομόνωση, η σκληρή, η υπεράνθρωπα σκληρή, η αγωνία του Μεγάλου Θύματος. Επανέρχονται οι πολύ οδυνηρές θλίψεις που ήδη Τον είχαν καταβάλλει στην Γεθσημανή. Τα κύματα της αμαρτίας όλου του κόσμου επανέρχονται για να χτυπήσουν τον Αθώο Ναυαγό, να Τον βυθίσουν στην πικρία τους. Και περισσότερο απ’ όλα είναι η αίσθηση, που είναι χειρότερη και από τη σταύρωση, ότι ο Θεός Τον εγκατέλειψε, χειρότερη από κάθε μαρτύριο, και ότι οι προσευχές Του δεν εισακούγονται, δεν φτάνουν σ’ Αυτόν.

Και αυτό είναι το τελειωτικό μαρτύριο. Αυτό που επιταχύνει τον θάνατο, διότι αφαιρεί και τις τελευταίες σταγόνες αίματος από τους πόρους του δέρματος, διότι συνθλίβει τις τελευταίες ίνες της καρδιάς, διότι αποτελειώνει αυτό που η πρώτη γνωριμία αυτής της εγκατάλειψης είχε ξεκινήσει: o θάνατος. Διότι εξ αιτίας αυτού, σαν πρώτη αιτία, ο Ιησούς μου πέθανε, ω Θεέ, που τον χτύπησες για μας! Διότι αφού Τον εγκαταλείπεις, μέσα από την Δική Σου εγκατάλειψη, τι απογίνεται ο άνθρωπος;

Το σκοτάδι γίνεται πιο βαθύ. Η Ιερουσαλήμ χάνεται εντελώς. Οι ίδιες οι πλαγιές του Γολγοθά φαίνεται να έχουν χαθεί. Μόνον η κορυφή είναι ορατή σαν να την κρατάει ψηλά το σκοτάδι για να δεχτεί το μοναδικό, το τελευταίο φως που απέμεινε. Και από αυτό το φως, που δεν είναι πλέον φως, έρχεται η παραπονιάρικη φωνή του Ιησού: «Διψάω!»

Βασικά ένας άνεμος φυσάει, που κάνει ακόμα και τους υγιείς να διψούν. Ένας δυνατός άνεμος που τώρα φυσάει συνεχώς, και φέρνει χώμα, κρύο και τρόμο. Και σκέπτομαι τον πόνο που υπέστη ο Ιησούς με τη βίαιη αναπνοή στους πνεύμονες, στην καρδιά, στον φάρυγγα, στα μέλη Του που είναι ακινητοποιημένα, μουδιασμένα, πληγωμένα. Αληθινά όλα συνεργάζονται για να βασανίζουν τον Μάρτυρα.

Ένας στρατιώτης παίρνει ένα βάζο, στο οποίο οι βοηθοί του δήμιου έβαλαν λίγο ξύδι με λίγη χολή, διότι αυτό το πικρό υγρό ίσως να αυξήσει το σάλιο αυτού που καταδικάζεται σε θάνατο. Παίρνει ένα σφουγγάρι, το βουτάει στο υγρό, το στηρίζει σένα μακρύ καλάμι, το οποίο βρίσκεται ήδη εκεί, και προσφέρει το σφουγγάρι στο Θείο Θύμα.
Ο Ιησούς με δίψα πλησιάζει το καλάμι. Μοιάζει με ένα μωρό που πεινάει και αναζητάει το στήθος της μητέρας του. Η Μαρία που βλέπει και σίγουρα κάνει την ίδια σκέψη, γυρίζει προς τον Ιωάννη και λέει: «Ω! Και Εγώ δεν μπορώ να Του δώσω ούτε ένα Μου δάκρυ... Ω! στήθος Μου, γιατί δεν έχεις γάλα; Ω! Θεέ, γιατί μας εγκατέλειψες, έτσι; Ένα θαύμα για τον Γιο Μου! Ποιος θα Με σηκώσει για να Τον ξεδιψάσω με το αίμα Μου, αφού δεν έχω πλέον γάλα;...»
Ο Ιησούς που με την δίψα Του ρούφηξε το πικρό ρόφημα, κάνει μια γκριμάτσα αηδίας. Προφανώς θα πρέπει να Του έκαψε τα πληγωμένα και σχισμένα χείλη Του. Απομακρύνεται, απογοητεύεται, εγκαταλείπεται. Όλο το βάρος του σώματός Του πέφτει μπροστά και στα πόδια Του. Τα πληγωμένα Του άκρα είναι τα μέλη που υποφέρουν αφόρητα διότι ξεσχίζονται από το βάρος του σώματος που εγκαταλείπεται. Δεν κινείται πλέον για να ανακουφίσει αυτόν τον πόνο. Το σώμα Του, από τους γοφούς και πάνω είναι μακριά από τον σταυρό, και έτσι παραμένει.
Το κεφάλι Του κρέμεται μπροστά με τόσο βάρος που ο λαιμός Του φαίνεται να βαθουλώνει σε τρία σημεία: Στον λάρυγγα, που είναι τελείως βαθουλωμένος, και από τις δύο πλευρές του στέρνου στις μαστοειδείς κλείδες. Αναπνέει όλο και πιο δύσκολα, με διακοπές, και ακούγεται σαν επιθανάτιος ρόγχος. Κάπου κάπου ένας οδυνηρός βήχας φέρνει έναν ελαφρώς ροζ αφρό στα χείλη Του. Και οι διακοπές μεταξύ της μιας εκπνοής και της άλλης γίνονται πιο αραιές. Τώρα η κοιλιά Του είναι ακίνητη. Μόνον ο θώρακάς Του σηκώνεται, όμως με μεγάλη δυσκολία και πολύ πόνο. Η πνευμονική παραλυσία αυξάνεται όλο και πιο πολύ.
Και όλο και πιο αχνά, σαν τον θρήνο ενός παιδιού, προφέρει, «Μητέρα», και η δυστυχισμένη ψιθυρίζει: «Ναι, Αγάπη Μου. Εδώ είμαι». Και όταν η όρασή Του χάνεται, και τον κάνει να λέει: «Μητέρα που είσαι; Δεν μπορώ να Σε δω πια. Με εγκαταλείπεις και Εσύ;» και δεν είναι καν λέξεις, αλλά ένας ψίθυρος που ακούγεται με δυσκολία από Αυτήν που με την καρδιά Της μάλλον, παρά με τα αυτιά Της, δέχεται τον κάθε αναστεναγμό του Γιου Της που πεθαίνει, Αυτή λέει: «Όχι, όχι Γιε. Εγώ δεν θα Σε εγκαταλείψω! Άκουσέ Με, αγάπη Μου... η Μητέρα Σου είναι εδώ, είναι εδώ... και λυπάται μόνον που δεν μπορεί να έρθει εκεί που βρίσκεσαι Εσύ». Είναι πολύ συγκινητικό.

Και ο Ιωάννης κλαίει ασυγκράτητα. Ο Ιησούς πρέπει να άκουσε το κλάμα του, όμως δεν λέει τίποτα. Νομίζω ότι ο θάνατος που επέρχεται Τον κάνει να μιλάει σαν να παραληρεί, και ότι δεν ξέρει καν τι λέει και δυστυχώς δεν καταλαβαίνει την παρηγοριά της Μητέρας Του, ούτε και την αγάπη του αγαπημένου Του αποστόλου.
Ο Λογγίνος – που χωρίς να το καταλάβει, δεν στέκεται πλέον αναπαυτικά με τα
χέρια Του σταυρωτά στο στήθος και με το ένα πόδι πάνω στο άλλο, για να αντέχει την μακρά αναμονή, τώρα στέκεται σε στάση προσοχής ακίνητος, με το αριστερό του χέρι πάνω στο σπαθί και το δεξί του να στηρίζεται στο πλάι, σαν να βρίσκεται στα σκαλοπάτια ενός βασιλικού θρόνου – δεν θέλει να  επηρεάζεται. Όμως το πρόσωπό του έχει αλλοιωθεί από την προσπάθεια να συγκρατήσει τα αισθήματά του και τα μάτια του αρχίζουν να λάμπουν με δάκρυα που μόνον η σιδηρά πειθαρχία μπορεί να συγκρατήσει. Οι άλλοι στρατιώτες που έπαιζαν ζάρια σταμάτησαν και σηκώθηκαν, αφού φόρεσαν τα κράνη τους που μέσα τους έπαιζαν τα ζάρια, σιωπηλοί, προσεκτικοί. Οι άλλοι που είναι σε υπηρεσία και δεν μπορούν να κινηθούν, μοιάζουν με αγάλματα.

Όμως μερικοί απ’ αυτούς που βρίσκονται πιο κοντά στην Μαρία, και ακούν τα λόγια Της, μουρμουρίζουν κάτι μέσα από τα δόντια τους και κουνούν το κεφάλι τους.
Υπάρχει νεκρική σιγή. Κατόπιν, στο απόλυτο σκοτάδι, οι λέξεις: «Όλα εκπληρώθηκαν!» ακούγονται καθαρά καθώς και ο επιθανάτιος ρόγχος που γίνεται όλο και πιο δυνατός με όλο και μεγαλύτερα διαστήματα από τη μια αναπνοή στην άλλη.
Όλες οι Μαρίες κλαίνε με τα κεφάλια τους σκυμμένα προς την απότομη πλαγιά.
Και ο θρήνος τους ακούγεται καθαρά, διότι ο όχλος είναι σιωπηλός τώρα ξανά, για να ακούσει τον επιθανάτιο ρόγχο του Διδασκάλου που πεθαίνει.
Ξανά σιωπή. Κατόπιν ακούγεται με απίστευτη γλυκύτητα, σαν μια διακαής προσευχή, η ικεσία: «Πατέρα, στα χέρια Σου αφήνω το Πνεύμα Μου!»
Ξανά σιωπή. Ακόμα και ο επιθανάτιος ρόγχος ακούγεται πιο αχνά. Είναι απλά μια ανάσα που περιορίζεται στα χείλη και τον λάρυγγά Του.
Κατόπιν έρχεται ο τελευταίος σπασμός του Ιησού. Μια αναστάτωση τρομακτική που φαίνεται να προσπαθεί να αποσπάσει το Σώμα που είναι στερεωμένο στα τρία καρφιά πάνω στον σταυρό, το ανασηκώνει τρεις φορές από τα πόδια προς το κεφάλι τραβώντας όλα τα πληγωμένα νεύρα, του ανασηκώνει την κοιλιά τρεις φορές με έναν ασυνήθιστο τρόπο,  και σφίγγει τόσο πολύ τον θώρακα που το δέρμα σχίζεται στα πλευρά που τεντώνονται και αποκαλύπτονται κάτω από την επιδερμίδα, ανοίγοντας πάλι τις πληγές της μαστίγωσης και κάνει το κεφάλι να πέφτει βίαια προς τα πίσω και να χτυπάει πάνω στον σταυρό μια, δύο, τρεις φορές, συστέλλει με έναν τελικό σπασμό όλους τους μύες του προσώπου, ανοίγει και διαστέλλει τα βλέφαρα κάτω από τα οποία φαίνεται να κινούνται οι βολβοί των ματιών και η σκλήρυνση εμφανίζεται. Το σώμα είναι όλο λυγισμένο με τις τρεις τελευταίες συσπάσεις και είναι τρομακτικό να το βλέπεις και μετά μια πολύ δυνατή φωνή, απίστευτη για αυτό το εξαντλημένο σώμα, σχίζει τον αέρα, η “Δυνατή φωνή” που αναφέρεται στα Ευαγγέλια και είναι το πρώτο μέρος από την λέξη «Μητέρα» και μετά… τίποτε άλλο. Το κεφάλι Του πέφτει πάνω στο στήθος Του, το σώμα Του γέρνει μπροστά, το τρέμουλο έχει σταματήσει, δεν αναπνέει πλέον. Εξέπνευσε.

Η Γη απαντάει στη φωνή του δολοφονημένου Αθώου με τρομακτικό βόμβο. Σαν να είναι χιλιάδες σάλπιγγες τεράστιες, και να ακούγεται μόνον ένας ήχος και πάνω σ’ αυτή την τρομακτική χορδή να υπάρχουν νότες σκορπισμένες, σπαραξικάρδιες, από αστραπές που χτυπούν τον ουρανό προς όλες του τις κατευθύνσεις, πέφτοντας πάνω στην πόλη, πάνω στον Ναό, πάνω στον όχλο.
Νομίζω ότι μερικούς ανθρώπους τους χτύπησε κεραυνός, διότι ο όχλος επλήγη ευθύς εξ αρχής. Οι αστραπές είναι το μόνο φως που βοηθάει να βλέπουν κατά διαστήματα. Και αμέσως μετά, ενώ οι αστραπές συνεχίζονται, η γη κλονίζεται από ανεμοστρόβιλο. Ο σεισμός και ο ανεμοστρόβιλος ενώνονται για να δώσουν μια τιμωρία Αποκάλυψης στους βλάσφημους. Η κορυφή του Γολγοθά τρέμει και πάλλεται σαν ένα πιάτο στα χέρια ενός τρελού, εξ αιτίας του κυματισμού που τραντάζει τους τρείς σταυρούς με τόση βία που φαίνεται ότι θα πέσουν.
Ο Λογγίνος, ο Ιωάννης και οι στρατιώτες αρπάζουν οτιδήποτε μπορούν καλύτερα για να μην πέσουν. Όμως ο Ιωάννης, ενώ αγκαλιάζει τον σταυρό με το ένα του χέρι, με το άλλο προστατεύει τη Μαρία, που εξ αιτίας της θλίψης Της και της αστάθειας Της, έχει ακουμπήσει στο στήθος του. Οι άλλοι στρατιώτες, και ιδιαίτερα αυτοί που βρίσκονται από την απόκρημνη πλευρά, αναγκάζονται να πάνε στο κέντρο για να μην πέσουν στον γκρεμό. Οι ληστές ουρλιάζουν με τρόμο, ο όχλος ουρλιάζει ακόμα πιο δυνατά και θα ήθελε να τρέξει μακριά. Όμως δεν γίνεται. Οι άνθρωποι πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλο, ποδοπατούν ο ένας τον άλλο, πέφτουν σε ρωγμές του εδάφους, πληγώνονται, κατρακυλούν στην πλαγιά σαν να τρελάθηκαν.

Ο σεισμός και ο κυκλώνας επαναλαμβάνονται τρεις φορές, μετά έρχεται η απόλυτη ακινησία ενός νεκρού κόσμου. Μόνον οι λάμψεις από τις αστραπές, χωρίς τον υπόκωφο θόρυβο της βροντής, χτυπούν ακόμα τον ουρανό, φωτίζοντας την σκηνή της φυγής των Ιουδαίων προς κάθε κατεύθυνση, με τα χέρια πάνω στα μαλλιά τους, είτε τεντωμένα μπροστά, είτε υψωμένα προς τον ουρανό που κορόιδευαν μέχρι τώρα, και όμως τώρα Τον φοβούνται. Το σκοτάδι ελαττώνεται από ένα αμυδρό φως που αυξήθηκε από τις σιωπηλές μαγνητικές αστραπές και μπορεί να δει κάποιος, ότι πολλοί βρίσκονται ξαπλωμένοι στο έδαφος, δεν ξέρω αν είναι νεκροί είτε έχουν λιποθυμήσει. Ένα σπίτι έχει πιάσει φωτιά μέσα από τα τείχη και οι φλόγες σηκώνονται κάθετες στον ήσυχο αέρα, ένα φωτεινό κόκκινο σημάδι στην γκρίζο-πράσινη ατμόσφαιρα.

Η Μαρία σηκώνει το κεφάλι Της από το στήθος του Ιωάννη και κοιτάζει τον Ιησού Της. Τον καλεί διότι δεν μπορεί να Τον δει καλά στο λιγοστό φως και τα μάτια Της είναι γεμάτα δάκρυα. Τον καλεί τρεις φορές «Ιησού! Ιησού! Ιησού!» Είναι η πρώτη φορά που Τον καλεί με το όνομα Του, από όταν βρέθηκαν στον Γολγοθά. Τον βλέπει ακίνητο, σκυμμένο όλον μπροστά, με το κεφάλι Του να κρέμεται πολύ μπροστά και προς τα δεξιά, τόσο, που το μάγουλο Του ακουμπάει στον ώμο Του, και το πηγούνι Του πάνω στα πλευρά Του, και καταλαβαίνει. Σηκώνει τα χέρια Της στο σκοτάδι και φωνάζει: «Γιε Μου! Γιε Μου! Γιε Μου!»   Δεν μπορεί να πιστέψει ότι ο Γιος Της δεν υπάρχει πλέον.
Ο Ιωάννης, που και αυτός, είδε και άκουσε και κατάλαβε ότι όλα τελείωσαν, αγκαλιάζει τη Μαρία και προσπαθεί να Την απομακρύνει, λέγοντας: «Δεν υποφέρει πλέον». Όμως πριν τελειώσει ο απόστολος την πρόταση, η Μαρία, που κατάλαβε, απελευθερώνεται, σκύβει στο έδαφος, καλύπτει τα μάτια Της με τα χέρια Της και φωνάζει: «Εγώ δεν έχω πλέον τον Γιο Μου!» Κατόπιν παραπατάει και θα έπεφτε, αν ο Ιωάννης δεν Την κρατούσε πάνω στην
καρδιά του.

Οι Ρωμαίοι στρατιώτες συγκεντρώθηκαν στο ξέφωτο και σχολιάζουν τα γεγονότα. Η Μαγδαληνή παίρνει τη θέση του Ιωάννη και σχεδόν ακουμπάει τη Μαρία πάνω στα γόνατά της, συγκρατώντας Την με τα μπράτσα και το στήθος της, και φιλάει το πολύ χλωμό πρόσωπό Της, που ακουμπάει πάνω στον σπλαχνικό ώμο. Η Μάρθα και η Σουζάννα, με ένα σφουγγάρι και ένα λινό πανί βρεγμένο με ξύδι, βρέχουν τους κροτάφους και τη μύτη Της, ενώ η νύφη Της η Μαρία φιλάει τα χέρια Της και Την καλεί με μια σπαραξικάρδια φωνή, και μόλις η Μαρία ανοίγει τα μάτια, Της λέει: «Κόρη, γλυκιά μου κόρη, άκουσέ με, πες μου πως με βλέπεις... είμαι η Μαρία Σου… μη με κοιτάς έτσι!...» Και καθώς ο πρώτος λυγμός ανοίγει το λαιμό της Μαρίας και τα δάκρυα αρχίζουν να κυλούν πάλι, η καλή Μαρία του Αλφαίου, λέει: «Ναι, κλάψε… εδώ μαζί μου, σαν να έχεις μια μητέρα, καημένη, άγια κόρη», και όταν Την ακούει να λέει: «Ω! Μαρία! Μαρία! Είδες;» αυτή μουρμουρίζει: «Ναι, είδα... αλλά… αλλά... κόρη...» και η πιο ηλικιωμένη Μαρία δεν μπορεί να βρει λόγια και κλαίει. Κλαίει ασυγκράτητα, ακούγεται περισσότερο απ’ όλες τις άλλες γυναίκες, δηλαδή, τη Μάρθα και τη Μαρία, τη μητέρα του Ιωάννη και τη Σουζάννα.  

Οι στρατιώτες μιλούν μεταξύ τους χαμηλόφωνα.
«Προσέξατε τους Ιουδαίους. Τώρα φοβήθηκαν».
«Και χτυπούσαν το στήθος τους».
«Οι πιο τρομαγμένοι ήταν οι ιερείς!»
«Τι τρόμος! Έχω δει και άλλους σεισμούς. Όμως, ποτέ σαν κι’ αυτόν. Κοιτάξτε...
το έδαφος είναι γεμάτο ρωγμές.
«Και γκρέμισε ένα ολόκληρο κομμάτι από τον μακρύ δρόμο».
«Και από κάτω υπάρχουν πτώματα».
«Μερικά φίδια λιγότερα».
«Ω! Άλλη μια φωτιά! Στην ύπαιθρο...»
«Μα πραγματικά πέθανε;»
«Δεν το βλέπεις; Αμφιβάλλεις;»

Ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος εμφανίζονται πίσω από το βράχο. Σίγουρα βρήκαν
καταφύγιο εκεί, πίσω από το βουνό, για να σωθούν από τις βροντές. Πηγαίνουν στον Λογγίνο. «Θέλουμε το Πτώμα».
«Μόνο ο Ανθύπατος μπορεί να το δώσει. Πηγαίνετε γρήγορα, διότι άκουσα ότι οι
Ιουδαίοι θέλουν να πάνε στο Πραιτόριο και να πάρουν την άδεια να Του σπάσουν τα πόδια. Εγώ δεν θα ήθελα να παραμορφώσουν το σώμα Του».
«Πως το ξέρεις;»
«Μια αναφορά. Πηγαίνετε. Εγώ θα περιμένω».
Οι δύο άνδρες κατηφορίζουν γρήγορα το στενό δρομάκι και εξαφανίζονται.
Αυτή είναι η στιγμή που ο Λογγίνος πλησιάζει τον Ιωάννη με χαμηλή φωνή και του λέει κάτι, που δεν το καταλαβαίνω. Κατόπιν ζητάει από έναν στρατιώτη μια λόγχη. Κοιτάζει τις γυναίκες που όλες ασχολούνται με την Μαρία, Που αργά αργά παίρνει δυνάμεις. Είναι όλες με γυρισμένη την πλάτη προς τον σταυρό.
Ο Λογγίνος έρχεται μπροστά από τον Εσταυρωμένο, ζυγιάζει με προσοχή πού θα χτυπήσει και τρυπάει. Η Λόγχη εισχωρεί βαθειά από τα χαμηλά προς τα πάνω, από τη δεξιά πλευρά του σώματος προς την αριστερή.
Ο Ιωάννης, ταλαντεύεται μεταξύ της επιθυμίας να βλέπει και του τρόμου να μη βλέπει, και στρέφει το κεφάλι του για λίγο.
«Έγινε φίλε μου», λέει ο Λογγίνος και καταλήγει: «Καλύτερα έτσι σαν ιππότης χωρίς να σπάσουμε τα κόκαλα... πραγματικά ήταν Δίκαιος Άνδρας!»
«Πολύ νερό και μια σταγόνα αίμα, που ήδη γίνεται θρόμβος, στάζουν από την πληγή. Είπα σταγόνα. Εξέρχονται, στάζοντας από το κόψιμο που παραμένει ακίνητο, ενώ, αν υπήρχε κάποια αναπνοή, η πληγή θα άνοιγε και θα έκλεινε με τις κινήσεις του θώρακα και της κοιλίας.
Ο Ιωσήφ και Ο Νικόδημος κατηφορίζουν από το παράδρομο για να κερδίσουν χρόνο. Βρίσκονται ήδη στους πρόποδες, όταν συναντούν τον Γαμαλιήλ. Έναν αχτένιστο Γαμαλιήλ, χωρίς το ιερατικό κάλυμμα στο κεφάλι, με τα πανάκριβα ρούχα του μέσα στις λάσπες και ξεσχισμένα από τους βάτους. Έναν Γαμαλιήλ που τρέχει, σκαρφαλώνει λαχανιασμένος με τα χέρια του μέσα στα πολύ λεπτά γκρίζα μαλλιά του, τα μαλλιά ενός ηλικιωμένου άνδρα. Μιλούν μεταξύ τους χωρίς διακοπές.

«Γαμαλιήλ, εσύ;»
«Εσύ, Ιωσήφ; Τον εγκαταλείπεις;»
«Όχι, όχι. Όμως πώς και είσαι εδώ; Και σε αυτήν την κατάσταση;»
«Τρομακτικά πράγματα! Ήμουν στο Ναό! Το σημείο! Η πόρτα του Ναού βγήκε από τους μεντεσέδες της! Η κουρτίνα η κόκκινη και μωβ κρέμεται σχισμένη! Τα Άγια των Αγίων είναι ανοικτά! Υπάρχει ανάθεμα επάνω μας!» μιλούσε ενώ έτρεχε προς την κορυφή, σαν τρελός από τις αποδείξεις.

Οι δύο άνδρες τον κοιτούν να φεύγει και κοιτάζονται μεταξύ τους… λένε μαζί: «”Αυτές οι πέτρες θα τρέμουν με τα τελευταία Μου λόγια !” Αυτό του το είχε υποσχεθεί, ο Ιησούς».

Επιταχύνουν το βήμα τους προς την πόλη. Στο ύπαιθρο, μεταξύ του βουνού και των τειχών και πέρα από αυτά, πολλοί άνθρωποι, που φαίνονται σαν ηλίθιοι, περιπλανώνται στο λιγοστό φως. Ουρλιάζουν, κλαίνε, θρηνούν. Κάποιοι λένε: «Το αίμα Του έβρεξε φωτιά!» και κάποιοι εξηγούν: «Ο Γιαχβέ εμφανίστηκε με τις αστραπές για να καταραστεί τον Ναό!» Κάποιοι μουρμουρίζουν: «Οι τάφοι! Οι τάφοι!»
Ο Ιωσήφ αρπάζει έναν άνδρα που χτυπάει το κεφάλι του στα τείχη και τον καλεί με το όνομα του, σέρνοντάς τον μέσα στην πόλη: «Σίμων! Τι λες;»
«Άσε με. Και εσύ νεκρός είσαι! Όλοι νεκροί! Όλοι έξω! Και με καταριόνται!»
«Αυτός τρελάθηκε», λέει ο Νικόδημος.
Τον αφήνουν και βαδίζουν γρήγορα προς το Πραιτόριο. Η πόλη είναι το θήραμα του τρόμου. Άνθρωποι περιπλανώνται και χτυπούν το στήθος τους. Άνθρωποι που πηδούν προς τα πίσω είτε στρέφονται τρομαγμένοι όταν ακούνε κάποια φωνή είτε μερικά βήματα πίσω τους. Σε μια από τις πολλές καμάρες, η εμφάνιση του Νικόδημου, ντυμένου με λευκά μάλλινα ρούχα – διότι για να βιαστεί, έβγαλε τον σκούρο μανδύα του στον Γολγοθά – ήταν η αιτία να βγάλει μια κραυγή τρόμου ένας εκ των Φαρισαίων. Κατόπιν αντιλαμβάνεται ότι είναι ο Νικόδημος που τον ακούμπησε στον λαιμό με μια παράξενη διαχυτικότητα, φωνάζοντας: «Μη με καταριέσαι, η μητέρα μου, μου εμφανίστηκε και μου είπε: “Να είσαι καταραμένος για πάντα”» και μετά πέφτει στο έδαφος, μουρμουρίζοντας: «Φοβάμαι!»

«Όλοι έχουν τρελαθεί!» λένε οι δύο άνδρες.
Φτάνουν στο Πραιτόριο, και μόνον εδώ, ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος καταλαβαίνουν τον λόγο για όλον αυτόν τον τρόμο. Πολλοί τάφοι άνοιξαν με το σεισμό, και υπήρξαν άνθρωποι που ορκίστηκαν ότι είδαν σκελετούς να βγαίνουν από τους τάφους, και ότι κάποια στιγμή πήραν ανθρώπινη μορφή και άρχισαν να κατηγορούν και να καταριούνται τους υπαίτιους για τη Θεοκτονία.

Εγώ τους αφήνω στην είσοδο του Πραιτόριου, όπου εισέρχονται οι φίλοι του Ιησού χωρίς τους ανόητους φόβους για μόλυνση, και επιστρέφω στον Γολγοθά, κοντά στον Γαμαλιήλ, που τώρα, εξαντλημένος σκαρφαλώνει τα τελευταία μέτρα. Προχωράει και χτυπάει το στήθος του, και όταν φτάνει πέφτει στο έδαφος με το πρόσωπο κατά γης, μια λεπτή μακριά φιγούρα πάνω στο κιτρινωπό έδαφος και λέει με βογγητά. «Το σημείο! Το σημείο! Πες μου ότι με συγχωρείς! Έναν ψίθυρο, μόνον έναν ψίθυρο, για να μου πεις ότι με άκουσες και με συγχωρείς».

Καταλαβαίνω ότι νομίζει ότι ο Ιησούς είναι ακόμα ζωντανός. Και αλλάζει γνώμη μόνον όταν ένας στρατιώτης, σπρώχνοντάς τον με τη λόγχη τού λέει: «Σήκω και σιώπα. Δεν χρειάζεται πλέον! Έπρεπε να το είχες σκεφτεί νωρίτερα. Είναι νεκρός. Και εγώ, ένας ειδωλολάτρης, σου λέω, Αυτός ο Άνδρας που σταυρώσατε ήταν αληθινά Γιος Θεού!»
«Νεκρός; Είσαι Νεκρός; Ω!» και ο Γαμαλιήλ σηκώνει το τρομοκρατημένο του πρόσωπο και αντιλαμβάνεται ότι ο Ιησούς είναι νεκρός. Και βλέπει τη φιλεύσπλαχνη ομάδα που παρηγορεί τη Μαρία, και τον Ιωάννη να στέκεται στην αριστερή πλευρά του σταυρού κλαίγοντας και τον Λογγίνο να στέκεται όρθιος από την άλλη πλευρά, μοναχός, σε μια στάση που δηλώνει σεβασμό.
Γονατίζει, σηκώνει τα χέρια του, και λέει κλαίγοντας: «Εσύ ήσουν! Εσύ ήσουν! Είμαστε ασυγχώρητοι. Εμείς ζητήσαμε να πέσει το Αίμα Σου επάνω μας. Και Αυτό φωνάζει στον Ουρανό και ο Ουρανός μας καταριέται... Ω! Όμως Εσύ ήσουν το Έλεος! Εγώ, Σου λέω, εγώ ο αποτυχημένος ραβίνος της Ιουδαίας: Το Αίμα Σου επάνω μας, για το έλεός Σου. Κατάβρεξέ μας με αυτό! Διότι μόνον το Αίμα Σου μπορεί να παρέμβει για να μας συγχωρήσεις», και κλαίει γοερά. Κατόπιν με πιο χαμηλή φωνή, εξομολογείται το μαρτύριο του: «Έχω το σημείο που ζήτησα. Αλλά όλοι αυτοί οι αιώνες πνευματικής τύφλωσης που βρίσκονται πάνω στην εσωτερική μου όραση και ενάντια στην παρούσα μου θέληση, υψώνουν τη φωνή της υπερήφανης σκέψης μου του παρελθόντος. Ελέησέ με! Φως του κόσμου, ας πέσει μια από τις ακτίνες Σου πάνω στο σκοτάδι που δεν Σε αντιλήφθηκε! Εγώ είμαι ο παλιός Ιουδαίος, πιστός σε αυτά που νόμιζα σωστά και ήμουν σε σφάλμα. Τώρα είμαι μια έρημος, χωρίς κανένα από τα παλιά δένδρα της παλαιάς Πίστης. Χωρίς σπόρους, ούτε τα κλωνάρια της νέας Πίστης. Είμαι μια άνυδρη έρημος. Κάνε το θαύμα να κάνεις ένα λουλούδι, που θα έχει το όνομα Σου, να φυτρώσει σ’ αυτή τη δύστυχη καρδιά ενός ηλικιωμένου πεισματάρη Ισραηλίτη. Ελευθερωτή, έλα στην φτωχή μου τη σκέψη, που είναι αιχμάλωτη των τύπων. Ο Ησαΐας το είπε: “Αυτός πλήρωσε για τους αμαρτωλούς και πήρε επάνω Του τις αμαρτίες των πολλών”. Ω! Και τη δική μου, Ιησού Ναζωραίε».

Σηκώνεται, κοιτάζει τον σταυρό που γίνεται όλο και πιο διαυγής στο φως που καθαρίζει και μετά φεύγει, γερασμένος, σκυμμένος, απογοητευμένος. Στον Γολγοθά επανέρχεται η σιωπή, που την σταματάει μόνο ο θρήνος της Μαρίας. Οι δύο ληστές που έχουν κατατρομοκρατηθεί, δεν μιλούν πλέον.

Ο Νικόδημος με τον Ιωσήφ επιστρέφουν τρέχοντας, και λένε ότι έχουν την άδεια του Πιλάτου. Όμως ο Λογγίνος που δεν εμπιστεύεται και πολύ, στέλνει έναν έφιππο στρατιώτη στον Ανθύπατο για να μάθει τί πρέπει να κάνει και με τους δυο ληστές. Ο στρατιώτης φεύγει και επιστρέφει καλπάζοντας με την εντολή να παραδώσουν τον Ιησού και να σπάσουν τα πόδια των άλλων δύο, επιθυμία των Ιουδαίων. Ο Λογγίνος καλεί τους τέσσερις δήμιους, που είχαν στριμωχτεί δειλά κάτω από τον βράχο και είναι ακόμα τρομαγμένοι με αυτό που έγινε, και τους διατάζει να δώσουν στους ληστές το τελειωτικό χτύπημα με τα ρόπαλα. Που γίνεται χωρίς καμία διαμαρτυρία από τον Δίμα, στον οποίο το χτύπημα με το ρόπαλο ελευθέρωσε την καρδιά του, αφού του χτύπησε τα γόνατα, που τα έσπασε στα δύο. Στα χείλη του, το όνομα του Ιησού ακούγεται σε έναν επιθανάτιο ρόγχο. Ο άλλος ληστής λέει τρομερές κατάρες. Ο επιθανάτιος ρόγχος του είναι θλιβερός.

Οι τέσσερις δήμιοι θα ήθελαν να φροντίσουν τον Ιησού, να Τον κατεβάσουν από τον σταυρό. Όμως ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος δεν τους το επιτρέπουν. Και ο Ιωσήφ βγάζει τον μανδύα του και λέει στον Ιωάννη να κάνει το ίδιο και να κρατήσει τις σκάλες, ενώ αυτοί ανεβαίνουν με μοχλούς και τανάλιες. Η Μαρία σηκώνεται, τρέμει, στηρίζεται από τις γυναίκες και πλησιάζει τον σταυρό. Εν τω μεταξύ, οι στρατιώτες, αφού έκαναν το έργο τους, φεύγουν. Και ο Λογγίνος προτού να κατέβει από το λόφο, στρέφεται προς τα πίσω για να κοιτάξει τη Μαρία και τον Εσταυρωμένο. Κατόπιν ο ήχος που κάνουν οι οπλές του αλόγου του πάνω στις πέτρες ακούγεται ξανά, όπως και ο ήχος των όπλων του πάνω στη στολή, και χάνεται στο βάθος.

Η αριστερή παλάμη ξεκαρφώθηκε. Το χέρι πέφτει δίπλα στο Κορμί, που τώρα κρέμεται μισο-καρφωμένο. Λένε και στον Ιωάννη να σκαρφαλώσει αφήνοντας τις σκάλες στις γυναίκες. Και ο Ιωάννης αφού σκαρφαλώνει εκεί που ήταν ο Νικόδημος, περνάει το χέρι του Ιησού γύρω από τον λαιμό του, και το κρατάει έτσι, να κρέμεται τελείως από τον ώμο του, αγκαλιάζοντάς από τη μέση με το χέρι του και κρατώντας το από τα δάχτυλα για να μην αγγίξει την τρομερή πληγή του αριστερού χεριού, που είναι σχεδόν ανοικτή. Όταν ξεκαρφώνονται τα πόδια, ο Ιωάννης πρέπει να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να συγκρατήσει και να μεταφέρει το Σώμα του Διδασκάλου του μεταξύ του σταυρού και του δικού του σώματος. Η Μαρία βρίσκεται ήδη στη βάση του Σταυρού καθισμένη με την πλάτη σ’ αυτόν, έτοιμη να δεχτεί τον Ιησού στην αγκαλιά Της.

Όμως το ξεκάρφωμα του δεξιού Του χεριού είναι πιο δύσκολο. Παρ’ όλες τις προσπάθειες του Ιωάννη, το σώμα κρέμεται τελείως μπροστά και η κεφαλή του καρφιού είναι πολύ βαθειά μέσα στη σάρκα. Και επειδή δεν θέλουν να κάνουν χειρότερη την πληγή, οι δύο φιλεύσπλαχνοι άνδρες εργάζονται σκληρά. Τελικά το πιάνουν με τις τανάλιες και το τραβούν απαλά. Ο Ιωάννης συγκρατεί τον Ιησού όλη την ώρα από τις μασχάλες, με το κεφάλι Του να κρέμεται πάνω στον ώμο του, ενώ ο Νικόδημος και ο Ιωσήφ Τον κρατούν ο ένας από τους μηρούς και ο άλλος από τα γόνατα, και με προσοχή κατεβαίνουν τις σκάλες.

Όταν βρίσκονται στο έδαφος θα ήθελαν να Τον ακουμπήσουν πάνω στο σεντόνι που έχουν βάλει πάνω από τους δύο μανδύες τους. Όμως η Μαρία Τον θέλει. Έχει ανοίξει την κάπα Της αφήνοντάς την να κρέμεται από τη μια πλευρά. Κάθεται με τα γόνατα μάλλον ανοιχτά για να κάνει μια κούνια για τον Ιησού Της. Ενώ οι μαθητές κάνουν μια στροφή για να Της δώσουν τον Γιο Της, το κεφάλι με το ακάνθινο στεφάνι πέφτει πίσω και τα χέρια κρέμονται κάτω προς το έδαφος, και τα πληγωμένα χέρια θα σερνόντουσαν στο έδαφος, αν η συμπόνια των ευλαβών γυναικών δεν τα κρατούσε για να το αποτρέψουν. Τώρα βρίσκεται στην αγκαλιά της Μητέρας Του και μοιάζει με ένα μεγάλο, κουρασμένο παιδί που κοιμάται με τρυφερότητα στην αγκαλιά της μητέρας του. Η Μαρία Τον κρατάει με το δεξί Της χέρι γύρω από τους ώμους Του και με το αριστερό Της πάνω από την κοιλιά για να στηρίξει τη μέση Του. Το κεφάλι του Ιησού αναπαύεται πάνω στον ώμο της Μητέρας Του. Και Αυτή Τον καλεί… Τον καλεί με μια σπαραξικάρδια φωνή. Κατόπιν Τον απομακρύνει από τον ώμο Της και Τον χαϊδεύει με το αριστερό Της χέρι, πιάνει και ισιώνει τα χέρια Του που προηγουμένως τα κρατούσε πάνω στο νεκρό σώμα, τα φιλάει και κλαίει πάνω στις πληγές τους. Κατόπιν Τον χαϊδεύει στα μάγουλα, εκεί ιδιαιτέρως που υπάρχουν μώλωπες και είναι πρησμένα. Φιλάει τα βαθουλωτά Του μάτια, το στόμα Του που είναι παραμορφωμένο από τη δεξιά πλευρά και μισάνοιχτο.

Θα ήθελε να Του φτιάξει λιγάκι τα μαλλιά, όπως έκανε και με τα γένια Του που είχαν αποξηραμένο αίμα. Όμως όπως το κάνει αγγίζει τα αγκάθια. Τρυπάει το χέρι Της στην προσπάθεια να βγάλει το στεφάνι, και θέλει να το κάνει Μόνη Της, με το μόνο χέρι που είναι ελεύθερο, και το αρνείται σε όλους, λέγοντας: «Όχι! Όχι! Εγώ! Εγώ!» και φαίνεται σαν να κρατάει το κεφάλι ενός νεογέννητου με τα δάχτυλα Της, με τόση προσοχή το κάνει. Και όταν καταφέρνει να αφαιρέσει το ακάνθινο στεφάνι σκύβει για να θεραπεύσει όλες τις πληγές από τα αγκάθια με τα φιλιά Της.
Με χέρια που τρέμουν τακτοποιεί τα ανακατωμένα μαλλιά Του, τα χαϊδεύει και κλαίει, μιλώντας χαμηλόφωνα, και με τα δάχτυλα Της σκουπίζει τα δάκρυα που πέφτουν πάνω στο παγωμένο σώμα που είναι καλυμμένο με αίμα, και θέλει να το καθαρίσει με τα δάκρυα Της και με την μαντίλα Της, που βρίσκεται ακόμα γύρω από τη μέση Του. Και τραβάει τη μια άκρη κοντά Της και αρχίζει να καθαρίζει και να σκουπίζει τα άγια μέλη με αυτήν. Και συνεχώς Του χαϊδεύει το πρόσωπο, κατόπιν τα χέρια και τα μωλωπισμένα Του γόνατα, και μετά αρχίζει ξανά να σκουπίζει το σώμα Του, στο οποίο πέφτουν άπειρα δάκρυα. Και ενώ το κάνει, το χέρι Της αγγίζει τη βαθιά πληγή στο στήθος Του. Το μικρό Της χέρι, σκεπασμένο με τη λινή μαντίλα μπαίνει σχεδόν ολόκληρο μέσα στη μεγάλη τρύπα της πληγής. Η Μαρία σκύβει για να δει στο αμυδρό φως που υπάρχει, και βλέπει. Βλέπει το στήθος ανοιγμένο βαθιά και την καρδιά του Γιου Της. Βγάζει μια φωνή! Ένα σπαθί φαίνεται πως ξέσχισε την καρδιά Της. Φωνάζει και μετά πέφτει πάνω στον Γιο Της και μοιάζει και Αυτή σαν νεκρή.

Της παραστέκονται και Την παρηγορούν. Θέλουν να Της πάρουν τον θείο νεκρό Γιο από Αυτήν, και όπως Αυτή φωνάζει: «Πού; Πού να Σε τοποθετήσω; Σε ποιο μέρος ασφαλές και άξιο για Σένα;» Ο Ιωσήφ που είναι πολύ σκυμμένος από σεβασμό με το χέρι του να σφίγγει το στήθος του, λέει: «Κάνε κουράγιο Γυναίκα! Ο τάφος μου είναι καινούργιος και ισάξιος για ένα μεγάλο άνδρα. Του τον δίνω. Και ο φίλος μου ο Νικόδημος έχει ήδη μεταφέρει τα αρώματα στον τάφο, διότι θέλει να τα προσφέρει. Όμως, Σε παρακαλώ, επειδή σκοτεινιάζει, ας προχωρήσουμε. Είναι Παρασκευή σήμερα. Βοήθησε, άγια, Γυναίκα».
Και ο Ιωάννης και οι γυναίκες Την παρακαλούν και η Μαρία επιτρέπει να πάρουν τον Γιο Της από την αγκαλιά Της, και σηκώνεται, απελπισμένη, ενώ αυτοί Τον τυλίγουν σε ένα σεντόνι. Αυτή εκλιπαρεί: «Σας παρακαλώ, απαλά!»

Ο Νικόδημος και ο Ιωάννης από τους ώμους, ο Ιωσήφ από τα πόδια, σηκώνουν τον νεκρό τυλιγμένο όχι μόνον με το σεντόνι, αλλά ακουμπισμένο επίσης και πάνω στους μανδύες που τους χρησιμοποιούν αντί για φορείο και κατηφορίζουν προς τον δρόμο. Η Μαρία στηριζόμενη από την συννυφάδα Της και από την Μαγδαληνή κατηφορίζει προς τον τάφο. Ακολουθούν η Μάρθα, η Μαρία του Ζεβεδαίου και η Σουζάννα, που πήραν τα καρφιά, τις τανάλιες, το ακάνθινο στεφάνι, τον σπόγγο και το καλάμι. Στον Γολγοθά παραμένουν οι τρεις σταυροί, ο κεντρικός των οποίων είναι κενός, οι άλλοι δύο έχουν τα ζωντανά τους τρόπαια, που πεθαίνουν.

ΠΗΓΗ: Το κεφ. 609 του βιβλίου της Μαρίας Βαλτόρτα "The Gospel as revealed to me".

ΑΠΟΔΟΣΗ: Αγγελική Σ. Νατσούλη
 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα χρώματα της αύρας και η σημασία τους

Τα Κρυστάλλινα Παιδιά

Γιατί οι Ινδιάνοι είχαν μακριά μαλλιά;

Τι γίνεται όταν πεθαίνουμε;