Διδασκαλίες από την ξερή συκιά, τον φόρο στον Καίσαρα και την ανάσταση

Ο Ιησούς και οι μαθητές ετοιμάζονται να επιστρέψουν στην πόλη της Ιερουσαλήμ, πάντοτε από το ίδιο απομακρυσμένο μονοπάτι που ήρθαν και το προηγούμενο πρωινό της Δευτέρας. Είναι σαν να μην θέλει ο Ιησούς να περιτριγυρίζεται από τους ανθρώπους - που περιμένουν να Τον δουν - προτού ανέβει στο Ναό.

 Όμως, σήμερα πολλοί από τους εβδομήντα δύο μαθητές Του, Τον περιμένουν ήδη στο χείμαρρο Κέδρον (της κοιλάδας Κέδρον)* λίγο πριν από το γεφυράκι, και μόλις Τον βλέπουν να προβάλει μέσα από τον ελαιώνα με τον πορφυρό μανδύα Του, τρέχουν να Τον προϋπαντήσουν και όλοι μαζί μετά προχωρούν προς την πόλη.
Ο Πέτρος κοιτάζει μπροστά, κάτω στην πλαγιά, πάντοτε με καχυποψία μην και εμφανιστεί κάποιος πονηρός άνθρωπος. Βλέπει πολλά ξερά φύλλα να επιπλέουν στο νερό του χειμάρρου. Μοιάζουν με τα φύλλα συκιάς. Παρατηρεί και βλέπει πιο πέρα τη συκιά, κατάξερη.

«Αυτή είναι η χτεσινή συκιά! Η συκιά που καταράστηκες!» φωνάζει, και δείχνει με το χέρι του το αποξηραμένο δένδρο, στρίβοντας το κεφάλι για να μιλήσει στον Ιησού. Όλοι πηγαίνουν γρήγορα κοντά της, εκτός από τον Ιησού, που προχωράει με το συνηθισμένο Του βήμα. Οι απόστολοι ενημερώνουν τους μαθητές γι’ αυτό που βλέπουν και οι οποίοι κοιτούν τον Ιησού με θαυμασμό. Έχουν δει χιλιάδες θαύματα πάνω σε ανθρώπους και στοιχεία, όμως αυτό εδώ τους εντυπωσίασε περισσότερο από τα άλλα.
Ο Ιησούς που φτάνει, χαμογελάει όταν βλέπει τα έκπληκτα συνεσταλμένα πρόσωπα και τους λέει: «Τι; Τόσο πολύ ξαφνιάζεστε που ένας λόγος Μου ξέρανε τη συκιά; Εσείς δεν Με είδατε να ανασταίνω ανθρώπους από τους νεκρούς, να θεραπεύω λεπρούς, να δίνω το φως στους τυφλούς, να πολλαπλασιάζω τους άρτους, να κατευνάζω καταιγίδες, να σβήνω φωτιές; Και εκπλήσσεστε που ξεράθηκε μια συκιά;»


«Δεν είναι για την συκιά. Αλλά ότι χτες, όταν την καταράστηκες, ήταν καταπράσινη και τώρα είναι ξερή. Κοίταξε! Με στριμμένα τα φύλλα σαν το ξερό χώμα. Δεν υπάρχει πια χυμός στα κλαδιά της. Κοίταξε, θρυμματίζονται, γίνονται χώμα», και ο Βαρθολομαίος τρίβει με τα χέρια του μερικά κλαδιά που έσπασε χωρίς πολλή προσπάθεια.
«Δεν έχει πλέον χυμούς. Εσύ το είπες», του λέει ο Ιησούς. «Και έρχεται ο θάνατος όταν δεν υπάρχουν πλέον χυμοί σε ένα φυτό, σε ένα έθνος, όπως και σε μια θρησκεία, αλλά υπάρχει μόνον ξερός φλοιός και άχρηστο φύλλωμα: η αγριότητα και η υποκριτική εξωτερική εμφάνιση. Ταιριάζουν με την ανθρωπότητα που στερείται πνευματικής ζωής. Αλίμονο σ’ εκείνες τις θρησκείες που γίνονται ανθρώπινες, επειδή οι ιερείς τους και οι πιστοί τους δεν έχουν πλέον ζωτικό πνεύμα. Αλίμονο σ’ εκείνα τα έθνη που οι αρχηγοί τους δεν έχουν τίποτα παρά σκληρότητα και ζητωκραυγές, χωρίς ιδέες που να φέρνουν καρπούς! Αλίμονο στους ανθρώπους που τους λείπει η ζωή του πνεύματος!»

«Όμως, αν τα έλεγες αυτά στους ισχυρούς του Ισραήλ, παρόλο που είναι σωστά, δεν θα είχες σύνεση. Μην χαίρεσαι με αυταπάτες επειδή Σου έχουν επιτρέψει να μιλάς μέχρι τώρα. Εσύ ο Ίδιος είπες ότι αυτό δεν γίνεται επειδή έχουν μεταστραφεί, αλλά επειδή αποσκοπούν αλλού. Γι’ αυτό καλύτερα να συγκρίνεις την αξία και τις συνέπειες των λόγων Σου. Διότι υπάρχει επίσης και η σοφία του κόσμου, εκτός από τη σοφία του πνεύματος. Και χρειάζεται να ξέρουμε πώς να την χειριζόμαστε εκ των προτέρων. Διότι, άλλωστε, προς το παρόν βρισκόμαστε στον κόσμο, και όχι στη βασιλεία του Θεού», του λέει ο Ισκαριώτης, χωρίς οξύτητα αλλά με ύφος διδακτορικό.

«Αληθινά σοφός είναι αυτός που μπορεί να βλέπει τα πράγματα έτσι όπως είναι χωρίς η σκιά της σαρκικής του φιληδονίας και οι σκέψεις υπολογισμού να τα μεταβάλουν. Εγώ πάντα θα λέω την αλήθεια σ’ αυτά που βλέπω
», αντιλέγει ο Ιησούς.
«Τελικά αυτή η συκιά ξεράθηκε επειδή την καταράστηκες Εσύ; ή είναι σύμπτωση... ένα σημάδι… δεν ξέρω», ρωτάει ο Φίλιππος.
«Είναι όλα αυτά που είπες. Όμως αυτά που έκανα Εγώ μπορείτε και εσείς να τα κάνετε, αν καταφέρετε να έχετε τέλεια πίστη. Να την έχετε προς τον Ύψιστο Κύριο. Και όταν θα την έχετε, ειλικρινά σας λέω ότι θα μπορέσετε να κάνετε αυτά και πολλά άλλα. Ειλικρινά σας λέω ότι, αν κάποιος καταφέρει να εμπιστεύεται τελείως τη δύναμη της προσευχής και την καλοσύνη του Κυρίου, θα μπορέσει να πει στο βουνό αυτό: “Κινήσου απ’ εδώ και πέσε στην θάλασσα”. Και όταν το λέει αυτό, αν δεν έχει ενδοιασμούς στην καρδιά του, αλλά να πιστεύει ότι αυτό που λέει μπορεί να γίνει, τότε αυτό που είπε θα γίνει».
«Και θα μοιάζουμε με μάγους και θα μας λιθοβολήσουν, όπως ορίζεται για όσους κάνουν μάγια. Θα ήταν πραγματικά ένα ανόητο θαύμα, και για μας, επιζήμιο!» λέει ο Ισκαριώτης κουνώντας το κεφάλι του.
«Εσύ είσαι ανόητος, διότι δεν καταλαβαίνεις την παραβολή!» του ανταπαντάει ο άλλος Ιούδας (ο Θαδδαίος).

Ο Ιησούς δεν μιλάει στον Ιούδα, μιλάει προς όλους: «Και σας λέω, και είναι ένα παλιό μάθημα που το επαναλαμβάνω τούτη την στιγμή, οτιδήποτε ζητήσετε στην προσευχή σας, να έχετε πίστη ότι θα το αποκτήσετε και θα γίνει. Όμως, αν προτού προσευχηθείτε έχετε μια μνησικακία προς οποιονδήποτε, πρώτα να συγχωρήσετε και να κάνετε ειρήνη για να έχετε φίλο τον Πατέρα σας που είναι στους Ουρανούς, και που συγχωρεί και σας βοηθάει τόσο πολύ από το πρωί μέχρι το βράδυ και από την δύση μέχρι την αυγή».
Εισέρχονται στο Ναό. Οι στρατιώτες από τον πύργο Αντωνία τους παρακολουθούν καθώς περνούν πηγαίνοντας να τιμήσουν τον Κύριο. Μετά επιστρέφουν στον περίβολο όπου διδάσκουν οι ραβίνοι.
Αλλά προτού συγκεντρωθούν οι άνθρωποι και τα πλήθη γύρω από τον Ιησού, κάποιοι μορφωμένοι του Ισραήλ και Ηρωδιανοί Τον πλησιάζουν και με ψεύτικο σεβασμό, αφού Τον χαιρετούν, Του λένε: «Διδάσκαλε, εμείς ξέρουμε ότι είσαι σοφός και αληθινός και διδάσκεις τις οδούς του Θεού, χωρίς να σκέπτεσαι πρόσωπα και πράγματα, εκτός από την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, και δεν ενδιαφέρεσαι για όσα σου προσάπτουν οι άνθρωποι και το μόνο που Σε ενδιαφέρει είναι να οδηγείς τους ανθρώπους στην Καλοσύνη. Πες μας, λοιπόν: Είναι σωστό να πληρώνουμε φόρο στον Καίσαρα ή δεν είναι; Τι νομίζεις;»
Ο Ιησούς τους ερευνά με τη διαπεραστική Του ματιά και με διορατικότητα απαντάει: «Γιατί Με πειράζετε υποκριτικά; Παρόλο που μερικοί από σας ξέρουν πως δεν Με ξεγελάνε οι υποκριτικές τιμές! Όμως, δείξτε Μου ένα από αυτά τα νομίσματα που χρησιμοποιείτε για τους φόρους».

Του παρουσιάζουν ένα από τα νομίσματα. Το παρατηρεί από εμπρός και από πίσω και όπως το κρατάει με την αριστερή παλάμη, το κτυπάει με τον δείχτη του δεξιού Του χεριού, λέγοντας: «Τίνος είναι αυτό το πρόσωπο, και τι λέει αυτή η επιγραφή;» 
«Είναι το πρόσωπο του Καίσαρα και η επιγραφή φέρει το όνομα του. Το όνομα του Γάιου Τιβέριου Καίσαρα που είναι τώρα αυτοκράτορας της Ρώμης».

«Τότε λοιπόν, δώστε στον Καίσαρα αυτά που ανήκουν στον Καίσαρα και στον Θεό αυτά που ανήκουν στον Θεό» και τους γυρίζει την πλάτη επιστρέφοντας το νόμισμα σ’ εκείνον που Του το έδωσε.

Στη συνέχεια ακούει διάφορους προσκυνητές, οι οποίοι Του κάνουν ερωτήσεις, παρηγορεί, συγχωρεί, θεραπεύει. Οι ώρες περνούν. Βγαίνει από τον Ναό για να πάει πιθανώς να πάρει τα τρόφιμα που οι υπηρέτες του Λάζαρου, Του έφεραν. Επιστρέφει στον Ναό νωρίς το απόγευμα. Ακούραστος. Χάρη και σοφία ρέουν από τα χέρια Του που ακουμπούν τους ασθενείς, και από τα χείλη Του που δίνει προσωπικές συμβουλές στον πολύ κόσμο που Τον πλησιάζει. Φαίνεται να ανυπομονεί να παρηγορήσει και να θεραπεύσει όλους, πριν να Του είναι πλέον αδύνατον να το κάνει.
Κοντεύει η δύση. Οι κουρασμένοι απόστολοι κάθονται στο πάτωμα του προαύλιου κάτω από ένα σκέπαστρο, ζαλισμένοι από τη συνεχή κίνηση του πλήθους στις αυλές του Ναού τώρα που το Πάσχα πλησιάζει. 

Εκείνη τη στιγμή πλησιάζουν τον ακούραστο Διδάσκαλο κάποιοι πλούσιοι άνθρωποι, αν κρίνω από τα εντυπωσιακά ενδύματα που φορούν (λέει η Μ. Β).
Ο Ματθαίος που έχει αποκοιμηθεί με το ένα μάτι ανοικτό, σηκώνεται, και φωνάζει στους άλλους: «Κάποιοι Σαδδουκαίοι πάνε προς τον Διδάσκαλο. Ας μην Τον αφήσουμε μόνο, μήπως και προσπαθήσουν να Τον προσβάλουν ή να Του κάνουν κακό ή και να Τον κοροϊδέψουν».
Όλοι σηκώνονται και πλησιάζουν τον Διδάσκαλο σχηματίζοντας ένα φράγμα γύρω Του.
Οι Σαδδουκαίοι που χαιρέτησαν με σεβασμό τον Ιησού και υποκλίθηκαν υπερβολικά, Του λένε: «Διδάσκαλε, απάντησες με τόση σοφία στους Ηρωδιανούς, που θα θέλαμε κι εμείς να έχουμε μια ακτίνα από το φως Σου. Άκουσε: ο Μωυσής είπε: (Δευτ. 25:5-6) “Αν ένας άνθρωπος πεθάνει χωρίς να έχει παιδιά, ο αδελφός του θα πρέπει να παντρευτεί την χήρα για να δώσει απογόνους στον αδελφό του”. Τώρα ας πούμε ότι υπάρχουν επτά αδέλφια. Ο πρώτος παντρεύτηκε μια κοπέλα, αλλά πέθανε πριν προλάβει να κάνει απογόνους, έτσι άφησε την γυναίκα του στον αδελφό του. Και ο δεύτερος πέθανε χωρίς απογόνους, όπως και ο τρίτος που παντρεύτηκε την χήρα των δύο που προηγήθηκαν, και το ίδιο συνεχίστηκε μέχρι τον έβδομο. Τελικά, αφού παντρεύτηκε και τους επτά αδελφούς, η γυναίκα πέθανε. Πες μας: στην ανάσταση των νεκρών, αν είναι πραγματικά αλήθεια ότι ο άνθρωποι θα αναστηθούν και οι ψυχές μας θα έρθουν πάλι μέσα στο σώμα μας την τελευταία ημέρα, και του δώσουν πάλι ζωή, ποιος από τα επτά αδέλφια θα έχει τη γυναίκα, εφ’ όσον και οι επτά την είχαν πάνω στην Γη;»

«Έχετε λάθος. Δεν καταλαβαίνετε ούτε τις Γραφές ούτε τη δύναμη του Θεού. Η άλλη ζωή θα είναι πολύ διαφορετική από αυτήν εδώ, και στην αιώνια Βασιλεία δεν θα υπάρχουν οι ανάγκες της σάρκας όπως είναι εδώ. Διότι αληθινά, μετά από την Τελευταία Κρίση τα σώματα θα αναστηθούν και θα ενωθούν με τις αθάνατες ψυχές και θα σχηματιστούν ολοκληρωμένες υπάρξεις, ζωντανές …όχι, περισσότερο ζωντανές απ’ όσο είστε εσείς και Εγώ τώρα, αλλά δεν θα υπόκεινται πλέον στους νόμους και προπαντός στα κίνητρα και στις αδικίες που υπάρχουν τώρα. Στην ανάσταση οι άνδρες και οι γυναίκες δεν θα παντρεύονται αλλά θα ζουν μέσα στην τέλεια αγάπη που είναι θεία
και πνευματική. Όσο για την ανάσταση των νεκρών, δεν διαβάσατε πώς μίλησε ο Θεός στον Μωυσή από τον θάμνο; Τι είπε τότε ο Ύψιστος; “Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ, ο Θεός του Ιακώβ”. Δεν είπε: “Ήμουν” ώστε να καταλάβει ότι ο Αβραάμ, ο Ισαάκ και ο Ιακώβ υπήρξαν κάποτε, αλλά δεν υπάρχουν πια. Είπε: “Είμαι”. Διότι ο Αβραάμ, ο Ισαάκ και ο Ιακώβ, υπάρχουν. Είναι αθάνατοι, όπως όλοι οι άνθρωποι με την αθάνατη πλευρά τους, ενώ περνούν οι αιώνες και αργότερα με το σώμα τους, που θα έχει αναστηθεί για την αιωνιότητα. Υπάρχουν όπως υπάρχει και ο Μωυσής, οι προφήτες, οι δίκαιοι, όπως δυστυχώς υπάρχει και ο Κάιν, και αυτοί από τον Κατακλυσμό, και οι Σοδομίτες και όλοι αυτοί που πέθαναν με θανάσιμα αμαρτήματα. Ο Θεός δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά ζωντανών».

«Κι Εσύ θα πεθάνεις και μετά θα ζήσεις ξανά;» Τον πειράζουν. Έχουν κουραστεί να είναι πράοι. Το μίσος τους είναι τόσο που δεν μπορούν  να ελέγξουν τους εαυτούς τους.
«Εγώ είμαι ο Ζωντανός και η Σάρκα Μου δεν θα γνωρίσει φθορά. Μας πήραν την Κιβωτό (της Διαθήκης) και η τωρινή θα μας εγκαταλείψει ακόμα και ως σύμβολο. Μας πήραν τη Σκηνή και θα την καταστρέψουν. Όμως δεν θα μπορέσουν να πάρουν τον αληθινό Ναό του Θεού και να τον καταστρέψουν. Όταν οι αντίπαλοί Του θα νομίσουν ότι το πέτυχαν, τότε θα είναι η ώρα που θα ιδρυθεί η αληθινή Ιερουσαλήμ με όλη της την δόξα. Αντίο».
Και βιαστικός προχωρά προς την Αυλή των Ισραηλιτών, διότι οι ασημένιες  σάλπιγγες καλούν για την απογευματινή θυσία.

*Η ονομασία Κέδρον δεν έχει να κάνει με το δέντρο "κέδρος" αλλά στα Εβραϊκά σημαίνει δροσερός, σκιερός.

ΠΗΓΗ: Το κεφ. 594 του βιβλίου «The Gospel as revealed to me» της Μ. Βαλτόρτα.

ΑΠΟΔΟΣΗ: Αγγελική Σ. Νατσούλη
 

 
    

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα χρώματα της αύρας και η σημασία τους

Τα Κρυστάλλινα Παιδιά

Γιατί οι Ινδιάνοι είχαν μακριά μαλλιά;

Τι γίνεται όταν πεθαίνουμε;