Ο Ιησούς αποφασίζει να πάει στον Λάζαρο

Το όραμα της Μαρίας Βαλτόρτα συνεχίζεται

Αρχίζει να σκοτεινιάζει στο μικρό λαχανόκηπο στο σπίτι του Σολομώντα και τα δένδρα και το περίγραμμα των σπιτιών γίνονται ασαφή και μπερδεύονται με τις σκιές και βυθίζονται στο λυκόφως. Τώρα όλα τα πράγματα που βρίσκονται πάνω στην Γη είναι πλέον ήχοι. Φωνές παιδιών μέσα από τα σπίτια, καλέσματα μανάδων, φωνές ανδρών για να επιστρέψουν τα κοπάδια ή το γαϊδούρι, κάποια τελευταία τριξίματα από τις τροχαλίες στα πηγάδια, ο θόρυβος με τα ξερά φύλλα από το βραδινό αεράκι. Πάνω, ψηλά, τα πρώτα αστέρια που τρεμοσβήνουν ακόμα αρχίζουν να σκορπίζονται στον ουρανό.

«Αύριο θα πείτε τα υπόλοιπα. Αρκετά για τώρα. Σκοτεινιάζει. Ας πάνε όλοι στα σπίτια τους. Ειρήνη σε σας. Ειρήνη σε σας».  

Τελικά ο κόσμος έφυγε και ο Πέτρος μπορεί να ξεκουραστεί μαζί με τον Ιάκωβο και τον Ιούδα, ο άλλος Ιάκωβος και ο Θωμάς, βοήθησαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους οι πιο επίμονοι.

«Ας κλείσουμε την πόρτα αλλιώς κάποιος θα αλλάξει γνώμη και θα επιστρέψει, σαν αυτούς τους δύο εκεί πέρα. Ωχ! Η μέρα μετά το Σάββατο είναι πραγματικά κουραστική!» λέει ο Πέτρος και πηγαίνει στην κουζίνα και κλείνει την πόρτα. Και προσθέτει: «Τώρα θα έχουμε ειρήνη».

Κοιτάζει τον Ιησού που κάθεται κοντά στο τραπέζι, απορροφημένος σε σκέψεις με τον ένα αγκώνα πάνω στο τραπέζι να ξεκουράζει με το χέρι Του το κεφάλι Του. Ο Πέτρος Τον πλησιάζει και ενώ ακουμπάει το χέρι του πάνω στον ώμο Του, λέει: «Είσαι κουρασμένος, ε! Τόσος κόσμος! Έρχονται απ’ όλα τα μέρη χωρίς να φοβούνται τον καιρό».

«Φοβούνται μην χάσουν εμάς», παρατηρεί ο Ανδρέας που καθαρίζει ψάρια. Και οι άλλοι ετοιμάζουν την φωτιά για να τα ψήσουν, είτε για να βράσουν ραδίκια. Οι σκιές τους φαίνονται πάνω στο λευκό τοίχο, ο οποίος φωτίζεται περισσότερο από την φωτιά παρά από την λάμπα. Ο Πέτρος αναζητάει ένα κύπελλο για να δώσει γάλα στον Ιησού που φαίνεται πολύ κουρασμένος». Αλλά δεν βρίσκει το γάλα και ρωτάει τους άλλους. «Ένα αγόρι ήπιε το τελευταίο γάλα που είχαμε. Το άλλο το ήπιαν ένα ζητιάνος και μια γυναίκα που ήταν άρρωστος ο άνδρας της», εξηγεί ο Βαρθολομαίος.

«Και ο Διδάσκαλος έμεινε χωρίς γάλα! Δεν έπρεπε να το δώσετε όλο».
«Αυτός το ήθελε...»
«Ω! Αυτός πάντα έτσι θέλει. Αλλά εμείς δεν πρέπει να Τον αφήνουμε να το κάνει. Δίνει τα ρούχα Του, δίνει το γάλα Του, δίνει τον Εαυτό Του και εξαντλείται...», ο Πέτρος δεν είναι ευχαριστημένος.
«Να είσαι καλός, Πέτρο! Είναι καλύτερα να δίνεις παρά να παίρνεις», λέει ο Ιησούς γρήγορα, που βγαίνει από τις σκέψεις Του.
«Βέβαια! Και Εσύ δίνεις και συνεχίζεις να δίνεις και έχεις εξαντληθεί. Και όσο περισσότερο δείχνεις στον κόσμο ότι θέλεις να είσαι γενναιόδωρος, τόσο Σε εκμεταλλεύονται περισσότερο», και εν τω μεταξύ σκουπίζει το τραπέζι με κάποια δυνατά φύλλα που εκχέουν ένα άρωμα πικραμύγδαλου και χρυσάνθεμου και καθαρίζει καλά για να ακουμπήσει το ψωμί και το νερό, και βάζει ένα κύπελλο μπροστά στον Ιησού.

Ο Ιησούς πίνει νερό σαν να είναι πολύ διψασμένος. Ο Πέτρος βάζει άλλο ένα κύπελλο από την απέναντι πλευρά του τραπεζιού που περιέχει ελιές και μίσχους από μάραθο. Προσθέτει την πιατέλα με τα ραδίκια που την ετοίμασε ήδη ο Φίλιππος και μαζί με τους συντρόφους του σέρνει κάποια πολύ πρωτόγονα σκαμνιά κοντά στο τραπέζι και τα προσθέτει στις τέσσερις καρέκλες που υπάρχουν στην κουζίνα, όμως πολύ λίγες για τους 13 ανθρώπους. Ο Ανδρέας φέρνει  τα ψάρια σε μια άλλη πιατέλα και με περισσότερο ψωμί πηγαίνει προς το τραπέζι. Ο Ιωάννης παίρνει την λάμπα του λαδιού και την βάζει στη μέση του τραπεζιού. Ο Ιησούς σηκώνεται, ενώ όλοι πλησιάζουν το τραπέζι για το δείπνο, και προσεύχεται με δυνατή φωνή, προσφέροντας το ψωμί και ευλογώντας το τραπέζι. Κάθεται και Τον μιμούνται και ο άλλοι και δίνει το ψωμί και τα ψάρια στον καθένα, δηλαδή, βάζει το ψάρι πάνω σε μια μεγάλη φέτα ψωμί, άλλοτε φρέσκια άλλοτε ημερών, που κάθε απόστολος έχει μπροστά του. Κατόπιν μοιράζονται τα ραδίκια με μία μεγάλη ξύλινη πιρούνα. Ακόμα και για τα χορταρικά τις φέτες το ψωμί τις μεταχειρίζονται σαν πιάτα. Μόνον ο Ιησούς έχει μπροστά Του ένα μεγάλο μεταλλικό πιάτο που μάλλον δεν είναι σε καλή κατάσταση και το μεταχειρίζεται για να χωρίσει τα ψάρια.  

Τρώνε και μιλούν για τα γεγονότα της ημέρας και ο Ιωάννης γελάει με την καρδιά του με την περιφρόνηση που έδειξε ο Πέτρος στον βοσκό από τα όρη Γαλαάδ, που περίμενε τον Ιησού να πάει εκεί πάνω, εκεί που ήταν το κοπάδι του, για να το ευλογήσει και έτσι να κερδίσει πολλά χρήματα για την προίκα της κόρης του.

«Δεν υπάρχει αστείο αν έλεγε: “Το κοπάδι μου υποφέρει από μια αρρώστια και αν πεθάνει θα καταστραφώ”. Εγώ τον λυπήθηκα. Εμείς οι ψαράδες θα αισθανόμαστε το ίδιο αν την βάρκα μας την έτρωγε το σαράκι, τότε δεν θα μπορούσε να εργαστεί κάποιος για το καθημερινό ψωμί. Και όλοι έχουμε δικαίωμα στη ζωή. Αλλά όταν είπε: “…και θέλω το κοπάδι μου να έχει υγεία διότι θέλω να γίνω πλούσιος και να καταπλήξω το χωριό με την μεγάλη προίκα που θα δώσω στην Έστερ και το μεγάλο σπίτι που θα χτίσω για μένα”, τότε θύμωσα. Του είπα: «Και ήρθες από τόσο μακριά μόνον γι’ αυτό; Δεν έχεις τίποτε μέσα στην καρδιά σου παρά μόνον την προίκα, τον πλούτο και το κοπάδι; Δεν έχεις ψυχή;» Αυτός μου απάντησε: “Υπάρχει χρόνος και γι’ αυτήν. Το κοπάδι και ο γάμος με ενδιαφέρουν περισσότερο προς το παρόν διότι υπάρχει ένα καλό συνοικέσιο και η Έστερ μεγαλώνει”. Τότε, αν δεν θυμόμουν ότι ο Ιησούς μας είχε πει ότι πρέπει να είμαστε ευγνώμονες προς όλους, και μας το είπε πρόσφατα, θα είχα χάσει την ψυχραιμία μου όταν του μιλούσα...»

«Και εμείς νομίσαμε ότι δεν θα σταματήσεις ποτέ να μιλάς. Δεν έπαιρνες ανάσα. Οι φλέβες στον λαιμό σου είχαν πεταχτεί έξω σαν κλωνάρια», λέει ο Ιάκωβος του Ζεβεδαίου.
«Ενώ ο βοσκός είχε φύγει, εσύ συνέχιζες το κήρυγμα. Ευτυχώς που λες ότι δεν μπορείς να μιλήσεις στον κόσμο», προσθέτει ο Θωμάς και τον αγκαλιάζει, λέγοντας: «Καημένε Σίμωνα! Πόσο θυμό είχες!»

«Μα δεν είχα δίκιο; Τι είναι ο Διδάσκαλος; Αυτός που φτιάχνει περιουσίες στους τρελούς του Ισραήλ; Ο κουμπάρος για τους γάμους των άλλων;»
«Μην θυμώνεις Σίμωνα, τα ψάρι θα σου φέρει δυσπεψία αν το φας με τόσο δηλητήριο», λέει χαριτολογώντας ο Ματθαίος με καλή διάθεση.
Όλοι γελούν. Ο Ιησούς χαμογελάει και παραμένει σιωπηλός. Βρίσκονται στο τέλος του φαγητού. Παραμένουν γύρω από το τραπέζι, κάπως τεμπέλικα από το καλό φαγητό και την ζέστη. Δεν μιλούν πολύ και κάποιοι παίρνουν έναν ύπνο. Ο Θωμάς περνάει την ώρα του σχεδιάζοντας με το μαχαίρι του ένα κλαράκι ανθισμένο πάνω στο ξύλινο τραπέζι.
Ξυπνούν από την φωνή του Ιησού που λέει: «Ας είναι ο Κύριος μαζί σας. Και τώρα πρέπει να πηγαίνουμε».

«Για πού Διδάσκαλε, στον βοσκό;» ρωτάει ο Πέτρος.
«Όχι, Σίμωνα. Για τον Λάζαρο. Θα επιστρέψομε στην Ιουδαία».
«Διδάσκαλε, θυμάσαι πως οι Ιουδαίοι Σε μισούν!» αναφωνεί ο Πέτρος.
«Αυτοί ήθελαν να Σε πετροβολήσουν πριν λίγο καιρό», λέει ο Ιάκωβος του Αλφαίου.«Όχι, Διδάσκαλε, δεν είναι φρόνιμο!» αναφωνεί ο Ματθαίος.
«Δεν ενδιαφέρεσαι για μας;» ρωτάει ο Ισκαριώτης.
«Ω! Διδάσκαλε μου και αδελφέ, Σε εκλιπαρώ στο όνομα της Μητέρας Σου, και στο όνομα της θεότητας που είναι μέσα Σου: μην επιτρέψεις στους σατανάδες να Σε αγγίξουν, να διαστρεβλώσουν τα λόγια Σου. Εσύ είσαι Μόνος, Ολομόναχος ενάντια στον κόσμο που Σε μισεί και είναι ισχυρός πάνω στην Γη», λέει ο Θαδδαίος.

«Διδάσκαλε, προστάτεψε την ζωή Σου, τι θα συμβεί σε μένα, σε όλους μας, αν δεν Σε έχουμε πλέον;» λέει ο Ιωάννης που είναι ταραγμένος και τον κοιτάζει με μάτια ορθάνοιχτα, τα μάτια ενός τρομαγμένου πληγωμένου παιδιού. Μετά την πρώτη αντίρρηση του ο Πέτρος στρέφεται προς τους πιο ηλικιωμένους αποστόλους και στον Θωμά και τον Ιάκωβο του Ζεβεδαίου. Όλοι έχουν την γνώμη πως ο Ιησούς δεν πρέπει να βρίσκεται κοντά στην Ιερουσαλήμ, τουλάχιστον μέχρι το Πάσχα αλλά να βρίσκεται σε πιο ασφαλή μέρη, διότι, είπαν, ότι η παρουσία πολλών πιστών, που έρχονται απ’ όλα τα μέρη της Παλαιστίνης για τις γιορτές του Πάσχα, θα υπερασπιστεί τον Διδάσκαλο. Κανείς απ’ αυτούς που Τον μισούν, δεν θα τολμήσει να Τον αγγίξει όταν θα Τον περιτριγυρίζει τόσος πολύς κόσμος με αγάπη... Και Του μιλούν με ανησυχία, σχεδόν με υπερβολή... η αγάπη τούς κάνει να μιλούν.  

«Ειρήνη! Ειρήνη! Η μέρα δεν έχει δώδεκα ώρες; Ο άνθρωπος που βαδίζει την ημέρα δεν σκοντάφτει διότι έχει το φως της ημέρας για να βλέπει, ενώ αν περπατάει τη νύχτα, σκοντάφτει διότι δεν βλέπει. Εγώ ξέρω τι κάνω διότι το Φως είναι μέσα Μου. Εσείς αφεθήκατε να σας οδηγήσει Αυτός Που βλέπει. Και να έχετε υπόψη ότι μέχρι να έρθει η ώρα του σκότους, τίποτε κακό δεν θα γίνει. Όμως, όταν έρθει εκείνη η ώρα, καμία απομάκρυνση ούτε δύναμη, ούτε και οι στρατιές του Καίσαρα, δεν θα μπορέσουν να Με σώσουν από τους Ιουδαίους. Διότι αυτό που είναι γραμμένο πρέπει να εκπληρωθεί και οι δυνάμεις του κακού ήδη εργάζονται σιωπηλά για να αποτελειώσουν το έργο τους. Λοιπόν αφήστε Με να κάνω αυτό που θέλω και να κάνω το καλό όσο είμαι ακόμα ελεύθερος και μπορώ να το κάνω. Θα έρθει η ώρα που δεν θα μπορώ ούτε το δάχτυλο Μου να σηκώσω, ούτε μια λέξη να μην μπορώ να πω για να κάνω ένα θαύμα. Ο κόσμος θα Μου στερήσει όλες Μου τις δυνάμεις. Μια τρομακτική ώρα τιμωρίας για τον άνθρωπο. Όχι, για Μένα. Για τον άνθρωπο που αρνήθηκε να Με αγαπήσει. Μια
ώρα που θα επαναλαμβάνεται μόνη της, μέσα από το θέλημα του ανθρώπου που θα έχει απορρίψει την Θεότητα, σε σημείο να θεωρεί τον εαυτό του άθεο, ακόλουθο του Σατανά και του καταραμένου γιου του. Μια ώρα που θα έρθει όταν το τέλος αυτού του κόσμου θα είναι κοντά. Η έλλειψη πίστης που επικρατεί θα κάνει την δύναμη Μου σε θαύματα, μηδενική, όχι επειδή θα την χάσω, αλλά επειδή δεν υπάρχει θαύμα εκεί που δεν υπάρχει πίστη, και δεν υπάρχει θέληση για να την έχει, εκεί που ένα θαύμα θα γινόταν, ένα είδος περιφρόνησης και ένα
όργανο που θα βοηθούσε το κακό, θα χρησιμοποιούσε το καλό που έλαβε για να το στρέψει σε χειρότερο κακό.

Τώρα μπορώ ακόμα να κάνω θαύματα, και τα κάνω για να δίνω δόξα στον Θεό. Λοιπόν, ας πάμε στον φίλο Μου τον Λάζαρο που κοιμάται. Ας πάμε να τον ξυπνήσομε από τον ύπνο του για να είναι έτοιμος και ξεκούραστος να υπηρετήσει τον Διδάσκαλο του».
«Όμως αν κοιμάται είναι καλό. Σίγουρα θα γίνει καλύτερα. Ο ίδιος ο ύπνος είναι θεραπεία. Γιατί να τον ξυπνήσουμε;» συμβουλεύουν τον Ιησού.
«Ο Λάζαρος πέθανε. Περίμενα να πεθάνει, για να πάω, όχι για τις αδελφές του, ούτε γι’ αυτόν. Αλλά για σας. Για να πιστέψετε εσείς. Για να δυναμώσετε στην πίστη. Πάμε στον Λάζαρο».

«Εν τάξει! Πάμε! Θα πεθάνουμε όλοι όπως πέθανε και αυτός και Εσύ θέλεις να πεθάνεις», λέει ο Θωμάς, ένας καρτερικός μοιρολάτρης.
«Θωμά! Θωμά! Και όλοι εσείς που κρίνετε και γκρινιάζετε μέσα στην καρδιά σας, πρέπει να ξέρετε ότι όποιος θέλει να Με ακολουθήσει, θα πρέπει να φροντίσει για τη ζωή του με τον ίδιο τρόπο που κάνει το πουλί για ένα περαστικό σύννεφο. Δηλαδή, να το αφήσει να το πάει όπου θέλει ο άνεμος. Ο άνεμος είναι το θέλημα του Θεού που μπορεί να σας δώσει τη ζωή, μπορεί και να σας την πάρει, όπως Αυτός θέλει, και εσείς δεν πρέπει να λυπάστε γι’ αυτό, όπως και το πουλί δεν λυπάται τα σύννεφα που περνούν, αλλά κελαηδάει το ίδιο διότι είναι βέβαιο ότι θα φτιάξει πάλι ο καιρός.
Διότι το σύννεφο είναι το γεγονός, ο ουρανός είναι η πραγματικότητα. Ο ουρανός είναι πάντα γαλανός ακόμα και αν τα σύννεφα τού δίνουν γκρίζο χρώμα. Είναι και παραμένει γαλανός πάνω από τα σύννεφα. Το ίδιο συμβαίνει και στην αληθινή Ζωή. Υπάρχει και παραμένει, ακόμα και αν τελειώσει η ανθρώπινη ζωή. Όποιος θέλει να Με ακολουθήσει, ας μην ανησυχεί για την ζωή του, ούτε να φοβάται γι’ αυτήν.

Εγώ θα σας δείξω πως κατακτώνται οι Ουρανοί. Όμως πως θα μπορέσετε να Με μιμηθείτε αν φοβάστε να έρθετε στην Ιουδαία, ενώ για την ώρα δεν θα σας πειράξουν; Μήπως διστάζετε να εμφανιστείτε μαζί Μου; Μπορείτε να φύγετε
. Όμως αν θέλετε να μείνετε πρέπει να μάθετε να αψηφάτε τον κόσμο, με τις κριτικές του, τις παγίδες του, τις κοροϊδίες του, τα βασανιστήρια του, για να μπορέσετε να κατακτήσετε την Βασιλεία Μου. Λοιπόν, πάμε να φέρουμε πίσω τον Λάζαρο στη ζωή, που κοιμάται στον τάφο του για δυο ημέρες, διότι πέθανε το βράδυ που ήρθε εδώ από την Βηθανία ο υπηρέτης του. Αύριο, την έκτη ώρα, όταν απολύσω αυτούς που θα Με περιμένουν αύριο, θα φύγουμε απ’ εδώ, θα περάσουμε το ποτάμι, θα περάσουμε τη νύχτα στο σπίτι της Βερονίκης και μετά, τα ξημερώματα, θα αναχωρήσουμε για τη Βηθανία από το δρόμο που περνάει από την Εν-Σεμές. Θα βρισκόμαστε στην Βηθανία την έκτη ώρα. Και θα υπάρξουν πολλοί άνθρωποι που οι καρδιές τους θα αναστηθούν. Σας το υπόσχομαι και θα κρατήσω την υπόσχεση Μου».

«Σε ποιόν το υπόσχεσαι, Κύριε;» ρωτάει ο Ιάκωβος του Αλφαίου φοβισμένος.

«Σε αυτούς που Με μισούν και σε αυτούς που Με αγαπούν και στους δυο με τον πιο σαφή τρόπο. Θυμάστε τις λογομαχίες με τους γραμματείς στην Κεδής; Θα μπορούσαν να με αποκαλέσουν απατεώνα διότι ανέστησα ένα κοριτσάκι που μόλις είχε πεθάνει και έναν που ήταν νεκρός μια ημέρα. Είπαν: “Ακόμα δεν ανέστησες κάποιον που βρίσκεται σε αποσύνθεση”. Στην πραγματικότητα μόνον ο Θεός μπορεί να ανασύρει κάποιον από τη λάσπη και τη σήψη και να κάνει ένα σώμα ζωντανό και υγιές. Λοιπόν, αυτό θα κάνω. 

Τότε, στις όχθες του Ιορδάνη, Εγώ ο ίδιος υπενθύμισα στους γραμματείς την πρόκληση και τους είπα: “Με το καινούργιο φεγγάρι, αυτό θα γίνει”. Αυτό γι’ αυτούς που Με μισούν. Κατόπιν στις αδελφές, που Με αγαπούν με απόλυτο τρόπο, τους υποσχέθηκα να ανταμείψω την πίστη τους αν συνεχίσουν να ελπίζουν σε αυτό που είναι απίστευτο. Τις δοκίμασα αυστηρά και τις πόνεσα πολύ και μόνον Εγώ ξέρω πως αισθάνεται η καρδιά τους αυτές τις μέρες και πόσο τέλεια είναι η αγάπη τους. Ειλικρινά σας λέω ότι τους αξίζει μια μεγάλη ανταμοιβή διότι λυπούνται περισσότερο και από τον θάνατο του αδελφού τους και αγωνιούν ότι μπορεί να έκανα λάθος. Εγώ φαινόμουν απορροφημένος, κουρασμένος και θλιμμένος αυτό τον καιρό, αλλά ήμουν κοντά τους με το πνεύμα Μου και άκουγα τους αναστεναγμούς τους και μετρούσα τα δάκρυα τους. 

Καημένες αδελφές! Τώρα βιάζομαι να φέρω πίσω στην Γη έναν δίκαιο άνθρωπο, έναν αδελφό στην αγκαλιά των αδελφών τους, έναν μαθητή μαζί με τους μαθητές Μου. Κλαις, Σίμωνα; Ναι. Εσύ και Εγώ είμαστε οι καλύτεροι φίλοι του Λάζαρου, και μέσα στο κλάμα σου υπάρχει η θλίψη για τον πόνο της Μάρθας και της Μαρίας και η αγωνία του φίλου, όμως υπάρχει ήδη η χαρά επειδή ήδη ξέρεις ότι σύντομα θα επιστρέψει στην αγάπη μας. Ας αρχίσουμε, ας ετοιμάσουμε τους σάκους μας και να ξεκουραστούμε για να σηκωθούμε τα ξημερώματα και να συγυρίσουμε εδώ όπου... η επιστροφή μας είναι σίγουρη. Θα πρέπει να δώσουμε στους φτωχούς όλα όσα έχουμε και να πούμε στους πιο ικανούς να κρατήσουν τους προσκυνητές που θα Με αναζητούν, μέχρι να πάω σ’ ένα πιο ασφαλές μέρος.

…Πάμε. Σβήστε την φωτιά και ανάψτε τις λυχνίες και ας κάνει ο καθένας αυτά που πρέπει να γίνουν και να πάει να ξεκουραστεί. Ειρήνη σε όλους σας», και σηκώνεται, τους ευλογεί και αποσύρεται στο μικρό δωμάτιο Του.

«Έχει πεθάνει πριν λίγες μέρες!» λέει ο Ζηλωτής.
«Αυτό είναι ένα θαύμα!» αναφωνεί ο Θωμάς.
«Θέλω να δω τι δικαιολογίες θα μας πουν για να μας αμφισβητήσουν», λέει ο Ανδρέας.
«Μα πότε ήρθε ο υπηρέτης;» ρωτάει ο Ισκαριώτης.
«Το απόγευμα, πριν την Παρασκευή», απαντάει ο Πέτρος.
«Ναι; Γιατί δεν μας το είπες;» ρωτάει ξανά ο Ισκαριώτης.
«Διότι ο Διδάσκαλος μού είπε να μην το αναφέρω», λέει ξανά ο Πέτρος.
«Λοιπόν όταν θα φτάσουμε εκεί θα είναι στον τάφο για τέσσερις μέρες;»
«Σίγουρα! Παρασκευή απόγευμα μια ημέρα, Σάββατο απόγευμα δύο ημέρες, απόψε η τρίτη μέρα, αύριο η τέταρτη... δηλαδή τέσσερις μέρες και μισή… Αιώνια δύναμη! Μα θα είναι σε αποσύνθεση!» λέει ο Ματθαίος.
«Θα είναι σε αποσύνθεση. Να δω και αυτό και μετά…»
«Τι Σίμωνα Πέτρο;» ρωτάει ο Ιάκωβος του Αλφαίου.

«Μετά, αν δεν αλλάξει ο Ισραήλ, ούτε και ο Γιαχβέ με τις αστραπές δεν θα μπορέσει να τον αλλάξει».
Και φεύγουν, μιλώντας γύρω από αυτά.

ΠΗΓΗ: το κεφ. 547 του βιβλίου "The Gospel as revealed to me".

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα χρώματα της αύρας και η σημασία τους

Τα Κρυστάλλινα Παιδιά

Γιατί οι Ινδιάνοι είχαν μακριά μαλλιά;

Τι γίνεται όταν πεθαίνουμε;