Τα γεγονότα το βράδυ του Σαββάτου


Η Μαρία του Αλφαίου (συννυφάδα της Μαρίας) μπαίνει στο δωμάτιό Της με προσοχή και αφουγκράζεται. Ίσως να νομίζει πως η Μαρία έχει αποκοιμηθεί. Πλησιάζει και Την βλέπει γονατιστή με το πρόσωπο στο πάτωμα μπροστά από το Άγιο Μανδήλιο και ψιθυρίζει: «Ω! Τη δόλια! Έμεινε έτσι!». Θα πρέπει να νομίζει ότι η Μαρία έχει αποκοιμηθεί ή λιποθύμησε.

Όμως η Μαρία τελειώνοντας την προσευχή, λέει: «Όχι, προσευχόμουν».
«Μα, γονατιστή! Στο σκοτάδι! Με το κρύο! Με το παράθυρο ανοικτό! Κοίτα, έχεις παγώσει!»
«Όμως αισθάνομαι πολύ καλύτερα, Μαρία. Όσην ώρα προσευχόμουν - και μόνον ο Ύψιστος ξέρει την εξάντλησή Μου, αφού έδωσα δύναμη σε τόσες θλιμμένες ψυχές και φώτισα τόσες σκέψεις που ούτε ο θάνατός Του δεν φώτισε - ένοιωσα ένα αγγελικό άρωμα, μια ουράνια φρεσκάδα, ένα χάδι φτερού. Μόνο για ένα λεπτό… όχι περισσότερο. Αλλά μου φάνηκε σαν να έπεσε μια σταγόνα ειρηνικής γλυκύτητας στη θάλασσα του μύρου που Με κατακλύζει μανιωδώς εδώ και τρεις ημέρες. Ο κλειστός θόλος τ’ Ουρανού φαίνεται να άνοιξε για λίγο και μια ακτίνα φωτεινής αγάπης φαίνεται να κατέβηκε στην Εγκαταλειμμένη Μητέρα. Και νόμισα ότι άκουσα έναν ψίθυρο ερχόμενο από μεγάλη απόσταση, να λέει: “Πραγματικά τελείωσε”. Η προσευχή Μου που μέχρι τώρα ήταν θλιμμένη, έγινε πιο ειρηνική, πήρε χρώμα από μια φωτεινή ειρήνη – ω, μια απόχρωση! – σαν την ειρήνη που
ένιωθα με την επαφή Μου με τον Θεό όταν προσευχόμουν.
Οι προσευχές Μου!... Μαρία, αγάπησες πολύ τον Αλφαίο σου, όταν ήσουν η παρθένα νύφη του;»


«Ω! Μαρία!... Χαιρόμουν κάθε αυγή και έλεγα: “Άλλη μια νύχτα πέρασε. Μια λιγότερη να τον περιμένω”. Χαιρόμουν κάθε ηλιοβασίλεμα, λέγοντας: ”Άλλη μια μέρα πέρασε, πλησιάζει η ώρα να πάω σπίτι του”. Και όταν τον είδα να έρχεται, όμορφος σαν τον Ιούδα μου, γι’ αυτό ο Ιούδας είναι ο αγαπημένος μου, με μάτια σαν ερωτευμένου ελαφιού, όπως αυτά του Ιακώβου μου, ω! τότε πια δεν ήξερα πού βρισκόμουν! Και όταν με χαιρετούσε, λέγοντας, “Γλυκιά μου νύφη!” και εγώ μπορούσα να τον αποκαλώ: “Κύριέ μου” τότε… νομίζω πως αν εκείνη τη στιγμή με πατούσε μια μεγάλη άμαξα, είτε με χτυπούσε ένα βέλος, δεν θα αισθανόμουν πόνο, και αργότερα!... Όταν έγινα γυναίκα του. Α!...» και η Μαρία χάνεται στην έκσταση των αναμνήσεων.

Κατόπιν ρωτάει:
«Γιατί αυτές οι ερωτήσεις;»

«Για να σου εξηγήσω τι ήταν οι προσευχές για Μένα. Πολλαπλασίασε τα αισθήματά σου εκατό φορές και θα καταλάβεις τι είναι η προσευχή, η αναμονή για την ώρα της προσευχής Μου. Βέβαια, νομίζω ότι ακόμα και αν δεν προσευχόμουν στην ειρήνη της σπηλιάς είτε στο δωμάτιό Μου, και εργαζόμουν πλάι σε κάποια γυναίκα, η ψυχή Μου θα προσευχόταν ακατάπαυστα... Όμως όταν μπορούσα να πω: “Ήρθε η ώρα να επικεντρωθώ στον Θεό”, η καρδιά Μου καιγόταν από δυνατούς παλμούς. Δεν μπορώ να το περιγράψω. Μόνο όταν βρεθείς στο Φως του Θεού θα το καταλάβεις…  Όλα αυτά είχαν χαθεί εδώ και τρεις ημέρες… και ήταν ακόμα χειρότερα και από την απώλεια του Γιου Μου… και ο Σατανάς εργαζόταν πάνω σ’ αυτές τις δύο πληγές, και ακουμπούσε τη μια πάνω στην άλλη, τον θάνατο του Γιου Μου και την εγκατάλειψη από τον Θεό, δημιουργώντας μια τρίτη πληγή: τον τρόμο από την έλλειψη της πίστης. Μαρία, σε συμπαθώ και είσαι συγγενής Μου.
Αργότερα εσύ θα μιλήσεις στους γιους σου, στους αποστόλους, για να επιμείνουν στο αποστολικό τους έργο και να θριαμβεύσουν πάνω στον Σατανά. Αν είχα αποδεχτεί την αμφιβολία, αν είχα υποκύψει στον πειρασμό του Σατανά και είχα πει, “δεν είναι δυνατόν γι’ Αυτόν να αναστηθεί” αρνούμενη τον Θεό – διότι όταν το λες αυτό είναι σαν να αρνείσαι την Αλήθεια και την Ισχύ του Θεού – όλη αυτή η Σωτηρία θα είχε έρθει για το τίποτα. Εγώ, νέα Εύα, θα είχα δαγκώσει ξανά τον απαγορευμένο καρπό της υπερηφάνειας και της πνευματικής φιληδονίας, και θα είχα καταστρέψει το έργο του Σωτήρα Μου. Οι απόστολοι συνεχώς θα πειράζονται έτσι, από τον κόσμο, από τη σάρκα, από την ισχύ, από τον Σατανά. Ας είναι ακλόνητοι ενάντια σε κάθε μαρτύριο, και τα σωματικά θα είναι τα ελαφρύτερα, για να μην καταστρέψουν αυτά που έκανε ο Ιησούς».

«Μίλα εσύ Μαρία στους γιους μου. Τι περιμένεις να πει η καημένη η συννυφάδα Σου; Ω! Αν είχαν έρθει! Μα, να φύγουν από την πρώτη στιγμή… Υπομονή! Όμως αργότερα!...»

«Κοίτα, ο Λάζαρος και ο Σίμων είχαν εντολή να τους οδηγήσουν όλους στη Βηθανία. Ο Ιησούς γνωρίζει τα πάντα...»
«Ναι... Όμως... Όταν τους δω, θα τους μιλήσω άγρια. Φέρθηκαν με δειλία. Αν
φερόταν κάποιος άλλος έτσι, είναι κατανοητό. Όμως οι γιοι μου! Ποτέ δεν θα τους το συγχωρήσω...»
«Συγχώρεσε! Συγχώρεσε... ήταν μια στιγμή φόβου.. δεν πίστευαν ότι μπορούσε να συλληφθεί. Αυτός τους το είχε πει...»
«Γι’ αυτό το λόγο δεν θα τους συγχωρέσω. Το ήξεραν. Έτσι, ήταν ήδη
προετοιμασμένοι. Όταν κάποιος ξέρει κάτι και πιστεύει το άτομο που το λέει, τίποτα δεν τον ξαφνιάζει πια!»
«Μαρία, και σε εσάς είπε: ‘’Θα αναστηθώ’’… Κι όμως, αν μπορούσα να ανοίξω το στήθος και το κεφάλι σας, πάνω στην καρδιά και μέσα στο μυαλό σας θα έβλεπα γραμμένο: “Δεν μπορεί να γίνει”».
«Όμως... τουλάχιστον... ναι, είναι δύσκολο να το πιστέψεις, όμως εμείς παραμείναμε στον Γολγοθά».
«Από χάρη που δόθηκε από τον Θεό. Διαφορετικά θα είχαμε φύγει κι εμείς τρέχοντας. Άκουσες τι είπε ο Λογγίνος; Είπε: “Τρομερό πράγμα”. Και αυτός είναι πολεμιστής. Εμείς, γυναίκες ολομόναχες με ένα αγόρι, αντισταθήκαμε με την άμεση βοήθεια του Θεού. Γι’ αυτό μην κομπάζεις. Δεν είναι από τη δική μας αξία».
«Και γιατί δεν δόθηκε και σ’ αυτούς;»
«Διότι αυτοί θα είναι οι αυριανοί ιερείς. Πρέπει να γνωρίζουν. Πρέπει να γνωρίζουν από προσωπική εμπειρία πόσο εύκολο είναι για τον πιστό μιας θρησκείας να πέσει, να αποκηρύξει την πίστη του. Ο Ιησούς δεν θέλει ιερείς σαν εκείνους που ήταν οι πιο ισχυροί εχθροί Του...»
«Μιλάς για τον Ιησού σαν να επέστρεψε ήδη».
«Βλέπεις; Κι εσύ παραδέχεσαι ότι δεν πιστεύεις. Λοιπόν, πώς κατηγορείς τους γιους σου;»

Η Μαρία του Αλφαίου δεν ξέρει τι να πει. Παραμένει με το κεφάλι σκυφτό και μηχανικά παίζει με κάποια αντικείμενα. Βρίσκει μια μικρή λυχνία και βγαίνει για να επιστρέφει αφού την έχει ανάψει, και την βάζει στην συνηθισμένη της θέση.

Η Μαρία κάθεται ξανά δίπλα στο Άγιο Μανδήλιο, που με την λυχνία που
τρεμοπαίζει αποκτάει μια ιδιαίτερη ζωντάνια και φαίνεται σαν τα χείλη και τα μάτια να κινούνται.
«Δεν θέλεις τίποτα;» ρωτάει κάπως βαριά η συννυφάδα Της.
«Λίγο νερό. Διψάω».
Η Μαρία βγαίνει και επιστρέφει… με λίγο γάλα.
«Μην επιμένεις. Δεν μπορώ. Νερό, ναι. Δεν υπάρχει νερό μέσα Μου. Νομίζω ότι δεν έχω άλλο αίμα. Όμως...»
Ακούγεται ένα χτύπημα στην πόρτα. Η Μαρία του Αλφαίου βγαίνει έξω. Ακούγονται άνθρωποι που μιλούν χαμηλόφωνα, μετά ο Ιωάννης εμφανίζεται.
«Ιωάννη, επέστρεψες; Ακόμα τίποτα;»
«Ναι. Ο Σίμων Πέτρος... και ο μανδύας του Ιησού... μαζί... στη Γεθσημανή. Ο μανδύας…»
Ο Ιωάννης γονατίζει και λέει: «Εδώ είναι... Όμως είναι σχισμένος και γεμάτος αίματα. Τα σημάδια των χεριών είναι του Ιησού. Μόνον Αυτός έχει τόσο μακριά και τόσο λεπτά δάχτυλα. Όμως έχει ξεσχιστεί από δαγκωματιές, φαίνεται πολύ καθαρά ότι είναι από ανθρώπινο στόμα. Νομίζω ότι πρέπει να είναι… του Ιούδα του Ισκαριώτη, διότι κοντά στο σημείο που βρήκε ο Πέτρος τον μανδύα υπήρχε και ένα ύφασμα από την κίτρινη χλαμύδα του Ιούδα. Επέστρεψε εκεί... προτού αυτοκτονήσει. Κοίταξε, Μητέρα».

Η Μαρία δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να χαϊδεύει και να φιλάει τον βαρύ μανδύα του Γιου Της, διπλωμένο από τον Ιωάννη, όμως, όπως τον ξεδιπλώνει, βλέπει τα σημάδια από τις ματωμένες πατημασιές, σκούρες πάνω στο κόκκινο του αίματος και το σχίσιμο από τα δόντια. Τρέμει και ψιθυρίζει:
«Πόσο αίμα!» Φαίνεται να μην βλέπει τίποτε άλλο παρά μόνον το αίμα.

«Μητέρα, το έδαφος είναι κόκκινο απ’ αυτό. Ο Σίμων που ανέβηκε εκεί από νωρίς, είπε πως υπάρχει ακόμα φρέσκο αίμα πάνω στα φύλλα και στο γρασίδι... ο Ιησούς… δεν ξέρω… δεν μου φάνηκε πως ήταν πληγωμένος... Από πού τόσο Αίμα;»
«Από το Σώμα Του. Από την μεγάλη αγωνία Του... Ω! Ο Ιησούς, το απόλυτο Θύμα! Ω! Ο Ιησούς Μου!» η Μαρία κλαίει απαρηγόρητα. Θρηνεί εξαντλημένη τόσο πολύ που οι γυναίκες έρχονται στην πόρτα και τους κοιτάζουν και μετά βγαίνουν πάλι.

«Αυτό, αυτό, ενώ όλοι Σε εγκατέλειπαν... Τι κάνατε εσείς, ενόσω Αυτός αγωνιούσε;»

«Κοιμόμασταν, Μητέρα...» και ο Ιωάννης κλαίει.
«Ήταν και ο Σίμων εκεί; Πες Μου».
«Εγώ πήγα να ψάξω για τον μανδύα. Σκέφτηκα να ρωτήσω τον Ιωνά και τον Μάρκο... Όμως είχαν φύγει τρέχοντας. Έτσι κατέβηκα κάτω στα τείχη, για να κάνω τη διαδρομή που κάναμε την Πέμπτη... ήμουν κουρασμένος εκείνο το βράδυ και τόσο πονεμένος, που δεν μπορώ να θυμηθώ σε ποιο μέρος άφησε τον μανδύα Του. Νόμιζα ότι τον είχε μαζί Του, κατόπιν δεν τον είχε…
Πήγα στο σημείο που τον συνέλαβαν, δεν υπήρχε τίποτα... εκεί που ήμασταν οι τρεις μας, τίποτα… γύρισα όλο το μονοπάτι που πέρασαν με τον Διδάσκαλο… και νόμιζα ότι και ο Σίμων Πέτρος ήταν νεκρός, διότι τον είδα εκεί συντετριμμένο δίπλα σ’ ένα βράχο. Του φώναξα. Σήκωσε το κεφάλι του και νόμισα πως τρελάθηκε, τόσο αλλαγμένος ήταν. Έβγαλε μια φωνή και προσπάθησε να διαφύγει… όμως παραπάτησε, τυφλός από το κλάμα, και εγώ τον κράτησα. Μου είπε: ''Άφησέ με. Είμαι ένας δαίμονας. Τον αρνήθηκα. Όπως ακριβώς το είπε,... και ο κόκορας λάλησε και Αυτός με κοίταξε. Έφυγα τρέχοντας. Έτρεχα απ’ εδώ και απ’ εκεί, στα χωράφια, και μετά βρέθηκα εδώ. Και βλέπεις; Ο Γιαχβέ με έκανε να βρω το Αίμα Του εδώ για να με κατηγορήσει. Παντού Αίμα! Παντού Αίμα! Πάνω στον βράχο, στο έδαφος, στο γρασίδι. Έπρεπε να είχα χύσει και το δικό μου. Όπως και εσύ όπως και όλοι μας. Όμως εγώ το αρνήθηκα αυτό το Αίμα''.
Φαινόταν σαν να παραληρούσε. Προσπάθησα να τον ηρεμήσω και να τον απομακρύνω. Όμως δεν ήθελε. Μου είπε: “Εδώ, εδώ. Εγώ θα φυλάω αυτό το Αίμα και τον Μανδύα Του. Και θέλω να τον πλύνω με τα δάκρυά μου. Όταν δεν θα υπάρχει πλέον Αίμα, ίσως τότε να επιστρέψω στους ζωντανούς. Του είπα ότι Εσύ τον αναζητούσες. Και ότι με έστειλες για να τον φέρω. Όμως δεν με πίστευε. Κατόπιν του είπα ότι αναζητούσες και τον Ιούδα για να τον συγχωρήσεις, και ότι υπέφερες που δεν μπορούσες να το κάνεις, επειδή αυτός αυτοκτόνησε. Μετά έκλαψε πιο ήρεμα. Ήθελε να μάθει τα πάντα. Και μου είπε ότι υπάρχει ακόμα φρέσκο Αίμα πάνω στο γρασίδι και ότι τον μανδύα τον έσκισε ο Ιούδας, πάνω στην χλαμύδα του οποίου βρέθηκε ένα κομμάτι. Τον άφησα να μιλάει πολλή ώρα, και μετά του είπα: “Έλα στην Μητέρα.” Ω! Πόσο έπρεπε να επιμείνω για να τον πείσω, και σηκώθηκα για να γυρίσω, αυτός δεν ήθελε 
πλέον να έρθει. Ήρθε μόνον όταν σκοτείνιασε. Όμως όταν ήρθε μπροστά από την καγκελόπορτα, κρύφτηκε ξανά σε έναν εγκαταλειμμένο λαχανόκηπο, λέγοντας: ‘’Δεν θέλω να με δει ο κόσμος. Είναι γραμμένες στο μέτωπο μου οι λέξεις, Αρνήθηκα τον Θεό. Τώρα που έχει σκοτεινιάσει, κατάφερα να τον παρασύρω μέχρι εδώ».

«Που είναι;»
«Πίσω από αυτή την πόρτα».
«Ας περάσει μέσα».
«Μητέρα…»
«Ιωάννη…»
«Μην τον μαλώσεις, έχει μετανιώσει».
«Ακόμα, τόσο λίγο Με γνωρίζεις; Ας περάσει».
Ο Ιωάννης βγαίνει έξω. Επιστρέφει μόνος: «Δεν τολμάει. Προσπάθησε να τον
καλέσεις Μόνη Σου».
Και η Μαρία τον καλεί ευγενικά: «Σίμωνα του Ιωνά, έλα». Τίποτα. «Σίμωνα Πέτρο, έλα». Τίποτα. «Πέτρο του Ιησού και της Μαρίας, έλα». Ένα δυνατό κλάμα. Όμως δεν έρχεται μέσα. Η Μαρία σηκώνεται. Αφήνει τον μανδύα πάνω στο τραπέζι και πηγαίνει στην πόρτα. Ο Πέτρος βρίσκεται έξω και είναι συντετριμμένος. Σαν σκυλί χωρίς αφεντικό. Κλαίει τόσο δυνατά με αναφιλητά, που δεν μπορεί να ακούσει τον θόρυβο της πόρτας που ανοίγει ούτε το σύρσιμο που κάνουν τα σανδάλια της Μαρίας. Αντιλαμβάνεται πως Αυτή βρίσκεται εκεί, όταν σκύβει επάνω του για να του πιάσει το χέρι με το οποίο κρατά σφικτά στα μάτια του και να τον αναγκάζει να σηκωθεί. Επιστρέφει στο δωμάτιο Της σέρνοντάς τον, σαν ένα μικρό αγόρι. Κλείνει την πόρτα και την κλειδώνει, και σκυμμένη από την θλίψη, όπως και αυτός από ντροπή, επιστρέφει στη θέση Της.
Ο Πέτρος γονατίζει στα πόδια Της και κλαίει ασταμάτητα. Η Μαρία χαϊδεύει τα γκρίζα μαλλιά του, βρεγμένα από ιδρώτα και πίκρα. Τίποτα άλλο, μόνον αυτό το χάδι μέχρι που ηρεμεί.
Κατόπιν, όταν τελικά ο Πέτρος λέει: «Εσύ δεν μπορείς να με συγχωρήσεις. Γι’ αυτό μη με χαϊδεύεις. Διότι εγώ Τον αρνήθηκα».
Η Μαρία λέει:

«Πέτρο, εσύ τον αρνήθηκες. Είναι αλήθεια. Είχες τη δύναμη να τον αρνηθείς δημόσια. Τη δειλή δύναμη να το κάνεις. Οι άλλοι.. όλοι τους, εκτός από τους βοσκούς, τον Μαναήν, τον Νικόδημο, τον Ιωσήφ και τον Ιωάννη, υπήρξαν δειλοί. Τον αρνήθηκαν: οι άνδρες και οι γυναίκες του Ισραήλ, εκτός από μερικές γυναίκες... Ας μην αναφέρω τους ανιψιούς και τον Αλφαίο της Σάρας. Αυτοί ήταν φίλοι και συγγενείς. Αλλά οι άλλοι!... και δεν είχαν ούτε το σατανικό κουράγιο να πουν ψέματα για να σωθούν, ούτε το πνευματικό κουράγιο να μετανοήσουν και να κλάψουν, ούτε και το πολύ ανώτερο, να αναγνωρίσουν δημόσια το σφάλμα τους.
 
Εσύ είσαι ένας φτωχός άνθρωπος. Ή μάλλον, ήσουν. Όσο καιρό εμπιστευόσουν τον εαυτό σου. Τώρα είσαι άνδρας. Αύριο θα είσαι ένας άγιος. Όμως ακόμα και αν δεν ήσουν αυτό που είσαι, Εγώ θα σε συγχωρούσα το ίδιο. Θα συγχωρούσα ακόμα και τον Ιούδα, για να σώσω την ψυχή του. Διότι η αξία της ψυχής, ακόμα και μόνο μίας ψυχής, αξίζει κάθε προσπάθεια για να νικήσει κάποιος την αποστροφή και την απόρριψη, ακόμα και αν συντριβεί τελικά απ’ αυτό. Αυτό να το έχεις στο νου σου, Πέτρο. Θα σου το επαναλάβω: Η αξία μιας ψυχής είναι τόσο μεγάλη, που αξίζει ακόμα και να πεθάνεις στην προσπάθεια να την φέρεις κοντά μας, πρέπει να την κρατάς έτσι στα χέρια σου, όπως κρατώ τώρα το γκρίζο σου κεφάλι, αν καταλάβεις ότι με αυτό μπορεί να σωθεί». Γι’ αυτό, σαν την μητέρα, που μετά από την τιμωρία του πατέρα, σφίγγει το κεφάλι του ένοχου γιου της πάνω στην καρδιά της, και περισσότερο με τα λόγια της στην πληγωμένη καρδιά, παρά με το ξύλο του
πατέρα, διορθώνει και πετυχαίνει.

Πέτρο του Γιου Μου, καημένε Πέτρο που ήσουν, σαν όλους τους άλλους, στα χέρια του Σατανά αυτή την ώρα του σκότους, και δεν ήξερες, και νόμιζες ότι τα έκανες όλα από μόνος σου, έλα, έλα εδώ, πάνω στην καρδιά της Μητέρας των παιδιών του Γιου Μου. Εδώ ο Σατανάς δεν μπορεί να σε βλάψει. Εδώ οι καταιγίδες κοπάζουν, και ενώ θα περιμένουμε τον ήλιο, τον Ιησού Μου, που θα αναστηθεί για να σου πει: «Ειρήνη σε σένα, Πέτρο, το πρωινό αστέρι ανατέλλει αγνό, όμορφο, και οτιδήποτε φιλάει το κάνει αγνό και όμορφο,
όπως συμβαίνει και με τα καθαρά νερά της θάλασσας μας, τα δροσερά πρωινά της άνοιξης. Γι’ αυτό το λόγο θέλησα τόσο πολύ να σε έχω. Κάτω από τον Σταυρό μαρτυρούσα εξ αιτίας Του και εξ αιτίας σου και - πως και δεν το αντιλήφθηκες;   - καλούσα το πνεύμα όλων σας τόσο δυνατά που νόμιζα ότι πραγματικά ήρθατε κοντά Μου.


Γιατί έκανες μια Μάνα να περιμένει τόσο πολύ δυστυχισμένε Πέτρο, πληγωμένε, ποδοπατημένε από τον Δαίμονα; Δεν ξέρεις ότι αυτό είναι το έργο της Μάνας, να διορθώνει, να θεραπεύει, να συγχωρεί και να καθοδηγεί τα παιδιά της; Εγώ θα σε οδηγήσω σ’ Αυτόν. Θα ήθελες να Τον δεις; Θα ήθελες να δεις το χαμόγελό Του για να πεισθείς ότι σε αγαπάει ακόμα; Θα ήθελες; Ω! Τότε φύγε από τη φτωχή αγκαλιά μιας γυναίκας και ακούμπησε το μέτωπό σου πάνω στο στεφανωμένο Του μέτωπο, τα χείλη σου πάνω στα πληγωμένα Του χείλη και φίλησε τον Κύριο σου».
«Είναι νεκρός... Ποτέ δεν θα μπορέσω να το κάνω».
«Πέτρο, απάντησέ Μου. Ποιο νομίζεις ότι είναι το τελευταίο θαύμα του Κυρίου σου;»
«Η Θεία Ευχαριστία. Όχι. Αυτό με τον στρατιώτη που θεράπευσε εκεί... εκεί… Ω! Μην μου το θυμίζεις!...»
«Μια πιστή δυνατή γυναίκα Τον συνάντησε στον Γολγοθά και Του σκούπισε το πρόσωπο. Και Αυτός, για να μας δείξει πόση αγάπη έχει, τύπωσε την εικόνα του προσώπου Του πάνω στο λινό ύφασμα. Εδώ είναι Πέτρο. Μια γυναίκα το κατάφερε αυτό σε μια ώρα σατανικού σκότους και θείας οργής. Απλά επειδή αγαπούσε. Αυτό να το έχεις στο νου σου, Πέτρο, για τις στιγμές που ο Δαίμονας θα σου φαίνεται πιο δυνατός από τον Θεό. Ο Θεός ήταν αιχμάλωτος των ανθρώπων. Ήταν ήδη νικημένος, καταδικασμένος, φραγγελωμένος, ήδη πέθαινε... Και όμως, επειδή ο Θεός είναι πάντοτε Θεός, ακόμα και στιςπιο σκληρές καταδίκες, και αν χτυπούν την Ιδέα, ο Θεός που την εμπνέει είναι ανέγγιχτος, έτσι απαντάει χωρίς λόγια στους αρνητές Του, στους άπιστους, στους ανθρώπους με το ανόητο “γιατί”, στους ενόχους με το “αδύνατον να γίνει αυτό” , στους ιερόσυλους με το “οτιδήποτε δεν καταλαβαίνω δεν είναι αληθινό”, απαντάει χωρίς λόγια, με αυτό το ύφασμα.

Κοίταξέ το. Κάποτε Μου είπες, ότι είπες στον αδελφό σου τον Ανδρέα,Ο Μεσσίας εμφανίστηκε σε σένα; Δεν μπορεί να είναι αλήθεια”, και μετά η ανθρώπινη λογική σου έπρεπε να υποκύψει μπροστά στη δύναμη του πνεύματος, που είδε τον Μεσσία εκεί που η λογική δεν Τον βλέπει. Μια άλλη φορά, σε μια θύελλα στη θάλασσα, Τον ρώτησες: “Να έρθω, Διδάσκαλε;” και μετά στη μέση της διαδρομής με τα άγρια νερά, άρχισες να αμφιβάλλεις και σκεπτόσουν, “Το νερό δεν μπορεί να με συγκρατήσει”. Και με την αμφιβολία σαν βάρος, σχεδόν άρχισες να πνιγόσουν. Μόνον όταν το πνεύμα που πίστευε, εναντιώθηκε στην ανθρώπινη λογική, μπόρεσες να βρεις τη βοήθεια από τον Θεό. Σε μιαν άλλη περίπτωση είπες: “Αν ο Λάζαρος έχει πεθάνει εδώ και τέσσερις ημέρες, τότε γιατί ήρθαμε; Να πεθάνουμε μάταια;” Επειδή με την ανθρώπινη λογική σου δεν έβρισκες κάποια άλλη λύση. Και η λογική σου αντιλογούσα με το πνεύμα σου, σου υπεδείκνυε ότι δεν πήγες εκεί μάταια. Μια άλλη φορά, πολλές άλλες φορές, όταν άκουγες τον Κύριό σου να μιλάει για θάνατο, και μάλιστα σκληρό θάνατο, εσύ έλεγες, “Αυτό δεν θα συμβεί ποτέ σε Σένα!” Και βλέπεις πόσο ψεύτικη βγήκε η λογική σου. Εγώ περιμένω τώρα να ακούσω τον λόγο από το πνεύμα σου γι’ αυτό το τελευταίο θέμα...»

«Συγνώμη».
«Όχι, αυτό. Μια άλλη λέξη».
«Πιστεύω».
«Μια άλλη».
«Δεν ξέρω...»
«Αγαπώ. Πέτρο, να αγαπάς. Θα σε συγχωρήσει, θα πιστέψεις, θα είσαι δυνατός, θα είσαι Ιερέας, όχι Φαρισαίος που καταπιέζει και δεν προσφέρει τίποτα παρά τύπους και έλλειψη ενεργούς αγάπης. Κοίταξέ Τον. Τόλμησε να Τον κοιτάξεις. Όλοι Τον είδαν και Τον σεβάστηκαν, ακόμα και ο Λογγίνος… και δεν θα μπορούσες εσύ; Όμως μπόρεσες να Τον αρνηθείς! Αν δεν Τον αναγνωρίσεις τώρα μέσα από τη φωτιά της μητρικής Μου θλίψης που σε πλησιάζει και σε συμφιλιώνει, δεν θα μπορέσεις να το κάνεις ποτέ ξανά.

Αυτός ανασταίνεται. Πώς θα μπορέσεις να Τον κοιτάξεις με την καινούργια Του δόξα, αν δεν ξέρεις το πρόσωπό Του στη διαδρομή, από τον Διδάσκαλο που γνώριζες στον Θριαμβευτή που δεν Τον γνωρίζεις; Διότι η θλίψη, όλη η Θλίψη ανά τους αιώνες και του κόσμου, εργάστηκε επάνω Του με σκαρπέλο και σφυρί από την Πέμπτη το βράδυ μέχρι την ενάτη ώρα της Παρασκευής. Και άλλαξε το Πρόσωπό Του. Προηγουμένως ήταν μόνον ο Διδάσκαλος και ο Φίλος. Τώρα είναι ο Κριτής και ο Βασιλεύς. Ανέβηκε στον θρόνο Του για να κρίνει. Και φόρεσε το στέμμα Του. Θα παραμείνει έτσι. Η μόνη διαφορά θα είναι ότι μετά από την ένδοξη Ανάστασή Του, δεν θα είναι πλέον ο Άνθρωπος Κριτής και Βασιλεύς, αλλά ο Θεός Κριτής και Βασιλεύς. Κοίταξέ Τον. Κοίταξέ Τον όσο η ανθρώπινη φύση και η Θλίψη Τον καλύπτουν, για να μπορείς να Τον βλέπεις όταν θα θριαμβεύσει στην Θεότητά Του».

Ο Πέτρος σηκώνει τελικά το κεφάλι από τα γόνατα της Μαρίας και κοιτάζει με μάτια κόκκινα από τα δάκρυα, με το πρόσωπο ενός ηλικιωμένου παιδιού, λυπημένου και ξαφνιασμένου για το κακό που έκανε και για το καλό που βρίσκει. Η Μαρία τον αναγκάζει να κοιτάξει τον Κύριο. Μετά, ο Πέτρος, σαν να βρισκόταν μπροστά σε ένα ζωντανό πρόσωπο, μουρμουρίζει: «Συγχώρεσέ με, συγχώρεσέ με! Δεν ξέρω πως έγινε. Δεν ήμουν ο εαυτός μου. Ήταν κάτι που με έκανε να μην είμαι ο εαυτός μου. Όμως Σε αγαπώ, Ιησού! Σε αγαπώ, Διδάσκαλέ μου! Γύρισε πίσω! Γύρισε πίσω! Μη φύγεις έτσι χωρίς να μου πεις ότι με κατάλαβες!» Τότε η Μαρία επαναλαμβάνει τη χειρονομία που έκανε ήδη στο δωμάτιο του τάφου. Όρθια, με τα χέρια ανοικτά, μοιάζει με ιέρεια τη στιγμή της προσφοράς. Και όπως εκεί, προσέφερε το σφάγιο χωρίς αμαρτία, εδώ προσφέρει τον μετανοημένο αμαρτωλό. Είναι πραγματικά η Μητέρα των αγίων και των αμαρτωλών.
Κατόπιν, σηκώνει τον Πέτρο, τον παρηγορεί ακόμα, και του λέει σαν να ήταν μωρό: «Τώρα είμαι πιο χαρούμενη. Ξέρω ότι είσαι εδώ. Πήγαινε τώρα εκεί που βρίσκονται οι γυναίκες και ο Ιωάννης. Όλοι χρειάζεστε ανάπαυση και τροφή. Πήγαινε. Και να είσαι καλός...»
 
Και μετά, ενώ το σπίτι αυτή τη δεύτερη νύχτα μετά τον θάνατό Του είναι πιο ήρεμο και επιστρέφει στις γνωστές συνήθειες του ύπνου και του φαγητού, και έχει την όψη πως κατοικείται από ζώντες που συνέρχονται από το χτύπημα του θανάτου, η Μαρία μόνο θέλει να είναι ξύπνια, ακίνητη, στη θέση Της, στην αναμονή Της, και στην προσευχή Της. Πάντα, πάντα , πάντα για τους ζώντες και για τους νεκρούς. Για τους δίκαιους και τους άδικους. Για την επιστροφή. Την επιστροφή. Την επιστροφή του Γιου Της. Η συννυφάδα της ήθελε να μείνει μαζί Της. Όμως τώρα την πήρε ο ύπνος, καθισμένη σε μια γωνία, με το κεφάλι της ακουμπισμένο στον τοίχο. Η Μάρθα και η Μαρία έρχονται δύο φορές μέσα, όμως μετά, όπως είναι κουρασμένες, αποσύρονται σε ένα διπλανό δωμάτιο και μετά από λίγες κουβέντες τις παίρνει ο ύπνος… και πιο πέρα, σε ένα μικρό δωμάτιο σαν κουκλίστικο, η Σαλώμη κοιμάται μαζί με τη Σουζάννα, ενώ πάνω σε δύο κουβέρτες που έστρωσαν στο πάτωμα, ο Πέτρος με τον Ιωάννη κοιμούνται μετά θορύβων.

Ο Πέτρος κλαίει ακόμα μηχανικά με διαλείμματα στα ροχαλητά του, ο Ιωάννης με το χαμόγελο ενός παιδιού που ονειρεύεται κάτι χαρούμενο. Η ζωή αρχίζει και η σάρκα παίρνει τα δικαιώματα της. Μόνο το πρωινό αστέρι λάμπει και δηλώνει πως ξημερώνει, μαζί με την αγάπη Της Που ξαγρυπνάει μαζί με την εικόνα του Γιου Της. Και το βράδυ του Μ. Σαββάτου περνάει έτσι, μέχρι που ακούγεται ένας κόκορας με το πρώτο φως της αυγής, και κάνει τον Πέτρο να αναπηδήσει με μια φωνή. Και η φοβισμένη φωνή του ξυπνάει αυτούς που κοιμούνται.


Η ανάπαυλα τελείωσε γι’ αυτούς, και η θλίψη αρχίζει ξανά. Όσο για την Μαρία, αυξάνει μόνον η ανυπομονησία της αναμονής Της.

ΠΗΓΗ: Το κεφ. 615 του βιβλίου της Μαρίας Βαλτόρτα "The Gospel as revealed to me".

ΑΠΟΔΟΣΗ: Αγγελική Σ. Νατσούλη

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα χρώματα της αύρας και η σημασία τους

Τα Κρυστάλλινα Παιδιά

Γιατί οι Ινδιάνοι είχαν μακριά μαλλιά;

Τι γίνεται όταν πεθαίνουμε;