Ο Ιησούς δικάζεται από τρεις και καταδικάζεται σε θάνατο


(Τα γεγονότα της Παρασκευής συνεχίζονται)

Mε δεμένους τους καρπούς μεταξύ τους με σχοινιά και με την μέση Του, σαν να ήταν ένας επικίνδυνος τρελός, οι άκρες των σχοινιών καταλήγουν σε δύο δυνατούς και δηλητηριασμένους από το μίσος άνδρες, οι οποίοι Τον τραβούν από εδώ και από εκεί, σαν ένα κουρέλι στα χέρια μιας αγέλης σκύλων. Όμως, αν αυτοί που συμπεριφέρονται έτσι ήταν σκύλοι, θα είχαν κάποια δικαιολογία. Ενώ αυτοί είναι άνδρες, προφανώς μόνον στην εμφάνιση. Και Τον πληγώνει ακόμα περισσότερο που σκέφτηκαν να Τον δέσουν με δύο διαφορετικά σχοινιά, το ένα για να κρατάει τα χέρια Του, που τα τραυματίζει και τα σχίζει, τόσο ακατέργαστο είναι, και το άλλο, αυτό που είναι γύρω από την μέση Του πιέζει τους αγκώνες Του πάνω στον θώρακά Του και πιέζει την άνω κοιλία, συμπιέζοντας το συκώτι Του και τα νεφρά Του, και υπάρχει και ένας τεράστιος κόμπος, που, κάποτε κάποτε, αυτοί που κρατούν τις άκρες των σχοινιών, χτυπώντας Τον με αυτόν, λένε: «Εμπρός προχώρα, γαϊδούρι!» και Τον κλωτσούν πίσω από τα γόνατα, τον Βασανισμένο, που ταλαντεύεται αλλά δεν πέφτει στο έδαφος επειδή τα σχοινιά Τον κρατούν ψηλά.

Όμως, χτυπάει σε χαμηλούς τοίχους και σε κορμούς δένδρων, ενώ ο άνδρας που κρατάει το σχοινί των καρπών του Τον τραβάει απότομα προς τα δεξιά, και εκείνος που κρατάει το σχοινί της μέσης προς τα αριστερά και χάνοντας την ισορροπία Του πέφτει απότομα πάνω στο στηθαίο, καθώς διασχίζουν τη μικρή γέφυρα της κοιλάδας Κέδρον. Το στόμα Του έχει μώλωπες, αιμορραγεί. Ο Ιησούς σηκώνει τα δεμένα Του χέρια για να σκουπίσει το αίμα που πέφτει στα γένια Του, όμως δεν λέει τίποτα. Είναι αληθινά το Αρνίο που δεν δαγκώνει αυτόν που Τον βασανίζει.

Εν τω μεταξύ μερικοί άνθρωποι κατέβηκαν στην όχθη του χειμάρρου για να πάρουν πέτρες και χαλίκια, και από χαμηλά μια ριπή βρίσκει εύκολα τον στόχο της. Επειδή προχωρεί αργά η συνοδεία πάνω στην μικρή ασταθή γέφυρα, οι πέτρες βρίσκουν εύκολα στόχο και χτυπούν τον Ιησού στο κεφάλι και στους ώμους. Δεν χτυπούν μόνον τον Ιησού αλλά και τους βασανιστές Του, που αντιδρούν και ρίχνουν πίσω ξύλα και τις ίδιες πέτρες. Και με αυτά χτυπούν πάλι τον Ιησού στο κεφάλι και στο λαιμό. Το φεγγάρι, που έχει αρχίσει να δύει, δεν φωτίζει το δρομάκι με τις πολλές στροφές, και πολλές δάδες έσβησαν με τον αέρα. Όμως το μίσος ενεργεί σαν φως και ο Ιησούς ξεχωρίζει από το παράστημά Του. Είναι ο ψηλότερος όλων, έτσι είναι εύκολο να Τον χτυπήσουν, και να Τον αρπάξουν από τα μαλλιά και να Τον αναγκάσουν να κάνει απότομα πίσω το κεφάλι Του, και να Του πετάξουν με τις χούφτες τους βρομιές που δια της βίας βάζουν μέσα στο στόμα Του και στα μάτια Του, φέρνοντάς Του αηδία και πόνο.

Αρχίζουν να έρχονται στο προάστιο της Οφήλ, στην οποία είχε κάνει τόσα καλά και είχε δώσει αγάπη. Οι φωνές του κόσμου ξυπνούν τους κατοίκους που τρέχουν στις πόρτες, και ενώ οι γυναίκες βγάζουν κραυγές πόνου και τρέχουν μακριά βλέποντας αυτά που συνέβαιναν, οι άνδρες, που είχαν και εκείνοι θεραπευτεί, και τους βοήθησε, και άκουσαν φιλικά λόγια απ’ Αυτόν, οι άνδρες είτε έσκυβαν το κεφάλι τους και παρέμεναν αδιάφοροι, προφασιζόμενοι απροσεξία, είτε περνούν από την περιέργεια στο μίσος, στην κοροϊδία, σε απειλές, είτε ακολουθούν την πομπή για διασκεδάσουν βασανίζοντάς Τον. Ο Σατανάς εργάζεται ήδη...

Έναν άνδρα, έναν σύζυγο που θέλει να Τον ακολουθήσει για να Τον προσβάλει, τον αρπάζει η γυναίκα του ενώ αυτός ουρλιάζει, και του φωνάζει: «Δειλέ! Εσύ Του χρωστάς την ζωή σου, βρώμικε, σάπιε. να το θυμάσαι αυτό!» Όμως την γυναίκα την νίκησε ο άνδρας, που την χτύπησε κτηνωδώς και την πέταξε στο έδαφος και μετά έφυγε τρέχοντας για να απολαύσει τον Μάρτυρα, χτυπώντας Τον στο κεφάλι με μια πέτρα.

Μια άλλη γυναίκα, πιο ηλικιωμένη, προσπαθεί να εμποδίσει τον γιο της, που βιάζεται, κρατώντας στο χέρι ένα ξύλο για να Τον χτυπήσει: « Όσο θα ζω, εσύ δεν θα είσαι ο δολοφόνος του Σωτήρα σου!» Όμως την καημένη την χτυπάει ο γιος της με μια δυνατή κλωτσιά από πίσω, και αυτή πέφτει στο έδαφος και φωνάζει: «Θεοκτόνε και μητροκτόνε. Ας είσαι καταραμένος που έσκισες την μήτρα της μητέρας σου για δεύτερη φορά, και θέλεις να βλάψεις και τον Μεσσία!»

Οι σκηνές γίνονται πιο βίαιες όσο πλησιάζει στην πόλη. Δίπλα στην πύλη οι Ρωμαίοι στρατιώτες, με στολή πολέμου, παρακολουθούν αυτά που κάνει ο όχλος, έτοιμοι να επέμβουν για να μην πληγεί το γόητρο της Ρώμης – να και ο Ιωάννης με τον Πέτρο. Βρίσκονται στο ημίφως μιας εισόδου κοντά σε μια πλατεία που βρίσκεται πριν από τα τείχη. Καλύπτουν τα κεφάλια τους με τις κουκούλες τους για να κρύβουν τα πρόσωπά τους. Όμως όταν έρχεται ο Ιησούς, ο Ιωάννης βγάζει την κουκούλα του και δείχνει το χλωμό ταραγμένο του πρόσωπο. Ο Πέτρος δεν τολμάει να δείξει το πρόσωπο του αλλά έρχεται μπροστά για να τον δει ο Ιησούς. Ο Ιησούς τους κοιτάζει και τους χαμογελά με απέραντη καλοσύνη. Ο Πέτρος επιστρέφει στη σκοτεινή γωνιά του, και κρύβει τα μάτια του με τα χέρια του, κυρτός, ηλικιωμένος, είναι ήδη ένα ράκος. Ο Ιωάννης παραμένει γενναία στην θέση του, και μόνον όταν πέρασε ο όχλος που έκανε τόση φασαρία, πηγαίνει πάλι κοντά στον Πέτρο, τον πιάνει από τον αγκώνα και τον οδηγεί, σαν να οδηγεί τον τυφλό πατέρα του, και έρχονται και οι δύο μέσα στην πόλη πίσω από το πλήθος που κραυγάζει.

Ακούω τις ανόητες, ειρωνικές, θλιβερές φωνές των Ρωμαίων στρατιωτών. Μερικοί καταριούνται επειδή έπρεπε να σηκωθούν από τα κρεβάτια τους γι’ αυτόν τον  ‘’ανόητο, ξεροκέφαλο” μερικοί κοροϊδεύουν τους Ιουδαίους που είναι ικανοί να “συλλάβουν μια φτωχή γυναίκα” κάποιοι συμπονούν το Θύμα το “οποίο έχουν ήδη γνωρίσει ως καλοσυνάτο”, και μερικοί λένε: “Θα προτιμούσα να είχα πεθάνει από έναν βίαιο θάνατο παρά να βλέπω Αυτόν στα χέρια τους. Αυτός είναι σπουδαίος άνθρωπος. Δύο πράγματα τιμώ σ’ αυτόν τον κόσμο: Αυτόν και την Ρώμη”.

«Μα το Δία» λέει ένας με μεγαλύτερο βαθμό. «Δεν θέλω φασαρίες. Θα πάω να μάθω από την μυστική υπηρεσία. Δεν θέλω να με στείλουν να πολεμήσω τους  Γερμανούς. Αυτοί οι Εβραίοι βρωμούν και είναι φίδια και μεγάλος μπελάς. Όμως εδώ η ζωή είναι ασφαλής. Και εγώ σύντομα τελειώνω τη στρατιωτική μου θητεία, και κοντά στην Πομπηία έχω ένα κορίτσι!...»

Ο όχλος κινείται προς τον λόφο που οδηγεί στον Ναό, στο σπίτι του Άννα θέλουν να πάνε.  
Μια ψηλή σιδερένια πόρτα ανοίγει ελάχιστα, και κάποιοι μπαίνουν μέσα, σχεδόν πέφτουν με ορμή και ποδοπατούν τον υπηρέτη που την άνοιξε, και μετά την ανοίγουν διάπλατα για να μπορέσει να περάσει όλος ο όχλος με τον Αιχμάλωτο στην μέση. Και μόλις έρχονται μέσα, κλείνουν και μανταλώνουν την πόρτα, ίσως να φοβούνται τους Ρωμαίους είτε αυτούς που ακολουθούν τον Ναζωραίο. Τους Δικούς Του! Πού να βρίσκονται άραγε;

Περνούν από την μεγάλη είσοδο σε ένα μεγάλο προαύλιο, ένας διάδρομος, μια άλλη πύλη και μια άλλη αυλή, και σέρνουν τον Ιησού σε τρία σκαλοπάτια, Τον αναγκάζουν σχεδόν να τρέχει κατά μήκος μιας στοάς που βρίσκεται μέσα στην αυλή, για να φτάσουν πιο γρήγορα στην ακριβά επιπλωμένη αίθουσα, όπου βρίσκεται ένας ηλικιωμένος άνδρας με ρουχισμό ιερέως.

«Ας σε αναπαύει ο Θεός, Άννα», λέει αυτός που φαίνεται ότι είναι αξιωματικός που διοργάνωσε όλη αυτή την πλεκτάνη. «Εδώ είναι ο ένοχος, Τον εμπιστεύομαι στη αγιότητά σου, για να καθαρίσει ο Ισραήλ από την αμαρτία».

«Ας σε ευλογεί ο Θεός για την νοημοσύνη σου και την πίστη σου». Μεγάλη νοημοσύνη! Η φωνή του Ιησού ήταν αρκετή για να τους κάνει να πέσουν στο έδαφος στην Γεθσημανή.
«Ποιος είσαι Εσύ;»
«Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ, ο Ραβίνος, ο Χριστός. Με γνωρίζεις. Εγώ δεν εργάστηκα στο σκοτάδι».
«Όχι, όχι στο σκοτάδι. Όμως αποπλάνησες τα πλήθη με σκοτεινά δόγματα. Και ο Ναός έχει το δικαίωμα και το καθήκον να προστατέψει τις ψυχές των παιδιών του Αβραάμ».
«Τις ψυχές! Ιερέα του Ισραήλ, μπορείς να πεις ότι έχεις υποφέρει για την ψυχή του κατώτερου είτε του ανώτερου ανθρώπου αυτού του λαού;»
«Εσύ τι κάνεις; Τι έχεις κάνει που να θεωρείται ότι έχεις υποφέρει;»

«Εγώ τι έκανα;  Όλος ο Ισραήλ μιλάει για Μένα. Από την αγία Πόλη μέχρι το πιο φτωχό χωριό, ακόμα και οι πέτρες μιλούν για τα έργα Μου. Έδωσα το φως στους τυφλούς, στα μάτια τους και στην καρδιά τους. Άνοιξα τα αυτιά αυτών που δεν άκουγαν προς την φωνή της Γης και τ’ Ουρανού. Έκανα ανάπηρους και παράλυτους να περπατούν για να μπορέσουν να βαδίσουν με την σάρκα προς τον Θεό και μετά να προχωρήσουν με το πνεύμα τους. Καθάρισα λεπρούς από την λέπρα που ο Μωσαϊκός Νόμος περιγράφει και από τη λέπρα που κάνει τον άνθρωπο μολυσμένο στα μάτια του Θεού: την αμαρτία. Ανέστησα νεκρούς, βοήθησα τους φτωχούς, διδάσκοντας τους Εβραίους τους πλούσιους και άπληστους την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον, και μένοντας φτωχός, παρ’ όλο το ποτάμι χρυσού που πέρασε από τα χέρια Μου, έχω κλάψει περισσότερο απ’ όλους εσάς που κατέχετε τον πλούτο. Και τελικά έδωσα έναν πλούτο που δεν έχει όνομα: Την γνώση του Νόμου, την γνώση του Θεού, τη βεβαιότητα ότι είμαστε όλοι ίσοι και ότι στα άγια μάτια του Πατέρα, τα δάκρυα και τα εγκλήματα έχουν την τιμή τους, είτε προέρχονται από τους Ρωμαίους κυβερνήτες, τον Ποντίφικα, τον ζητιάνο ή τον λεπρό που πεθαίνει στον δρόμο. Αυτά έκανα, τίποτε άλλο».
«Αντιλαμβάνεσαι ότι κατηγορείς τον Εαυτό σου; Υπονοείς ότι υπάρχει κάποιο κενό στον Νόμο του Μωυσή;»
«Όχι σ’ αυτόν. Στου Θεού.  Χειρότερη από την λέπρα, που είναι μια δυστυχία της σάρκας, θεωρώ σοβαρότερη την αμαρτία, που είναι μια αιώνια δυστυχία του πνεύματος».
«Τολμάς να λες ότι συγχωρείς τις αμαρτίες; Πως το κάνεις αυτό;»
«Αν με λίγο αγιασμό και τη θυσία ενός κριαριού γίνεται με τον Νόμο και με την πίστη μας να απαλείψουμε την αμαρτία, να εξιλεωθούμε και να καθαριστούμε απ’ αυτήν, γιατί τα δάκρυα Μου, το Αίμα Μου και η θέλησή Μου δεν θα μπορέσουν να το κάνουν;»

«Όμως Εσύ δεν είσαι νεκρός. Λοιπόν, πού είναι το Αίμα Σου;»
«Δεν είμαι ακόμα νεκρός. Όμως θα γίνω, διότι είναι γραμμένο στον Ουρανό πριν ακόμα υπάρξει η Σιών, όταν δεν Υπήρχε ο Μωυσής, όταν δεν υπήρχε ο Ιακώβ, όταν δεν υπήρχε ο Αβραάμ… από τότε που ο βασιλιάς του Κακού ροκάνιζε την καρδιά του ανθρώπου και δηλητηρίαζε αυτόν και τα παιδιά του. Είναι γραμμένο στη Γη, στο Βιβλίο που περιέχει τις φωνές των προφητών. Είναι γραμμένο στις καρδιές. Στην δική σου, στου Καϊάφα, στις καρδιές των μελών των Σανχεντρίν».
«Λες ότι είμαστε άπληστοι και ότι αγνοούμε την εντολή της αγάπης».
«Μήπως δεν είναι αλήθεια; Γιατί Με σκοτώνετε; Διότι φοβάστε μην σας εκθρονίσω. Ω! Μην φοβάσαι. Η βασιλεία Μου δεν είναι αυτού του κόσμου. Σας αφήνω κυρίαρχους όλης της εξουσίας. Ο Πατέρας ξέρει πότε θα πει το: “Αρκετά” και θα σας κάνει να πέσετε κεραυνοβολημένοι».
«Πως τολμάς;»
«Είμαι η Αλήθεια, και η αλήθεια δεν δειλιάζει ποτέ».
«Υπερήφανε και ανόητε!»

« Με κατηγορείς ότι σε προσβάλλω. Όμως όλοι εσείς μισείτε ο ένας τον άλλο. Και τώρα, το μίσος σας για Μένα, σας ενώνει. Όμως αύριο, όταν θα Με έχετε σκοτώσει, θα μισείτε ξανά ο ένας τον άλλο, και ακόμα περισσότερο, και θα ζείτε με αυτή την ύαινα στην πλάτη και αυτό το φίδι στην καρδιά. Εγώ δίδαξα αγάπη. Για το καλό του κόσμου. Δίδαξα τους ανθρώπους να μην είναι άπληστοι, να είναι φιλεύσπλαχνοι. Για ποιο πράγμα με κατηγορείς;»

«Διότι διδάσκεις ένα καινούργιο δόγμα».
«Ω! Ιερέα! Ο Ισραήλ πλημμυρίζει από καινούργια δόγματα: οι Εσσαίοι έχουν το δικό τους, οι Σαδδουκαίοι και ο Φαρισαίοι έχουν το δικό τους, ο κάθε ένας έχει το δικό του, που για τον καθένα ονομάζεται ευχαρίστηση, για κάποιον άλλο, χρυσάφι, για κάποιον άλλο, ισχύς, ο καθένας έχει το είδωλό του. Όμως όχι Εγώ. Εγώ ξαναπήρα τον Νόμο του Πατέρα Μου του Αιώνιου Θεού που έχει ποδοπατηθεί και τον έκανα απλό για να μπορεί να μπαίνει στις καρδιές που δεν τον ξέρουν πλέον». «Τρομακτικό! Βλασφημία! Ω! Πως τολμάς να τα λες αυτά σε μένα, έναν ιερέα; Μήπως δεν έχει Ναό ο Ισραήλ; Μήπως είμαστε σαν τους εξόριστους της Βαβυλώνας; Απάντησε μου...»

«Αυτό είστε και πολύ περισσότερο. Υπάρχει Ναός. Ναι. Ένα κτίσμα. Όμως ο Θεός δεν είναι μέσα. Έφυγε πριν την βεβήλωση που υπάρχει στον Οίκο Του. Όμως γιατί Μου κάνεις τόσες ερωτήσεις, αφού έχει ήδη αποφασιστεί ο θάνατος Μου;»
«Δεν είμαστε φονιάδες. Σκοτώνουμε μόνο αν είναι το δίκαιο με το μέρος μας για κάποιο παράπτωμα αποδεδειγμένο. Όμως εγώ θέλω να Σε σώσω. Μίλησε μου κι εγώ θα Σε σώσω. Πού βρίσκονται οι μαθητές Σου; Αν μου τους παραδώσεις, εγώ θα Σε αφήσω ελεύθερο. Τα ονόματα όλων, και των κρυφών τα ονόματα καλύτερα από των γνωστών. Πες μου: ο Νικόδημος είναι δικός Σου; Ο Ιωσήφ; Και ο Γαμαλιήλ; Και ο Ελεάζαρ; Καλά… γι’ αυτόν το ξέρω ήδη... δεν χρειάζεται. Μίλα. Μίλα. Ξέρεις ότι μπορώ να Σε θανατώσω ή να Σε ελευθερώσω. Είμαι πανίσχυρος».
«Είσαι βρωμερός. Αφήνω στην βρωμιά το έργο του σπιούνου. Εγώ είμαι το Φως».


Ένα πρωτοπαλίκαρο του Άννα, Του δίνει ένα χαστούκι.
«Εγώ είμαι το Φως. Το Φως και η Αλήθεια. Μίλησα ανοικτά στον κόσμο, δίδαξα σε συναγωγές και στον Ναό, εκεί όπου συναντώνται οι Ιουδαίοι, και δεν έχω πει τίποτε στα κρυφά. Ρώτησε αυτούς που άκουσαν αυτά που είπα. Αυτοί ξέρουν».
Άλλο πρωτοπαλίκαρο του δίνει άλλο χαστούκι φωνάζοντας: «Έτσι απαντάς στον Αρχιερέα;»
«Μιλάω στον Άννα. Ο Καϊάφας είναι ο Ποντίφικας. Και μιλώ με τον σεβασμό που οφείλεται στους ηλικιωμένους. Όμως, αν νομίζεις ότι είπα κάτι λάθος, απόδειξέ το Μου. Αν όχι, γιατί Με χτυπάς;»
«Άφησε, άφησε. Πηγαίνω στον Καϊάφα. Κράτησέ Τον εδώ μέχρι νεωτέρας διαταγής δικής μου. Και μην αφήσεις να μιλήσει σε κανέναν». Ο Άννας βγαίνει.

Ο Ιησούς δεν μιλάει. Ούτε και στον Ιωάννη που τολμάει να βρίσκεται στην πόρτα, αψηφώντας όλο το σινάφι των μπράβων. Όμως ο Ιησούς, χωρίς να πει λέξη, θα πρέπει να έδωσε εντολή, διότι ο Ιωάννης, μετά από μια λυπημένη ματιά, φεύγει.
Ο Ιησούς βρίσκεται στο μέσον των βασανιστών Του. Τον χτυπούν με τα σχοινιά, Τον φτύνουν, Τον προσβάλλουν, Τον κλωτσούν, Του τραβούν τα μαλλιά, μέχρι που έρχεται ένας υπηρέτης για να πει ότι τον Αιχμάλωτο πρέπει να Τον οδηγήσουν στο σπίτι του Καϊάφα.
Και ο Ιησούς που είναι ακόμα δεμένος και Τον κακομεταχειρίζονται, βγαίνει πάλι έξω, περνάει από τη στοά μέχρι σε μια είσοδο και μετά διασχίζει μια αυλή όπου υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που ζεσταίνονται κοντά σε μια φωτιά, διότι η νύχτα έφερε παγωνιά και αέρα αυτές τις πρωινές ώρες της Παρασκευής.
Ο Πέτρος και ο Ιωάννης βρίσκονται εκεί, ανάμεσα στο εχθρικό πλήθος. Και θα πρέπει να είναι πολύ γενναίοι για να βρίσκονται εκεί... ο Ιησούς τους κοιτάζει και ένα αμυδρό χαμόγελο φαίνεται στα χείλη Του που είναι ήδη πρησμένα από τα χαστούκια.


Αλλά ο λαός δεν επιτρέπεται να εισέλθει στον περίβολο του σπιτιού του Ποντίφικα. Ο Ιησούς προχωράει μόνος, μεταξύ των μπράβων και των ιερέων. Έρχεται σε μια μεγάλη αίθουσα με πολλά καθίσματα σε σχήμα πέταλου που αφήνουν ένα κενό στο κέντρο όπου βρίσκονται δυο τρία καθίσματα ανυψωμένα πάνω σε εξέδρα.

Όταν ο Ιησούς ετοιμάζεται να εισέλθει στην αίθουσα, ο ραβίνος Γαμαλιήλ
καταφθάνει συγχρόνως, και οι φρουροί σπρώχνουν με βία τον Αιχμάλωτο, για να αφήσουν να περάσει ο ραβίνος του Ισραήλ. Όμως, ο Γαμαλιήλ, ακίνητος σαν άγαλμα, βαδίζει αργά με το ιερατικό βάδισμά του και κουνώντας τα χείλη του, χωρίς να κοιτάζει κάποιον, ρωτάει: «Ποιος είσαι; Πες μου». Και ο Ιησούς ευγενικά απαντάει: «Διάβασε τους προφήτες και θα έχεις την απάντηση, σ’ αυτούς υπάρχει το πρώτο σημείο. Το επόμενο θα έρθει».

Ο Γαμαλιήλ σηκώνει τον μανδύα του και μπαίνει μέσα. Ο Ιησούς βαδίζει πίσω του και περιμένουν μέχρι να έρθουν όλα τα μέλη των Σανχεντρίν.

Κατόπιν αρχίζει η συνεδρίαση. Όμως ο Καϊάφας παρατηρεί ότι 2-3 καθίσματα είναι κενά και ρωτάει: «Που είναι ο Ελεάζαρ; Και πού είναι ο Ιωάννης;»
Ένας νέος άνδρας, νομίζω ότι είναι γραμματέας, σηκώνεται, υποκλίνεται και λέει: «Αρνήθηκαν να έρθουν. Εδώ έχω τα γράμματα τους».
«Να κρατηθούν και να καταγραφούν. Θα δώσουν εξήγηση γι’ αυτό. Τι έχουν
να πουν τα άγια μέλη του Συνεδρίου σχετικά με Αυτόν;»
«Θα μιλήσω εγώ. Παραβίασε το Σάββατο στο σπίτι μου. Ο Θεός ξέρει ότι δεν
ψεύδομαι. Ο Ισμαήλ μπεν Φαμπί δεν ψεύδεται ποτέ».
«Είναι αλήθεια, Εναγόμενε;»
Ο Ιησούς είναι σιωπηλός.
«Εγώ Τον είδα να συγκατοικεί με γνωστές πόρνες. Υποκρινόμενος τον Προφήτη είχε για κρησφύγετο ένα μπουρδέλο, με γυναίκες ειδωλολάτρισσες.
Ο Σαδδόκ, ο Καλασκεμπόνα και ο Ναούμ, ο έμπιστος του Άννα, ήταν μαζί μου. Έτσι δεν είναι Σαδδόκ και Καλασκεμπόνα; Πείτε αν λέω ψέματα».
«Είναι αλήθεια. Είναι αλήθεια».
«Εσύ τι λες;»
Ο Ιησούς είναι σιωπηλός.
«Δεν έχανε την ευκαιρία να μας ειρωνεύεται και να μας κοροϊδεύει. Οι
άνθρωποι δεν μας εκτιμούν πια, εξ αιτίας Του».
«Τους ακούς; Προσέβαλες τα άγια μέλη».
Ο Ιησούς είναι σιωπηλός.
 
«Αυτός ο άνδρας είναι δαιμονισμένος. Αφ’ ότου επέστρεψε από την Αίγυπτο,
 εξασκεί την μαύρη μαγεία.
«Πώς μπορείς να το αποδείξεις;»
«Με την πίστη μου και τις πλάκες του Νόμου».
«Βαριά κατηγορία. Απόδειξε Ιησού ότι είσαι αθώος».
Ο Ιησούς είναι σιωπηλός.
«Το έργο Σου είναι παράνομο. Το ξέρεις; Επισύρει θάνατο. Μίλησε».
«Παράνομη είναι αυτή η συνεδρίαση. Σήκω Συμεών, πάμε να φύγουμε»,
λέει ο Γαμαλιήλ.
«Ραβίνε, τρελάθηκες;»
«Εγώ σέβομαι το τυπικό. Δεν επιτρέπεται να προχωρούμε όπως το κάνουμε, και θα συντάξω ένα δημόσιο κατηγορητήριο για τούτο», ο ραβίνος Γαμαλιήλ βγαίνει έξω, στητός σαν άγαλμα, ακολουθούμενος από έναν άνδρα περίπου τριάντα πέντε ετών, που του μοιάζει.
Υπάρχει λίγη αναταραχή και ο Νικόδημος με τον Ιωσήφ έχουν την ευκαιρία να
μιλήσουν υπέρ του Αιχμάλωτου.
«Ο Γαμαλιήλ έχει δίκιο. Η ώρα και ο τόπος είναι παράνομα. Και οι κατηγορίες δεν στέκουν. Μήπως μπορεί κανείς να Τον κατηγορήσει ότι περιφρόνησε εμφανώς τον Νόμο; Εγώ είμαι φίλος Του και ορκίζομαι ότι πάντοτε έβλεπα ότι σεβόταν τον Νόμο», λέει ο Νικόδημος.
«Και εγώ το ίδιο. Και για να μην συμμετέχω σε ένα έγκλημα, καλύπτω το κεφάλι μου, όχι γι’ Αυτόν, αλλά για σας, και βγαίνω», και ο Ιωσήφ κατεβαίνει από την θέση του και βγαίνει έξω.
Αλλά ο Καϊάφας φωνάζει: «Α! αυτά λέτε; Τότε ας έρθουν οι μάρτυρες που θα ορκιστούν. Και ακούστε τους. Μετά να φύγετε».
Εισέρχονται δυο άτομα με απαίσια όψη. Ακαθόριστα μάτια σκληρά, χειρονομίες ψεύτικες.
«Μιλήστε».
«Δεν είναι νόμιμο να τους ακούσουμε μαζί και τους δύο», φωνάζει ο Ιωσήφ.
«Εγώ είμαι ο Αρχιερέας. Εγώ δίνω εντολές. Ησυχία».
Ο Ιωσήφ χτυπάει ένα τραπέζι με την γροθιά του και λέει: «Ας πέσει η φωτιά τ’
ουρανού επάνω σου! Από αυτή τη στιγμή να ξέρετε ότι ο Γέρων Ιωσήφ είναι
εχθρός των Σανχεντρίν και φίλος του Χριστού. Και με αυτό τον καθορισμό θα πω στον Πραίτορα ότι εδώ ένας άνδρας καταδικάζεται σε θάνατο χωρίς την έγκριση της Ρώμης» και βγαίνει έξω βιαστικά σπρώχνοντας έναν νεαρό λεπτό γραμματέα που ήθελε να τον σταματήσει.

Ο Νικόδημος αποχωρεί πιο ήρεμα χωρίς να πει τίποτε περισσότερο. Και φεύγοντας περνάει μπροστά από τον Ιησού και Τον κοιτάζει…

Νέα αναταραχή. Φοβούνται τη Ρώμη. Και ο Ιησούς είναι πάντοτε το εξιλαστήριο θύμα.
«Βλέπεις, όλα αυτά γίνονται εξ αιτίας Σου! Έχεις διαφθείρει τους καλύτερους
Ιουδαίους. Τους έκανες πόρνους».
Ο Ιησούς μένει σιωπηλός.
«Ας μιλήσουν οι μάρτυρες» φωνάζει ο Καϊάφας.
«Ναι, αυτός χειριζόταν το... το... Το ξέραμε... Πώς το λένε αυτό το πράγμα;»
«Μήπως το τετράγραμμο;»
«Αυτό είναι! Το ‘πες! Καλούσε τους νεκρούς. Δίδασκε τους ανθρώπους να μην σέβονται το Σάββατο και να βεβηλώνουν τον Βωμό. Ορκιζόμαστε γι’ αυτό. Έλεγε ότι μπορούσε να γκρεμίσει τον Ναό και να τον ξαναχτίσει μέσα σε τρεις μέρες με τη βοήθεια των δαιμόνων».
«Όχι, είπε πως δεν θα χτιστεί από τους ανθρώπους».
Ο Καϊάφας κατεβαίνει από τον αρχιερατικό θρόνο και πλησιάζει τον Ιησού. Κοντός, παχύς, άσχημος, μοιάζει με τεράστιο βάτραχο κοντά σ’ ένα λουλούδι. Διότι ο Ιησούς αν και είναι τραυματισμένος, με μώλωπες, βρώμικος, αχτένιστος, είναι πάντα πολύ όμορφος και μοναδικός.
«Δεν απαντάς; Τι φοβερές κατηγορίες εναντίον Σου! Μίλησε για να βγάλεις
από πάνω Σου αυτή τη ντροπή».
Αλλά ο Ιησούς είναι σιωπηλός. Τον κοιτάζει αλλά δεν μιλάει.
«Απάντησέ μου. Είμαι ο Ποντίφικάς Σου. Στο όνομα του ζωντανού Θεού, Σ’ εξορκίζω. Πες μου: Είσαι εσύ ο Χριστός, ο Υιός του Θεού;»
«Το είπες. Εγώ είμαι. Και θα δείτε τον Υιό του ανθρώπου καθισμένο στα δεξιά της Δύναμης του Θεού να έρχεται πάνω στα σύννεφα τ’ ουρανού. Αλλά γιατί Μου κάνεις ερωτήσεις; Μίλησα δημόσια επί τρία χρόνια. Δεν είπα τίποτε στα κρυφά. Ρώτησε αυτούς που Με άκουσαν. Αυτοί θα σου πουν αυτά που είπα και αυτά που έκανα».

Ένας από τους στρατιώτες, από αυτούς που Τον κρατούν, Τον χτυπάει στο στόμα, που αιμορραγεί ξανά, και φωνάζει:
«Έτσι απαντάς, σατανά, στον Αρχιερέα;»

Και ο Ιησούς με ηρεμία απαντάει με ηρεμία σ’ αυτόν όπως και στον προηγούμενο:
«Αν έχω μιλήσει σωστά, γιατί Με χτυπάς; Αν λάθος, γιατί δεν Μου λες πού κάνω λάθος; Επαναλαμβάνω: Εγώ είμαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού. Δεν μπορώ να πω ψέματα. Ο Αρχιερέας, ο αιώνιος Ιερέας Είμαι Εγώ. Και μόνον Εγώ φοράω το αληθινό εφώδ (τετράγωνο ύφασμα με δώδεκα πολύτιμους λίθους που φοράει ο αρχιερέας των Ιουδαίων) πάνω στο οποίο είναι γραμμένο: Δόγμα και Αλήθεια. Και σε αυτά είμαι πιστός. Έως θανάτου, ατιμασμένος στα μάτια του κόσμου, άγιος στα μάτια του Θεού, και μέχρι την σωτήρια Ανάσταση. Είμαι ο Χρισμένος. Ποντίφικας και Βασιλιάς, Εγώ Είμαι. Και σύντομα θα πάρω το σκήπτρο Μου και με αυτό, σαν κόσκινο, θα καθαρίσω το άχυρο. Αυτός ο Ναός θα καταστραφεί και θα υψωθεί ξανά, νέος και άγιος διότι αυτός εδώ είναι διεφθαρμένος και ο Θεός τον εγκατέλειψε στην τύχη του».

«Βλάσφημε!» φωνάζουν όλοι μαζί.

«Σε τρεις μέρες θα τον χτίσεις ξανά, ανόητε δαιμονισμένε;»
«Όχι, αυτόν, ο Δικός Μου είναι που θα υψωθεί, ο Ναός του Θεού του αληθινού, του ζωντανού, του άγιου, του τρισάγιου».
«Ανάθεμα!» ουρλιάζουν όλοι μαζί.
Ο Καϊάφας δυναμώνει την κακαριστή φωνή του, σχίζει τον λινό του χιτώνα με
οργή και λέει: «Τι άλλο χρειάζεται να ακούσουμε για μαρτυρία; Η βλασφημία ειπώθηκε. Λοιπόν τι να κάνουμε;»
Και όλοι εν χορώ: «Του αξίζει θάνατος». Και με χειρονομίες περιφρόνησης και σκανδάλου βγαίνουν από την αίθουσα και αφήνουν τον Ιησού στο έλεος των
φρουρών και στη σπείρα των ψευδομαρτύρων που με χαστούκια, χτυπήματα, φτυσίματα, καλύπτουν τα μάτια Του με ένα κουρέλι και μετά τραβώντας με δύναμη τα μαλλιά Του, Τον οδηγούν από δω και από κει με τα χέρια Του δεμένα για να πέφτει πάνω σε τραπέζια, καρέκλες και στους τοίχους, ενώ Τον ρωτούν: «Ποιος Σε χτύπησε; Μάντεψε;»
Και μερικές φορές Του βάζουν τρικλοποδιές και Τον κάνουν να πέφτει με το
πρόσωπο, και γελούν με την δυσκολία που έχει να ξανασηκωθεί, με τα δεμένα χέρια Του.

Οι ώρες περνούν. Οι βασανιστές κουρασμένοι σκέφτονται να ξεκουραστούν για λίγο. Οδηγούν τον Ιησού σε μια αποθήκη, διασχίζοντας πολλές αυλές. Ο Ιησούς περνάει από την αυλή που βρίσκεται ο Πέτρος, δίπλα στην φωτιά, και τον κοιτάζει. Όμως ο Πέτρος αποφεύγει το βλέμμα Του. Ο Ιωάννης δεν βρίσκεται πλέον εκεί. Νομίζω ότι έφυγε με τον Νικόδημο.

 
Αρχίζει να ξημερώνει. Μια καινούργια διαταγή δίνεται: ο Αιχμάλωτος πρέπει να πάει στην αίθουσα του Συμβουλίου για μια πιο νόμιμη δίκη. Είναι ακριβώς η στιγμή που ο Πέτρος για τρίτη φορά αρνείται ότι γνωρίζει τον Χριστό, όταν ο Ιησούς πέρασε, ήδη χαρακωμένος από τα μαρτύρια. Και στο φως της αυγής, οι μελανιές Του είναι ακόμα χειρότερες πάνω στο χλωμό Του πρόσωπο, και τα μάτια Του πιο βαθουλωτά και ανέκφραστα: ένας Ιησούς αμαυρωμένος από την θλίψη του κόσμου...
Ένας κόκορας ακούγεται, ακριβώς τη στιγμή που ξημερώνει. Και εκείνη τη στιγμή της απόλυτης σιωπής ακούγεται μόνον η τραχιά φωνή του Πέτρου που λέει: «Ορκίζομαι, γυναίκα δεν Τον γνωρίζω». Μια δήλωση κοφτή, βεβαία, στην οποία σαν ένα γέλιο κοροϊδίας απαντάει αμέσως σαν να σαρκάζει η φωνή του νεαρού κόκορα. Ο Πέτρος αναπηδάει. Γυρίζει να φύγει και αντικρίζει απέναντι τον Ιησού που τον κοιτάζει με άπειρο έλεος. Ο Πέτρος κλαίει και παραπατώντας σαν μεθυσμένος βγαίνει έξω, πίσω από δύο υπηρέτες, που βγαίνουν και εκείνοι στο δρόμο και εξαφανίζεται στο μισοσκόταδο.


Τον Ιησού, Τον φέρνουν πάλι στην αίθουσα. Όλοι μαζί επαναλαμβάνουν τη

δόλια ερώτηση: «Στο όνομα του αληθινού Θεού πες μας: Εσύ είσαι ο Χριστός;» και όταν παίρνουν την ίδια απάντηση όπως και προηγουμένως, Τον καταδικάζουν σε θάνατο και δίνουν την εντολή να Τον οδηγήσουν στον Πιλάτο.
Ο Ιησούς συνοδευόμενος από όλους τους εχθρούς Του, εκτός από τον Άννα
και τον Καϊάφα, και ενώ περνάει πάλι από αυτές τις αυλές του Ναού, στις οποίες τόσες φορές είχε μιλήσει, είχε βοηθήσει, είχε θεραπεύσει ανθρώπους, έρχεται στους δρόμους της πόλης, μάλλον συρόμενος παρά οδηγούμενος.
Νομίζω ότι για να Τον βασανίσουν περισσότερο Τον αναγκάζουν να κάνει τον
γύρο της Ιερουσαλήμ, να περάσει επίτηδες από την αγορά, τους στάβλους, τα
πανδοχεία που ήσαν κατάμεστα λόγω του Πάσχα. Και συνεπώς τα χορταρικά στο παζάρι, και τα περιττώματα από τους στάβλους να γίνουν βλήματα για τον Αθώο, που το πρόσωπο Του γίνεται όλο και πιο μελανό και με μικρές πληγές που αιμορραγούν, με τις διάφορες βρωμιές πάνω Του. Τα μαλλιά του ήδη λερωμένα και κολλημένα από το αίμα, τον ιδρώτα, φαίνονται πιο σκούρα και κρέμονται αχτένιστα, με μερικά άχυρα και ακαθαρσίες που πέφτουν στα μάτια Του.

Ένας άνδρας βγαίνει από ένα κτίριο έφιππος. Το κόκκινο σαμάρι πάνω στο
αραβικό άλογο και η ηγετική του εμφάνιση, το σπαθί του χωρίς θήκη που
προσγειώνεται πάνω σε πλάτες είτε με την πλατιά είτε με την αιχμηρή πλευρά και τα κεφάλια που αιμορραγούν, τον κάνουν να μοιάζει με αρχάγγελο. Όταν ο έφιππος στρίβει ελαφρά το άλογο του, που μεταχειρίζεται τις οπλές του σαν όπλο για να προστατευτεί και να προστατέψει το αφεντικό του,  αφήνει να πέσει το χρυσοκόκκινο μαντήλι από το πρόσωπό του, που ήταν πιασμένο με μια χρυσή κορδέλα… είναι ο Μαναήν.
«Πίσω!» φωνάζει. «Πώς τολμάτε να ενοχλείτε την ανάπαυση της Τετραρχίας;»
Όμως αυτό είναι μόνον μια δικαιολογία, για να δικαιολογήσει την παρέμβαση και μια προσπάθεια να πλησιάσει τον Ιησού.
«Αυτός ο άνδρας... για να Τον δω... κάντε στην άκρη, ειδάλλως θα καλέσω την φρουρά».

Ο όχλος, επειδή έφαγε πολλές με το ξίφος και κλωτσιές από το άλογο ανοίγεται και ο Μαναήν μπορεί να πλησιάσει την ομάδα του Ιησού και τους φύλακες του Ναού που Τον κρατούν.
«Φύγετε! Η Τετραρχία είναι πιο σημαντική από εσάς, βρωμεροί υπηρέτες. Πίσω. Θέλω να Του μιλήσω», και το καταφέρνει όταν βάζει υπεύθυνο τον πιο σκληρό των δεσμοφυλάκων με το σπαθί του.
«Διδάσκαλε!...»
«Σε ευχαριστώ. Όμως φύγε! Και ας σε βοηθάει ο Θεός!» και όσο καλύτερα μπορεί με τα δεμένα Του χέρια, του δίνει την ευλογία Του.
Ο όχλος σφυρίζει από μακριά και, μόλις βλέπουν τον Μαναήν να απομακρύνεται, παίρνουν εκδίκηση και ρίχνουν πολλές πέτρες και σκουπίδια στον Κατάδικο.
Τώρα βαδίζουν προς τον πύργο Αντωνία που βρίσκεται πάνω στον λόφο και κάνει ήδη ζέστη από τον ήλιο.
Η διαπεραστική φωνή μιας γυναίκας γεμίζει τον αέρα: «Ω! Σωτήρα μου! Δίνω τη ζωή μου γι’ Αυτόν, ω! Αιώνιε!»
Ο Ιησούς γυρίζει το κεφάλι Του και μέσα από μια ανθισμένη περικοκλάδα που
είναι γύρω από ένα όμορφο σπίτι, βλέπει την Ιωάννα του Χούζα, μαζί με υπηρέτες και τα μικρά της, τη Μαρία και τον Ματθία γύρω της. Η Ιωάννα σηκώνει τα χέρια της προς τον ουρανό. Όμως, ο Ουρανός σήμερα δεν ακούει τις προσευχές! Ο Ιησούς σηκώνει τα χέρια Του και κάνει μια χειρονομία αποχαιρετισμού και ευλογίας.
«Θάνατος! Θάνατος στον βλάσφημο, τον διαφθορέα, τον διάβολο! Θάνατος στους φίλους Του», και σφυρίγματα και πέτρες πέφτουν προς την υψηλή βεράντα. Μια φωνή πολύ διαπεραστική ακούγεται και αμέσως η παρέα του όχλου διαλύεται και εξαφανίζεται.

 
Προχωρούν, και ανηφορίζουν... Η Ιερουσαλήμ δείχνει τα σπίτια της στον ήλιο,
άδεια, και πιο άδεια από το μίσος που έχει έρθει σε όλη την πόλη… τους μόνιμους κατοίκους και αυτούς που ήρθαν προσωρινά για το Πάσχα, εναντίον του ανυπεράσπιστου Άνδρα. Μερικοί Ρωμαίοι στρατιώτες, μια διμοιρία, βγαίνουν τρέχοντας έξω από τον πύργο, με τα μαστίγια τους στραμμένα προς τον λαό, που διασκορπίζεται με φωνές. Στην μέση του δρόμου έχει μείνει ο Ιησούς με τους φύλακες, ο αρχιερέας, ο αρχηγός των γραμματέων και ο αρχηγός της γερουσίας του λαού.
«Αυτός ο άνδρας; Αυτή η ανταρσία; Θα απολογηθείτε στην Ρώμη γι’ αυτό», φωνάζει ένας εκατόνταρχος με θυμό.
«Είναι άξιος θανάτου σύμφωνα με τους νόμους μας».
«Και από πότε σας επιστράφηκε το δικαίωμα της ποινής του θανάτου, σε σας;» ρωτάει ο γηραιότερος από τους εκατόνταρχους, ένα πρόσωπο αυστηρό, πραγματικός Ρωμαίος, που έχει στο μάγουλο μια βαθειά ουλή. Και μιλάει με την περιφρόνηση και την αηδία με τη οποία θα μιλούσε σε ψειριασμένους σκλάβους γαλέρας.
«Ξέρουμε ότι δεν έχουμε το δικαίωμα αυτό. Είμαστε πιστοί υπήκοοι της
Ρώμης...»
«Χα! Χα! Χα! Άκουσέ τους, Λογγίνε. Πιστοί! Υπήκοοι! Ψοφίμια! Θα σας έδινα
τα βέλη των τοξοβόλων μου για βραβείο».
«Πολύ ευγενικός θάνατος! Τα οπίσθια των μουλαριών θέλουν μαστίγιο και τίποτα άλλο!...» απαντάει ο Λογγίνος με παγερή ειρωνεία.

Οι αρχηγοί των γραμματέων, των γερόντων και των ιερέων αφρίζουν από το

δηλητήριο. Όμως θέλουν να φτάσουν στον στόχο τους και σωπαίνουν, καταπίνουν τις προσβολές χωρίς να δείχνουν ότι τις ακούν, και υποκλινόμενοι στους δύο αξιωματικούς, ζητούν να οδηγηθεί ο Ιησούς στον Πιλάτο «για να Τον δικάσει και να Τον καταδικάσει με την γνωστή εντιμότητα της Ρώμης».
«Χα! Χα! Άκουσέ τους! Τώρα γίναμε πιο σοφοί και από την θεά Αθηνά!.. Εδώ!
Προχωρήστε μπροστά από εμάς! Ποτέ δεν ξέρεις. Εσείς είστε βρωμερά τσακάλια. Είναι επικίνδυνο να σας έχουμε στην πλάτη μας. Προχωρήστε!»
«Δεν μπορούμε».
«Γιατί; Όταν κάποιος κατηγορεί κάποιον πρέπει να βρίσκεται μπροστά στον
δικαστή μαζί με τον εναγόμενο. Αυτός είναι ο νόμος της Ρώμης».
«Το σπίτι ενός ειδωλολάτρη είναι ακάθαρτο για τα μάτια μας, και έχουμε ήδη εξαγνισθεί για το Πάσχα».
«Ω! Τα καημενάκια! Θα μολυνθούν αν έρθουν μέσα!... και το να σκοτώσουν τον μοναδικό Εβραίο που είναι άνθρωπος και όχι τσακάλι και ερπετό σαν και σας, δεν σας μολύνει; Εντάξει. Μείνετε εκεί που είστε. Ούτε ένα βήμα πιο μπροστά, ειδάλλως θα σας τρυπήσουμε με τις λόγχες μας. Μια δεκαρχία να είναι γύρω από τον Κατηγορούμενο. Οι άλλοι μπροστά απ’ αυτόν τον συρφετό που μυρίζει σαν άπλυτο κριάρι».

Ο Ιησούς εισέρχεται στο Πραιτόριο στο μέσον αυτών των δέκα στρατιωτών που είναι οπλισμένοι με σπαθιά. Οι δύο εκατόνταρχοι πάνε μπροστά και χάνονται πίσω από μια κουρτίνα που σείεται από τον αέρα, όσην ώρα ο Ιησούς περιμένει σε έναν προθάλαμο. Επιστρέφουν με τον Κυβερνήτη, που φοράει μια κατάλευκη τήβεννο με έναν μανδύα από πάνω. Έρχεται μέσα αργά, με ένα σκεπτικό χαμόγελο πάνω στο ξυρισμένο του πρόσωπο. Στα χέρια του τρίβει μερικά φύλλα λεμονιάς και τα μυρίζει με πάθος. Πηγαίνει σε ένα ηλιακό ρολόι, το βλέπει και επιστρέφει. Ρίχνει μερικούς αρωματικούς κόκκους στο μαγκάλι που βρίσκεται στα πόδια μιας θεάς. Του φέρνουν νερό με λεμόνι και κάνει γαργάρες. Κοιτάζει επίμονα τα μαλλιά του που είναι πολύ σγουρά, σε έναν καθρέφτη από μέταλλο πολύ καλά γυαλισμένο. Φαίνεται να έχει ξεχάσει τον Κατηγορούμενο, που περιμένει την έγκρισή του για να Τον θανατώσουν. Θα έκανε ακόμα και τις πέτρες να θυμώσουν.


Επειδή το εμπρός μέρος της αίθουσας είναι ανοικτό και είναι υπερυψωμένο με

τρία ψηλά σκαλοπάτια από τη είσοδο, που είναι ήδη υπερυψωμένη από το δρόμο με άλλα τρία σκαλοπάτια, οι Εβραίοι μπορούν να βλέπουν τα πάντα πολύ καλά, και βράζουν μέσα τους. Όμως δεν τολμούν να μιλήσουν διότι φοβούνται τα σπαθιά και τις λόγχες.
Τελικά αφού κάνει γύρους στη μεγάλη αίθουσα, ο Πιλάτος πλησιάζει τον Ιησού, Τον κοιτάζει και ρωτάει τον έναν από τους δύο εκατόνταρχους: «Αυτός;»

«Ναι, Αυτός».
«Να έρθουν οι κατήγοροί Του… και πηγαίνει και κάθεται στο κάθισμα που
είναι υπερυψωμένο. Πάνω από το κεφάλι του είναι τα εμβλήματα της Ρώμης
κεντημένα με χρυσούς αετούς και τα πανίσχυρα αρχικά της.
«Δεν μπορούν να έρθουν. Θα μολυνθούν».
«Α! Καλύτερα. Θα χρειαζόμασταν ποτάμια με αρώματα για να απαλλαγούμε από την κατσικίσια μυρωδιά τους. Ας έρθουν πιο κοντά, τουλάχιστον εδώ κάτω. Και μην τους αφήσετε να περάσουν μέσα, μιας και δεν το θέλουν. Αυτός ο άνδρας θα μπορούσε να είναι πρόφαση για ανταρσία».
 
Οι αρχηγοί των ιερέων, των γραμματέων και της γερουσίας έρχονται πιο μπροστά, υποκλίνονται με δουλικότητα και σταματούν στη μικρή πλατεία που βρίσκεται μπροστά στο Πραιτόριο, πίσω από τα τρία σκαλοπάτια της αίθουσας.
«Μιλήστε γρήγορα. Είστε ήδη παράνομοι που ενοχλείτε την ειρήνη της νύχτας και κάνατε να ανοίξουν με βία οι πύλες. Όμως θα το εξακριβώσω. Και οι υπεύθυνοι και οι εντολοδόχοι θα δώσουν λόγο για την ανυπακοή της διαταγής».
Ο Πιλάτος τους πλησιάζει αλλά παραμένει στην αίθουσα.

«Ήρθαμε να υποβάλουμε στη Ρώμη, στον θείο αυτοκράτορα που εσύ εκπροσωπείς την κρίση μας γι’ Αυτόν τον άνθρωπο».
«Τι κατηγορίες έχετε γι’ Αυτόν; Εμένα μου φαίνεται αθώος...»
«Αν δεν ήταν κακοποιός δεν θα σου Τον φέρναμε». Και με την κακή επιθυμία να Τον κατηγορήσουν, πλησιάζουν κοντύτερα.
«Διώξτε αυτόν τον όχλο. Έξι βήματα πέρα από τα τρία σκαλοπάτια της πλατείας. Οι δύο εκατονταρχίες στα όπλα!»
Οι στρατιώτες υπακούν αμέσως και εκατό στρατιώτες τοποθετούνται στο
εσωτερικό σκαλοπάτι το πιο ψηλό, με την πλάτη γυρισμένη στην είσοδο, και εκατό στη μικρή πλατεία, που βλέπει την πύλη εισόδου της κατοικίας του Πιλάτου, παρουσιάζοντας διακόσιες λόγχες στους δειλούς δολοφόνους.

 
«Σας ρωτώ για άλλη μια φορά, ποια είναι η κατηγορία κατά αυτού του ανθρώπου;»
«Έκανε εγκλήματα προς τον Νόμο των προγόνων μας».
«Και ήρθατε να με ενοχλήσετε γι’ αυτό; Πάρτε Τον και δικάστε Τον σύμφωνα με τη νομοθεσία σας».
«Εμείς δεν μπορούμε να καταδικάσουμε κανέναν. Το εβραϊκό Δίκαιο δεν είναι παρά ένα μικρό παιδί αν το συγκρίνουμε με τους τέλειους Νόμους της Ρώμης. Επειδή δεν ξέρουμε και υποκείμεθα στη Ρώμη, την ηγέτιδά μας, σας έχουμε ανάγκη...»
«Από πότε αποκτήσατε τόση γλύκα; Παρόλα αυτά, μιλήσατε αληθινά, δάσκαλοι του ψεύδους! Χρειάζεστε τη Ρώμη! Ναι. Για να απαλλαγείτε απ’ Αυτόν τον άνδρα που σας στενοχωρεί. Το βλέπω».
Και ο Πιλάτος γελάει και κοιτάζει τον γαλανό ουρανό που μοιάζει με πίνακα ζωγραφικής ανάμεσα στους λευκούς μαρμάρινους τοίχους γύρω του. «Πείτε μου, τι εγκλήματα έχει κάνει κατά των νόμων σας;»

«Είδαμε ότι είναι αιτία αναταραχών στην χώρα μας, και εμποδίζει τον κόσμο να πληρώνει την εισφορά στον Καίσαρα, λέγοντας ότι Αυτός είναι ο Χριστός, ο Βασιλεύς των Ιουδαίων».
Ο Πιλάτος στέφεται στον Ιησού, που βρίσκεται στο μέσον της αίθουσας, εκεί που Τον άφησαν οι στρατιώτες, δεμένος αλλά χωρίς συνοδεία, τόσο εμφανής είναι η πραότητά Του. Και Τον ρωτάει: «Εσύ είσαι ο Βασιλεύς των Ιουδαίων;»
«Το ρωτάς από μόνος σου ή επειδή άλλοι το υπαινίσσονται;»
«Και τι με ενδιαφέρει εμένα το βασίλειό Σου; Μήπως είμαι Εβραίος; Η χώρα Σου και οι αρχηγοί της Σε παρέδωσαν σε μένα, για να Σε δικάσω. Τι έχεις κάνει; Ξέρω ότι είσαι νομιμόφρων. Μίλησε. Είναι αλήθεια ότι θέλεις να βασιλεύσεις;»
«Η Βασιλεία Μου δεν είναι αυτού του κόσμου. Αν ήταν μια Βασιλεία τούτου του κόσμου, οι υπηρέτες Μου και οι στρατιώτες Μου θα μάχονταν για να εμποδίσουν τους Ιουδαίους να Με συλλάβουν. Όμως η Βασιλεία Μου δεν είναι της Γης. Και ξέρεις ότι δεν αποζητώ την ισχύ».
«Είναι αλήθεια. Το γνωρίζω. Μου το είπαν. Όμως δεν αρνείσαι ότι είσαι βασιλιάς;»
«Εσύ το είπες. Είμαι Βασιλιάς. Γι’ αυτό τον σκοπό ήρθα στον κόσμο: για να δώσω μαρτυρία για την Αλήθεια. Όποιος είναι φίλος με την Αλήθεια ακούει την φωνή Μου».
«Τι είναι η Αλήθεια; Μήπως είσαι φιλόσοφος; Αυτό δεν βοηθάει όταν
αντιμετωπίζεις τον θάνατο. Ο Σωκράτης πέθανε εξίσου».
«Όμως τον βοήθησε στη ζωή του να ζήσει έντιμα. Και να πεθάνει καλά. Και να
έρθει στην άλλη ζωή χωρίς να έχει προδώσει τις αρετές της πολιτείας».
«Μα το Δία!» Ο Πιλάτος τον κοιτάζει για λίγα λεπτά με θαυμασμό. Μετά, συνεχίζει να σαρκάζει με σκεπτικισμό. Κάνει μια χειρονομία ενόχλησης, Του γυρίζει την πλάτη και πηγαίνει προς τους Ιουδαίους. «Εγώ δεν βρίσκω κάτι μεμπτό σ’ Αυτόν».

Ο όχλος παραληρεί, καταλαμβάνεται από πανικό μήπως και χάσει το θέαμα της δημόσιας τιμωρίας. Και φωνάζει: «είναι επαναστάτης!», «είναι βλάσφημος», «στηρίζει την ακολασία», «υποκινεί τον κόσμο σε  επανάσταση», «αρνείται τον σεβασμό προς τον Καίσαρα», «υποστηρίζει πως είναι προφήτης», «κάνει μάγια», «είναι ένας διάβολος», «ξεσηκώνει τον κόσμο με την διδασκαλία Του διδάσκοντας σε όλη την Ιουδαία από την Γαλιλαία που ήρθε», «θάνατος!», «θάνατος!»


«Είναι Γαλιλαίος; Είσαι Γαλιλαίος;» Ο Πιλάτος επιστρέφει στον Ιησού; «Βλέπεις τί Σε κατηγορούν; Απόδειξε τη αθωότητα Σου».

Αλλά ο Ιησούς παραμένει σιωπηλός.
Ο Πιλάτος σκέπτεται... και αποφασίζει: «Ας τον οδηγήσει μια εκατονταρχία στον Ηρώδη για να Τον δικάσει. Είναι υπήκοος του Ηρώδη. Εγώ αναγνωρίζω τα δικαιώματα της Τετραρχίας και εγκρίνω εκ των προτέρων την απόφασή του. Μιλήστε του. Πηγαίνετε».

 
Και ο Ιησούς, περιτριγυρισμένος σαν κακοποιός από εκατό στρατιώτες διασχίζει την πόλη και συναντάει ξανά τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, τον οποίο είχε συναντήσει προηγουμένως στην αγορά. Η ίδια φιλεύσπλαχνη ματιά προς τον προδότη...
Τώρα είναι πιο δύσκολο να Τον χτυπήσουν με κλωτσιές και ρόπαλα, όμως δεν λείπουν οι πέτρες και τα σκουπίδια και, αν και χτυπούν πάνω στα Ρωμαϊκά κράνη και στον εξοπλισμό, ηχούν αλλά δεν πληγώνουν, όμως αφήνουν σημάδια όταν πέφτουν πάνω τον Ιησού, που προχωράει μόνον με την χλαμύδα Του, διότι άφησε τον μανδύα Του στην Γεθσημανή.

Όταν έρχεται μέσα στο μεγαλοπρεπές παλάτι του Ηρώδη, ο Ιησούς βλέπει τον

Χούζα... που δεν μπορεί να Τον κοιτάξει και φεύγει τρέχοντας για να μην Τον βλέπει σε αυτή την κατάσταση, και καλύπτει το κεφάλι του με την κουκούλα του.
Τώρα βρίσκεται στην αίθουσα μπροστά από τον Ηρώδη. Και πίσω Του είναι οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι, που τώρα, εδώ, αισθάνονται πιο άνετα και έρχονται για να ψευδομαρτυρήσουν. Μόνον ο εκατόνταρχος και οι τέσσερις στρατιώτες Τον συνοδεύουν προς τον Τετράρχη.

Ο Ηρώδης κατεβαίνει από το κάθισμα του, πηγαίνει γύρω από τον Ιησού, ενώ

συγχρόνως ακούει τις κατηγορίες των εχθρών Του. Χαμογελάει. Κατόπιν υποκρίνεται συμπόνια και σεβασμό, που δεν ενοχλούν τον Μάρτυρα, διότι τα πειράγματά του δεν Τον ταράζουν. «Είσαι σπουδαίος. Το ξέρω. Ρώτησα και χάρηκα που ο Χούζα είναι φίλος Σου και ο Μαναήν μαθητής Σου. Εγώ… ανησυχώ για το κράτος.. όμως είχα πάντα την επιθυμία να Σε αποκαλέσω Μεγάλο... να σου ζητήσω συγνώμη… Το βλέμμα του Ιωάννη... η φωνή του... με κατηγορούν και είναι πάντοτε μπροστά μου. Εσύ είσαι ο άγιος που σβήνει τις αμαρτίες του κόσμου. Συγχώρεσέ με Χριστέ».
Ο Ιησούς μένει σιωπηλός.
«Άκουσα πως Σε κατηγορούν ότι επαναστατείς κατά της Ρώμης. Μα, δεν είσαι Εσύ η υποσχόμενη ράβδος που θα χτυπήσει την Άσσουρ;» (Ησ. 30:30-32).
Ο Ιησούς μένει σιωπηλός.
«Μου είπαν ότι προφήτευσες το τέλος του Ναού και της Ιερουσαλήμ. Όμως ο Ναός δεν είναι αιώνιος ως πνεύμα, αφού έτσι ήταν το θέλημα του Θεού που είναι
αιώνιος;»
Ο Ιησούς μένει σιωπηλός.
«Είσαι τρελός; Έχασες την δύναμή Σου; Μήπως Σε εμποδίζει ο Σατανάς να μιλήσεις; Μήπως Σε εγκατέλειψε;» Ο Ηρώδης τώρα γελάει.
Κατόπιν δίνει μια εντολή και μερικοί υπηρέτες έρχονται γρήγορα μέσα και φέρνουν ένα σκυλί, που έχει σπάσει το πόδι του και γαυγίζει λυπημένα, και έναν σταβλίτη, με νοητικά προβλήματα, υδροκέφαλο με σάλια, ένα έκτρωμα, ο περίγελως του προσωπικού. Οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι φεύγουν γρήγορα, φωνάζοντας για την ιεροσυλία, όταν βλέπουν τον σκύλο πάνω στο φορείο.
Ο Ηρώδης, ψεύτικα και ειρωνικά, εξηγεί: «Είναι ο αγαπημένος της Ηρωδιάδας. Δώρο από τη Ρώμη. Έσπασε το πόδι του χτες και κλαίει. Διέταξε να θεραπευτεί. Κάνε ένα θαύμα».
Ο Ιησούς τον κοιτάζει αυστηρά και μένει σιωπηλός.
«Μήπως Σε πρόσβαλα; Τότε, αυτόν. Είναι άνθρωπος, αν και είναι λίγο καλύτερος από ένα άγριο θηρίο. Δώσε του εξυπνάδα, αφού είσαι η Διάνοια του Πατέρα… Αυτό δεν λες;» και γελάει προσβλητικά.
Άλλη μια αυστηρή ματιά από τον Ιησού που είναι ακόμα σιωπηλός.

 
«Αυτός ο άνδρας είναι πολύ απόμακρος και τώρα έχει αποβλακωθεί από την
περιφρόνηση. Φέρτε κρασί και γυναίκες εδώ. Και λύστε Τον».
Λύνουν τα χέρια Του, και ενώ πολλοί υπηρέτες φέρνουν αμφορείς και κύπελλα, μερικές χορεύτριες εμφανίζονται... με τίποτα. Κάτι πολύχρωμες λινές κορδέλες είναι τα μόνα ρούχα που φορούν γύρω από τη λεπτή μέση τους και τους γοφούς. Τίποτε άλλο. Επειδή είναι από την Αφρική είναι μελαψές και ευλύγιστες σαν νεαρές γαζέλες και αρχίζουν ένα σιωπηλό λάγνο χορό. Ο Ιησούς αρνείται τα κύπελλα και κλείνει τα μάτια Του χωρίς να μιλάει. Η αυλή του Ηρώδη γελάει με την περιφρόνησή Του.
«Πάρε αυτήν που θέλεις, ζήσε! Μάθε να ζεις!...», προτείνει ο Ηρώδης.

Ο Ιησούς μοιάζει με άγαλμα. Με σταυρωτά τα χέρια και κλειστά τα μάτια, ούτε που κινείται όταν οι χορεύτριες Τον αγγίζουν ελαφρά με τα γυμνά τους σώματα.
«Αρκετά. Σου συμπεριφέρομαι όπως στον Θεό, όμως Εσύ δεν φέρεσαι σαν θεός. Σου συμπεριφέρομαι σαν σε άνθρωπο, και δεν φέρεσαι σαν άνθρωπος. Είσαι τρελός. Ένα λευκό μανδύα... Ντύστε Τον με αυτόν για να γνωρίζει ο Πόντιος Πιλάτος ότι η Τετραρχία θεωρεί τον υπήκοό της τρελό. Εκατόνταρχε, πες σε παρακαλώ στον Ανθύπατο ότι ο Ηρώδης ταπεινά του στέλνει τον σεβασμό του και τιμάει την Ρώμη. Πήγαινε».

Και ο Ιησούς δεμένος ξανά, βγαίνει έξω, με μια λινή χλαμύδα που Του φτάνει

μέχρι τα γόνατα, πάνω από τη μάλλινη κόκκινη Δική Του. Επιστρέφουν στον Πιλάτο. Ο Ιησούς βλέπει τους βοσκούς, όλους μαζί να βρίσκονται εκεί, και πιο πέρα είναι ο Ιωάννης, που κοιμήθηκε στην αίθουσα, κρυμμένος πίσω από μια κολώνα, μαζί με έναν Ρωμαίο, που νομίζω ότι είναι υπηρέτης. Ο Ιησούς χαμογελάει σ’ αυτόν και στους άλλους... Οι φίλοι Του... Μα τι είναι αυτοί οι λιγοστοί άνθρωποι και η Ιωάννα και ο Μαναήν, και ο Χούζα, μέσα σε ένα ωκεανό που βράζει από μίσος;

Ο εκατόνταρχος χαιρετάει τον Πόντιο Πιλάτο και κάνει την αναφορά του.

«Εδώ είστε ξανά; Καταραμένη φυλή! Οδηγείστε τον όχλο πιο πέρα και φέρτε εδώ τον Κατηγορούμενο. Ω! Τι μπελάς!»
Πηγαίνει προς τον όχλο, σταματάει στο μέσον της αίθουσας. «Ιουδαίοι ακούστε. Εσείς μου φέρατε αυτόν τον άνθρωπο σαν έναν υποκινητή του λαού. Εγώ Τον εξέτασα στην παρουσία σας και δεν βρήκα σ’ Αυτόν κανένα από τα εγκλήματα που Τον κατηγορείτε. Ο Ηρώδης δεν κατάφερε περισσότερα από μένα και Τον έστειλε πίσω σε μας. Αυτού δεν του αξίζει ο θάνατος. Όμως για να μην σας απογοητεύσω, να σας στερήσω τη χαρά, θα σας δώσω τον Βαραββά. Και θα διατάξω να δώσουν σ’ Αυτόν σαράντα ραβδισμούς. Αυτό είναι αρκετό».

«Όχι! Όχι! Όχι! Όχι ο Βαραββάς! Όχι ο Βαραββάς! Θάνατος στον Ιησού! Και έναν τρομερό θάνατο! Ελευθέρωσε τον Βαραββά και καταδίκασε τον  Ναζωραίο».

«Ακούστε! Εγώ είπα ότι θα βάλω να Τον μαστιγώσουν. Δεν είναι αρκετό; Θα Τον φραγγελώσουν! Είναι τρομερό, το ξέρετε; Ίσως και να πεθάνει απ’ αυτό. Τι κακό έκανε; Εγώ δεν βρίσκω κάτι κακό σ’ Αυτόν. Και θα Τον ελευθερώσω».
«Να Τον σταυρώσεις! Να Τον σταυρώσεις! Θάνατος σ’ Αυτόν! Εσύ προστατεύεις τους εγκληματίες! Ειδωλολάτρη! Και εσύ Σατανάς είσαι!»
Ο όχλος προχωράει μπροστά και ο πρώτος σχηματισμός των στρατιωτών
 
ταλαντεύεται διότι δεν μπορούν να μεταχειριστούν τα μαστίγια Τους. Όμως η δεύτερη σειρά αφού κατεβαίνουν ένα σκαλοπάτι, στριφογυρίζουν τα μαστίγιά τους και ελευθερώνουν τους συντρόφους τους.
«Να Τον μαστιγώσετε με το φραγγέλιο», διατάζει τον εκατόνταρχο ο Πιλάτος.
«Πόσους ραβδισμούς;»
« Όσους θέλεις.. άλλωστε το θέμα τελείωσε. Και εγώ βαρέθηκα. Πηγαίνετε».

Τον Ιησού Τον οδηγούν τέσσερις στρατιώτες στην αυλή, πιο πέρα από την

αίθουσα. Στο μέσον αυτής της αυλής που είναι όλη στρωμένη με πολύχρωμο
μάρμαρο, υπάρχει μια ψηλή κολώνα σαν αυτές των προπυλαίων. Και περίπου τρία μέτρα από το πάτωμα έχει μια σιδερένια βέργα που εξέχει τουλάχιστον ένα μέτρο και καταλήγει σε ένα χαλκά στον οποίο είναι δεμένος ο Ιησούς, με τα χέρια Του ενωμένα πάνω από το κεφάλι Του, αφού Τον έχουν γδύσει. Φοράει μόνον ένα λινό κοντό εσώβρακο και σανδάλια. Τα χέρια Του που ήταν δεμένα στους καρπούς σηκώνονται μέχρι τον χαλκά, τόσο που, αν και ψηλός, να βρίσκονται μόνον οι άκρες των δαχτύλων Του στο έδαφος... και μόνον αυτή η στάση είναι ένα μαρτύριο.
Πίσω Του στέκεται κάποιος που μοιάζει σαν εκτελεστής, με ένα τυπικό Εβραϊκό προφίλ, και μπροστά Του, ένας άλλος άνδρας μοιάζει με τον προηγούμενο.
Κρατούν φραγγέλια, φτιαγμένα από επτά δερμάτινα σχοινιά που καταλήγουν σε μικρά σφυράκια από μόλυβδο. Αρχίζουν να Τον χτυπούν ρυθμικά, σαν να κάνουν εξάσκηση. Ένας από μπροστά και ένας από πίσω, ώστε το σώμα του Ιησού να στριφογυρίζει συνεχώς. Οι τέσσερις στρατιώτες που Τον είχαν οδηγήσει εκεί είναι αδιάφοροι και παίζουν ζάρια με άλλους τρεις στρατιώτες που μόλις έφτασαν. Και ο φωνές των παικτών ακολουθούν τον ρυθμό των ήχων των μαστιγίων, τα οποία σφυρίζουν σαν φίδια, και μετά ακούγονται σαν πέτρες που χτυπούν στο τεντωμένο δέρμα ενός τυμπάνου.

Χτυπούν το καημένο σώμα, που είναι τόσο λεπτό και τόσο λευκό αλλά μετά καλύπτεται με ραβδώσεις, που στη αρχή είναι φωτεινές, μετά πιο φωτεινές, μετά ροζ, μετά μωβ, μετά μπλε μώλωπες γεμάτοι αίμα, μετά το δέρμα σχίζεται και το αίμα κατευθύνεται σε κάθε μεριά. Διπλασιάζουν την σκληρότητα τους πάνω στον θώρακα και στην κοιλιά Του, όμως δεν παραλείπουν να χτυπήσουν και τις γάμπες, τα μπράτσα, ακόμα και το κεφάλι, ώστε κανένα μέρος του δέρματός Του να μην μένει χωρίς πόνο.

Και ούτε ένα βογκητό... αν δεν Τον κρατούσαν ψηλά τα σχοινιά, θα έπεφτε. Όμως δεν πέφτει και δεν στενάζει. Μόνον το κεφάλι Του κρέμεται πάνω στο στήθος Του, μετά από τόσο μαστίγωμα, σαν να έχει λιποθυμήσει.
«Ε! Σταματήστε! Θα πρέπει να ζει όταν Τον θανατώσουν», φωνάζει κοροϊδευτικά ένας στρατιώτης.
Οι δύο εκτελεστές σταματούν και σκουπίζουν τον ιδρώτα τους.

«Είμαστε εξαντλημένοι», λένε. «Δώσε μας την αμοιβή μας, για να πιούμε κάτι...»

«Θα σας έδινα την αγχόνη! Αλλά να...» και ένας υποτακτικός δίνει από ένα μεγάλο νόμισμα στον κάθε εκτελεστή.
«Κάνατε καλή δουλειά. Μοιάζει με μωσαϊκό. Τίτο, εννοείς ότι Αυτός ο άνδρας
ήταν πραγματικά η αγάπη του Αλέξανδρου; Θα πρέπει να το μάθει, για να Τον
πενθήσει όταν θα πεθάνει. Ας Τον λύσουμε».
«Τον λύνουν και ο Ιησούς πέφτει στο πάτωμα σαν νεκρός. Τον αφήνουν εκεί,
Τον σκουντούν κάποτε κάποτε με τα πόδια τους για να δουν αν βογκάει. Όμως Αυτός είναι σιωπηλός.
«Μήπως πέθανε, είναι δυνατόν; Είναι νέος άνδρας και χειρώνακτας, έτσι μου
είπαν... και μοιάζει με φίνα γυναίκα».
«Εγώ θα Τον φροντίσω», λέει ένας στρατιώτης. Και Τον καθίζει με την πλάτη Του στην κολώνα. Θρόμβοι αίματος φαίνονται εκεί που καθόταν… Κατόπιν πηγαίνει προς την πηγή που τρέχει γάργαρο νερό, γεμίζει μια λεκάνη με νερό, και το χύνει πάνω στο κεφάλι του Ιησού και στο σώμα.
«Αυτό είναι! Το νερό κάνει καλό στα λουλούδια».

Ο Ιησούς βγάζει ένα βαθύ αναστεναγμό και προσπαθεί να σηκωθεί, όμως τα
μάτια Του είναι ακόμα κλειστά.
«Ω! Ωραία. Έλα σε μένα, αγάπη μου! Η κυρία Σου Σε περιμένει!...»
Όμως ο Ιησούς μάταια προσπαθεί να στηριχτεί με τα χέρια Του στο πάτωμα για να σηκωθεί.
«Έλα! Γρήγορα! Μήπως νιώθεις αδυναμία; Πάρε αυτό, να δροσιστείς», λέει ένας άλλος στρατιώτης κοροϊδευτικά. Και με την λαβή της λόγχης του δίνει άλλο ένα χτύπημα στο πρόσωπο του Ιησού που Τον βρίσκει μεταξύ της μύτης και του δεξιού Του μάγουλου, και αρχίζει να αιμορραγεί.
Ο Ιησούς ανοίγει τα μάτια και κοιτάζει τον στρατιώτη που Τον χτύπησε.  Σκουπίζει το Αίμα με το χέρι Του, και μετά, με πολλή προσπάθεια, σηκώνεται.
«Ντύσου, δεν είναι ωραίο να είσαι έτσι. Ακόλαστε! Όλοι γελούν όσοι στέκονται γύρω Του. Και Αυτός υπακούει χωρίς να μιλήσει. Όμως όταν σκύβει, και μόνον Αυτός ξέρει πόσο υποφέρει όταν σκύβει, έτσι ζαλισμένος που είναι, και οι πληγές Του ανοίγουν ακόμα πιο πολύ καθώς τραβιέται το δέρμα Του, και δημιουργούνται καινούργιες πληγές από τις φουσκάλες που σπάνε – ένας στρατιώτης δίνει μια κλωτσιά στα ρούχα του, και τα σκορπίζει, και κάθε φορά που ο Ιησούς τα πλησιάζει, παραπατώντας, αυτός τα απομακρύνει σε άλλη κατεύθυνση. Και ο Ιησούς που υποφέρει πικρά, τα ακολουθεί χωρίς να πει λέξη, ενώ οι στρατιώτες Τον κοροϊδεύουν και λένε άσεμνα λόγια.

Τελικά καταφέρνει να ντυθεί. Και καταφέρνει να φορέσει τη λευκή χλαμύδα Του, που είχε μείνει σε μια γωνιά και είναι ακόμα καθαρή. Μετά, προτού φορέσει την κοντή χλαμύδα Του κατάσαρκα, σκουπίζει με αυτήν το πρόσωπό Του που είναι βρεγμένο και έχει σκόνη και πτύελα. Και αυτό, το φτωχό, το άγιο πρόσωπο, φαίνεται καθαρό, σημαδεμένο μόνον από μελανιές και μικρές πληγές. Τακτοποιεί τα μαλλιά Του που είχαν ανακατωθεί και τα γένια Του, από μια συνήθεια προς την τάξη. Μετά κάθεται στον ήλιο, διότι τρέμει... Ο πυρετός αρχίζει να Τον βασανίζει με τις κρυάδες του. Και Αυτός αισθάνεται αδυναμία από το Αίμα που έχει χάσει, τη νηστεία και το τόσο περπάτημα.
Του δένουν ξανά τα χέρια. Το σχοινί Του κόβει τους καρπούς εκεί ακριβώς που υπήρχαν ήδη δύο κόκκινα βραχιόλια στο τραυματισμένο δέρμα.

«Και τώρα, τι κάνουμε; Βαριέμαι!»

«Περίμενε. Οι Ιουδαίοι θέλουν έναν βασιλιά, θα τους Τον δώσουμε…», λέει ένας στρατιώτης. Και βγαίνει έξω, σε μιαν αυλή που βρίσκεται από πίσω, από τη οποία επιστρέφει με μια αγκαλιά κλαδιά με αγκάθια. Με ένα μαχαίρι αφαιρούν τα φύλλα και τα μπουμπούκια, δένουν τα κλαδιά και φτιάχνουν ένα στεφάνι και το τοποθετούν πάνω στο δύστυχο κεφάλι του Ιησού. Όμως αυτό το μαρτυρικό στέμμα περνάει και πέφτει στον λαιμό Του.
«Δεν στέκεται. Σφίξε το, λίγο. Βγάλτο».
Το βγάζουν και Τον γρατζουνούν στα μάγουλα, ρισκάροντας να Τον τυφλώσουν, και Του τραβούν τα μαλλιά με αυτό. Το κάνουν πιο μικρό. Τώρα είναι πολύ μικρό, και παρ’ όλο που το πιέζουν προς τα κάτω για να καθίσει, πιέζοντας τα αγκάθια στο κεφάλι Του, αυτό δεν εισχωρεί. Το βγάζουν ξανά, τραβώντας ακόμα πιο πολύ τα μαλλιά Του. Το εφαρμόζουν ξανά. Τώρα ταιριάζει. Στο μέτωπο υπάρχουν τρία αγκαθωτά κλαδιά. Από πίσω, από εκεί που μπλέκονται οι άκρες των κλαδιών, υπάρχει ένα σύμπλεγμα με αγκάθια που χώνεται στον σβέρκο, στον λαιμό Του.
«Βλέπεις πόσο όμορφος είσαι; Φυσικός χαλκός και αληθινά ρουμπίνια. Κοιτάξου στο θώρακά μου, βασιλιά!» λέει ο εφευρέτης του μαρτυρίου κοροϊδευτικά.
«Ένα στέμμα δεν αρκεί για να κάνεις κάποιον βασιλιά. Χρειάζεται και η πορφύρα και το σκήπτρο. Στον στάβλο υπάρχει ένα καλάμι και στο ραφείο υπάρχει μια κόκκινη χλαμύδα. Φέρε τα, Κορνήλιε».

Και μόλις τα φέρνουν βάζουν το βρώμικο κόκκινο κουρέλι πάνω στους ώμους
του Ιησού, και προτού να Του βάλουν το καλάμι στο χέρι Τον χτυπούν στο κεφάλι με αυτό, και υποκλινόμενοι Τον χαιρετούν: «Χαίρε, βασιλιά των Ιουδαίων» και ξεκαρδίζονται στα γέλια.
Ο Ιησούς δεν αντιδράει. Τους επιτρέπει να Τον καθίσουν πάνω στον θρόνο: Ένας κάδος αναποδογυρισμένος, σίγουρα τον χρησιμοποιούν για να ποτίζουν τα άλογα. Τους αφήνει να Τον χτυπούν και να Τον περιγελούν, χωρίς να πει ούτε μια λέξη. Μόνον τους κοιτάζει και ρίχνει ματιές με τόση καλοσύνη και τόσο τρομερή θλίψη που δεν αντέχω να τους βλέπω χωρίς να αισθάνομαι την καρδία μου να ραγίζει.
Οι στρατιώτες σταματούν να Τον κοροϊδεύουν, όταν η δυνατή φωνή ενός
ανωτέρου τους, τους διατάζει να φέρουν τον ένοχο αιχμάλωτο στον Πιλάτο. Ένοχος! Σε τι;
Ο Ιησούς οδηγείται πάλι στο προαύλιο που τώρα έχει μια τέντα από ακριβό
ύφασμα για τον ήλιο. Φοράει ακόμα το στέμμα, έχει το καλάμι και το κόκκινο ύφασμα.
«Προχώρησε για να Σε παρουσιάσω στον λαό».
«Ακούστε Εβραίοι. Ο άνθρωπος είναι εδώ. Εγώ Τον τιμώρησα. Όμως τώρα
αφήστε Τον να φύγει».
«Όχι! Όχι! Θέλουμε να Τον δούμε. Βγάλε Τον έξω! Να δούμε τον βλάσφημο!»
«Φέρτε Τον έξω. Και προσέξτε μην Τον πάρουν».
Και όπως ο Ιησούς βγαίνει έξω στην είσοδο και παρουσιάζεται στο μέσον των
στρατιωτών, ο Πόντιος Πιλάτος Τον δείχνει με το δάχτυλο λέγοντας:
«Ιδού ο Άνθρωπος. Ο βασιλιάς σας. Δεν σας φτάνει αυτό;»


Ο ήλιος μιας πνιγηρής μέρας, που τώρα είναι σχεδόν κατακόρυφος κάνει πιο

άγρια τα πρόσωπα και τις εκφράσεις τους: μήπως είναι αυτοί άνθρωποι; όχι, είναι λυσσασμένες ύαινες. Φωνάζουν κραδαίνοντας τις γροθιές τους, θέλουν τον θάνατό Του...
Ο Ιησούς είναι όρθιος και σας διαβεβαιώνω ότι ποτέ δεν είχε το μεγαλείο που έχει τώρα. Ούτε και όταν έκανε τα πιο μεγάλα θαύματα. Μεγαλείο της θλίψης, όμως τόσο θείο που αρκεί να Τον χαρακτηρίσεις με το όνομα του Θεού. Όμως για να πεις αυτό το Όνομα, πρέπει να είσαι τουλάχιστον άνθρωπος. Και η Ιερουσαλήμ, σήμερα, δεν έχει ανθρώπους. Έχει μόνον δαίμονες.
Ο Ιησούς κοιτάζει το πλήθος, αναζητάει, προσπαθεί να ανακαλύψει μέσα στη
θάλασσα των προσώπων που μισούν, τα πρόσωπα των φίλων. Πόσοι; Λιγότεροι από 20 φίλοι μέσα σε χιλιάδες εχθρούς... Και σκύβει το κεφάλι απογοητευμένος από αυτή την εγκατάλειψη. Ένα δάκρυ πέφτει... και ένα άλλο... και ένα άλλο. Η θέα των δακρύων Του δεν προκαλεί συμπόνια, αλλά ξεσηκώνει περισσότερο μίσος. Τον φέρνουν πίσω στο αίθριο.
«Λοιπόν; Αφήστε Τον να φύγει. Είναι δίκαιο».
«Όχι. Θάνατος σ’ Αυτόν. Σταύρωσέ Τον».
«Θα σας δώσω τον Βαραββά».
«Όχι, τον Χριστό!»
 
«Τότε να Τον πάρετε μόνοι σας. Και να Τον σταυρώσετε μόνοι σας, διότι εγώ δεν βρίσκω τίποτε κακό σ’ Αυτόν για να το κάνω».
«Αυτός είπε ότι είναι ο Γιος του Θεού. Ο Νόμος μας επιβάλλει θάνατο σε όποιον είναι ένοχος αυτής της βλασφημίας».
Ο Πιλάτος είναι σκεπτικός. Γυρίζει μέσα και κάθεται στον μικρό θρόνο. Ακουμπάει το μέτωπό του στο χέρι του και τον αγκώνα του πάνω στο γόνατό του και περιεργάζεται τον Ιησού. «Έλα κοντά μου», Του λέει.
Ο Ιησούς πηγαίνει μπροστά στην εξέδρα.
«Είναι αλήθεια; Πες μου».
Ο Ιησούς σιωπά.
«Από πού έρχεσαι; Ποιος είναι ο Θεός;»
«Είναι τα Πάντα».
«Και τι σημαίνει τα Πάντα; Για κάποιον που πεθαίνει; Είσαι τρελός… ο Θεός δεν υπάρχει. Εγώ υπάρχω».
Ο Ιησούς είναι σιωπηλός. Έσπειρε την μεγάλη λέξη και μετά τυλίγεται στην
σιωπή.
«Πόντιε, η απελευθερωμένη σκλάβα της Κλαυδίας Πρόκουλα, ζητάει την άδεια
να έρθει μέσα. Έχει ένα σημείωμα για σένα».
«Κύριε! Τώρα και οι γυναίκες! Πες της να περάσει».
Μια Ρωμαία έρχεται και γονατίζει κρατώντας έναν κερωμένο πίνακα. Θα πρέπει να είναι αυτός με τον οποίο η Πρόκουλα παρακαλάει τον άνδρα της να μην καταδικάσει τον Ιησού. Η γυναίκα αποσύρεται με βήματα προς τα πίσω, όσην ώρα ο Πιλάτος διαβάζει.
«Με συμβουλεύουν να μη Σε καταδικάσω σε θάνατο. Η αλήθεια είναι ότι Εσύ είσαι κάτι περισσότερο από θυσιαστής (για τους Ρωμαίους είναι αυτός που προλέγει το μέλλον από τα σπλάχνα των ζώων). Μου προκαλείς φόβο».
Ο Ιησούς σιωπά.
«Μα δεν ξέρεις ότι έχω την εξουσία να Σε ελευθερώσω, είτε να Σε σταυρώσω;»
«Δεν θα είχες καμία εξουσία αν δεν σου είχε δοθεί από ψηλά. Γι’ αυτό, αυτός που Με παρέδωσε σε σένα είναι περισσότερο ένοχος από σένα».
«Ποιος είναι, ο Θεός Σου; Φοβάμαι…»
Ο Ιησούς είναι σιωπηλός.

Ο Πιλάτος κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα: θα ήθελε και δεν θα ήθελε.

Φοβάται την τιμωρία του Θεού, φοβάται τη Ρώμη, φοβάται την εκδίκηση των
Ιουδαίων. Προς στιγμήν ξεπερνάει τον φόβο Θεού. Πηγαίνει στην είσοδο της
αίθουσας και με βροντερή φωνή, φωνάζει:
«Δεν είναι ένοχος».

«Αν το λες αυτό, τότε δεν είσαι φίλος του Καίσαρα. Αυτός που κάνει τον εαυτό του βασιλιά, είναι εχθρός του. Εσύ θέλεις να ελευθερώσεις τον Ναζωραίο. Εμείς θα ειδοποιήσουμε τον Καίσαρα γι’ αυτό».
Ο Πιλάτος τρομάζει.
«Δηλαδή, όλοι σας Τον θέλετε νεκρό; Ας είναι. Όμως το αίμα Αυτού του δίκαιου ανθρώπου δεν θα λερώσει τα χέρια μου», κι αφού ζήτησε μια λεκάνη, έπλυνε τα χέρια του παρουσία του όχλου που παραληρεί και φωνάζει: «Το Αίμα του σε μας και στα παιδιά μας. Εμείς δεν Τον φοβόμαστε. Σταύρωσέ Τον! Σταύρωσέ Τον!»
Ο Πόντιος Πιλάτος επιστρέφει στον μικρό θρόνο του και καλεί τον εκατόνταρχο Λογγίνο και ένα σκλάβο. Διατάζει τον σκλάβο να του φέρει ένα πίνακα, πάνω στον οποίο γράφει: ‘’Ιησούς Ναζωραίος, βασιλεύς των Ιουδαίων’’ και τον δείχνει στον λαό.
«Όχι, όχι έτσι. Όχι βασιλεύς των Ιουδαίων. Αλλά ότι, ‘’Αυτός είπε πως είναι ο βασιλεύς των Ιουδαίων’’ φωνάζουν πολλοί.
«Ό,τι έγραψα, έγραψα», λέει ο Πιλάτος αυστηρά και ενώ σηκώνεται, σηκώνει και το χέρι του ψηλά με την παλάμη προς τα κάτω και διατάζει: «Ας πάει στον σταυρό. Στρατιώτη, πήγαινε. Ετοίμασε τον σταυρό».
Και κατεβαίνει από τον θρόνο του, χωρίς καν να κοιτάξει τον όχλο που ωρύεται, ούτε τον καταδικασμένο Άνδρα. Εγκαταλείπει την αίθουσα…

Ο Ιησούς μένει στο μέσον της αίθουσας, Τον φρουρούν στρατιώτες, περιμένοντας τον σταυρό.

ΠΗΓΗ: Το κεφ. 604 του βιβλίου της Μαρίας Βαλτόρτα "The Gospel as revealed to me".

ΑΠΟΔΟΣΗ: Αγγελική Σ. Νατσούλη
 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα χρώματα της αύρας και η σημασία τους

Τα Κρυστάλλινα Παιδιά

Γιατί οι Ινδιάνοι είχαν μακριά μαλλιά;

Τι γίνεται όταν πεθαίνουμε;