Η κηδεία του Λαζάρου (άγνωστες πτυχές)

(To όραμα της Μαρίας Βαλτόρτα συνεχίζεται...)

Έχει ήδη νυχτώσει όταν ο υπηρέτης που έστειλε η Μάρθα για να ειδοποιήσει τον Ιησού, περνάει μέσα από το ποτάμι κεντρίζοντας το άλογο του που αχνίζει από ιδρώτα στην προσπάθεια ν' ανέβει στην απέναντι όχθη  του Ιορδάνη, πάνω στο δρόμο που οδηγεί στο χωριό. Τα πλευρά του όμορφου ζώου ανεβοκατεβαίνουν από την γρήγορη και μακριά διαδρομή που έκανε. Το σκούρο τρίχωμά του μοιάζει με ύφασμα γυαλιστερό από τα νερά και το στήθος του είναι γεμάτο άσπρους αφρούς… ξεφυσάει, σηκώνει τον λαιμό του και κουνάει το κεφάλι του.

Έφτασαν στο σπίτι. Ο υπηρέτης πηδάει στο έδαφος, δένει το άλογο στον φράχτη και βάζει μια φωνή. Από το σπίτι φαίνεται το κεφάλι το Πέτρου και η χονδρή φωνή του ρωτάει: «Ποιος φωνάζει; Ο Διδάσκαλος είναι κουρασμένος. Για πολλές ώρες δεν έχει ειρήνη. Τώρα σχεδόν σκοτείνιασε. Έλα πάλι αύριο».
«Δεν θέλω τίποτα από τον Διδάσκαλο. Είμαι υγιής θέλω μόνο να Του πω δυο λόγια».

Ο Πέτρος πλησιάζει και λέει: «Από ποιόν, αν δεν σε πειράζει που ρωτώ; Δεν θα αφήσω κανένα να περάσει χωρίς να είμαι σίγουρος, ιδιαίτερα απ’ αυτούς που βρωμούν Ιερουσαλήμ, όπως κι εσύ», και πλησιάζει αργά διότι οι υποψίες του μεγαλώνουν όταν βλέπει το όμορφο φροντισμένο μαύρο άλογο. Όμως, όταν βρίσκεται απέναντι στον άνδρα, ενθουσιάζεται: «Εσύ; Εσύ δεν είσαι ένας από τους υπηρέτες του Λάζαρου;»

Ο υπηρέτης δεν ξέρει τι να πει. Η κυρά του, του είπε να μιλήσει μόνον στον Ιησού. Αλλά ο απόστολος φαίνεται να είναι αποφασισμένος να μην τον αφήσει να περάσει. Όμως, επειδή ξέρει ότι το όνομα του Λάζαρου είναι αγαπητό στους αποστόλους, αποφάσισε να πει: «Ναι, είμαι ο Ιωνάς, ο υπηρέτης του Λάζαρου. Πρέπει να μιλήσω στον Ιησού».

«Μήπως ο Λάζαρος δεν είναι καλά; Αυτός σε έστειλε;»

«Όχι δεν είναι καλά. Αλλά ας μην χάνω χρόνο. Πρέπει να επιστρέψω το γρηγορότερο πίσω». Και για να πείσει τον Πέτρο, του λέει: «Τα μέλη των Σανχεντρίν ήρθαν στην Βηθανία…» 
«Τα μέλη των Σανχεντρίν!!! Πέρασε! Πέρασε!» και ανοίγει την καγκελόπορτα λέγοντας: «Φέρε το άλογο. Θα του δώσουμε νερό και λίγο χορτάρι, αν θέλεις».

«Έχω λίγο σανό, αλλά και το χορτάρι καλό είναι. Το νερό θα το δώσουμε αργότερα, ίσως το πειράξει τώρα».

Ο υπηρέτης το σκεπάζει με μια κουβέρτα που ήταν δεμένη στην σέλα, και του δίνει λίγο σανό και τα χόρτα που έφερε ο Πέτρος. Μετά, ο Πέτρος τον οδηγεί στην κουζίνα όπου του δίνει ένα κύπελλο με ζεστό γάλα που παίρνει από το δοχείο κοντά στην φωτιά, αντί για το νερό που ζήτησε ο υπηρέτης. Όσο ο υπηρέτης το πίνει και ζεσταίνεται κοντά στην φωτιά, ο Πέτρος δεν κάνει ερωτήσεις περιέργειας, αλλά λέει: « Έκανες όλη τη διαδρομή χωρίς να σταματήσεις;»

«Χωρίς να σταματήσω. Και το ίδιο θα κάνω και στην επιστροφή».

«Θα πρέπει να είσαι κουρασμένος. Το άλογο θα τα καταφέρει;»
«Το ελπίζω, άλλωστε στην επιστροφή δεν θα τρέχω τόσο γρήγορα όσο όταν ερχόμουν».
«Σύντομα θα νυχτώσει. Το φεγγάρι ήδη φαίνεται… Πως θα τα καταφέρεις με το ποτάμι;»
«Ελπίζω να βρίσκομαι εκεί πριν από την δύση του φεγγαριού. Διαφορετικά θα σταματήσω στο δάσος μέχρι να ξημερώσει. Όμως θα πας στον Διδάσκαλο;»
«Ναι, είναι σ’ αυτό το δωμάτιο, ξεκουράζεται. Διότι έρχεται πολύς κόσμος εδώ. Φοβάμαι μάλιστα μην μαθευτούν όλα αυτά και εμφανιστούν οι Φαρισαίοι για να μας εμποδίσουν. Πάρε ακόμα λίγο γάλα. Πρέπει να αφήσεις και το άλογο να φάει... και να ξεκουραστεί. Τα πλευρά του τραντάζονταν σαν ένα κακοδεμένο ιστίο…»

«Όχι, εσείς χρειάζεστε το γάλα, είστε τόσοι πολλοί».
«Ναι, αλλά αν εξαιρέσουμε τον Διδάσκαλο που μιλάει τόσο πολύ μέχρι που πονάει το στήθος Του, και τους πιο ηλικιωμένους, εμείς, που είμαστε δυνατοί, προτιμάμε το φαγητό για να ασχολούνται τα δόντια μας. Πάρε λίγο. Ήταν και ο Ιωσήφ μαζί τους; Και ο Νικόδημος;»
«Όχι, αυτοί είχαν έρθει πρωτύτερα. Και ο Μαναήν ήρθε. Οι άλλοι δεν ήταν φίλοι του Κυρίου».
«Ε! Αυτό το πιστεύω! Είναι τόσο λίγοι από τα μέλη των Σανχεντρίν που Τον αγαπούν! Μα τι ακριβώς ήθελαν;»
«Να χαιρετίσουν τον Λάζαρο, έτσι είπαν όταν ήρθαν... όμως ας μη χάνω άλλο τον χρόνο μου, Σίμωνα του Ιωνά».
«Έχεις δίκιο. Έλα».

Ο Πέτρος τον οδηγεί σε μια πόρτα και χτυπάει λέγοντας: «Διδάσκαλε, είναι εδώ ένας από τους υπηρέτες του Λάζαρου που θέλει να Σου μιλήσει».
«Ας έρθει μέσα», λέει ο Ιησούς.

Ο Πέτρος ανοίγει την πόρτα, αφήνει τον υπηρέτη να μπει, κλείνει την πόρτα και αποσύρεται προς την πυροστιά για να νεκρώσει την περιέργειά του. Ο Ιησούς, που κάθεται στην άκρη του μικρού Του κρεβατιού στο μικρό δωμάτιο, όπου μόλις χωράει το κρεβάτι και το άτομο που το χρησιμοποιεί, και το οποίο άλλοτε σίγουρα ήταν αποθηκούλα διότι υπάρχουν ακόμα γάντζοι πάνω στους τοίχους και ράφια, κοιτάζει με ένα χαμόγελο τον υπηρέτη που γονάτισε και τον χαιρετάει.

«Ειρήνη μαζί σου» και προσθέτει: «Τι νέα Μου φέρνεις; Σήκω και μίλησε».
«Η κυρά μου με στέλνει για να Σου πω να πας αμέσως εκεί, διότι ο Λάζαρος είναι πολύ άρρωστος και ο γιατρός λέει πως θα πεθάνει. Η Μάρθα και η Μαρία Σε ικετεύουν και με έστειλαν να Σου πω; “Έλα, διότι μόνον Εσύ μπορείς να τον θεραπεύσεις!”».
«Πες τους να μην ανησυχούν. Αυτή δεν είναι μια ασθένεια που θα φέρει τον θάνατο του, αλλά τη δόξα του Θεού για να δοξαστεί η δύναμη Του μέσα από τον Γιο Του».
«Μα η κατάστασή του είναι πολύ σοβαρή, Διδάσκαλε! Το σώμα του είναι μολυσμένο με γάγγραινα και δεν τρέφεται πλέον. Εξάντλησα το άλογο μου για να έρθω εδώ όσο πιο γρήγορα γινότανε...».
«Δεν πειράζει, είναι όπως σου το λέω». 
«Μα θα έρθεις;»
«Θα έρθω. Πες τους ότι θα έρθω και να έχουν πίστη. Πες τους να έχουν πίστη. Απόλυτη πίστη. Το κατάλαβες; Πήγαινε. Ειρήνη μαζί σου και σε αυτούς που σε στέλνουν. Σου λέω πάλι: Πρέπει να έχουν πίστη. Απόλυτη πίστη, πήγαινε».

Ο υπηρέτης Τον χαιρετάει και αποσύρεται.
Ο Πέτρος τρέχει προς αυτόν και του λέει: «Ήσουν σύντομος σε όσα Του είπες: Εγώ νόμιζα ότι θα έβγαζες έναν μεγάλο λόγο…» και τον κοιτάζει… τον κοιτάζει… η επιθυμία του να μάθει ιδρώνει όλους τους πόρους του προσώπου του, όμως συγκρατείται.

«Φεύγω, θέλεις να μου δώσεις νερό για το άλογο μου; Μετά θα φύγω». 
«Έλα. Νερό!.. Έχουμε ολόκληρο ποτάμι να σου δώσουμε, εκτός από το πηγάδι μας», λέει ο Πέτρος που κρατάει μια λάμπα, βαδίζει μπροστά απ’ αυτόν και του δίνει το νερό που ζήτησε.

Δίνουν νερό στο άλογο. Ο υπηρέτης βγάζει την κουβέρτα, ελέγχει τις οπλές του, το σαμάρι, τα χαλινάρια, τους αναβατήρες. Εξηγεί: «Έτρεξε πολύ και πολύ γρήγορα! Όμως όλα είναι εντάξει. Αντίο, Σίμωνα Πέτρο και προσευχήσου για μας». 

Ο Πέτρος τον κρατάει με το ένα χέρι του πίσω και του λέει: «Ένα πράγμα θα ήθελα μόνον να ξέρω: «Μήπως Αυτός κινδυνεύει που βρίσκεται εδώ; Σας απείλησαν; Ήθελαν να μάθουν από τις αδελφές πού βρίσκεται; Πες μου, στο όνομα του Θεού!»
«Όχι, Σίμωνα, όχι. Ποτέ δεν είπαν κάτι τέτοιο. Ήρθαν για τον Λάζαρο... Εμείς υποπτευόμαστε ότι ήρθαν να δουν αν ήταν ο Διδάσκαλος εκεί και αν ο Λάζαρος ήταν λεπρός, διότι η Μάρθα φώναζε δυνατά ότι δεν είναι λεπρός και έκλαιγε. Αντίο Σίμωνα. Ειρήνη μαζί σου». 

Ο Πέτρος παραμένει σκεπτικός. Μετά κλείνει την καγκελόπορτα και γυρίζει στο σπίτι. Πηγαίνει στον Ιησού που κάθεται ακόμα πάνω στο μικρό κρεβάτι και είναι απορροφημένος σε σκέψεις, αλλά ανασηκώνεται όταν ακούει τον Πέτρο να Τον πλησιάζει και να Τον κοιτάζει με πολλά ερωτηματικά. Χαμογελάει στον απόστολό Του.
«Χαμογελάς, Διδάσκαλε;»
«Χαμογελάω με σένα Σίμωνα του Ιωνά. Κάθισε εδώ, κοντά Μου. Οι άλλοι επέστρεψαν;»
«Όχι, Διδάσκαλε. Ούτε ο Θωμάς. Ίσως να βρήκε κάποιον να μιλήσει».
«Καλό αυτό».
«Καλό που θα μιλήσει; Καλό που οι άλλοι αργούν; Αυτός μιλάει πολύ. Είναι πάντα χαρούμενος! Και οι άλλοι; Πάντα ανησυχώ μέχρι να επιστρέψουν. Πάντα φοβάμαι».
«Ποιο πράγμα καλέ Μου Σίμωνα; Προς το παρόν δεν θα πάθουμε τίποτα, πίστεψέ Με. Άφησε τον νου σου να ξεκουραστεί και κάνε ό,τι κάνει και ο Θωμάς που είναι πάντα χαρούμενος. Εσύ, αντιθέτως, είσαι πολύ λυπημένος για αρκετό καιρό».
«Πες μου την αλήθεια, Κύριε μου, Σε ρωτώ γονατιστός (και γονατίζει). Τι Σου είπε ο υπηρέτης του Λάζαρου; Ότι Σε ζητούν; Ότι θέλουν να Σου κάνουν κακό; Ότι…»

Ο Ιησούς ακουμπάει το χέρι Του πάνω στο κεφάλι του Πέτρου και λέει: «Όχι, Σίμωνα! Τίποτα απ’ αυτά. Ήρθε να Μου πει ότι ο Λάζαρος είναι χειρότερα, και μιλήσαμε μόνον για τον Λάζαρο».
«Αλήθεια;»
«Αλήθεια, Σίμωνα. Και τους είπα να έχουν πίστη».
«Όμως ξέρεις ότι οι Σανχεντρίν πήγαν στην Βηθανία;»
«Που είναι φυσικό! Η οικογένεια του Λάζαρου είναι πολύ ισχυρή. Και σύμφωνα με τα έθιμά μας, πρέπει να δίνεται αυτή η τιμή στους ισχυρούς άνδρες που πεθαίνουν. Μην καταπιέζεσαι, Σίμωνα».
«Όμως αληθινά σκέπτεσαι ότι δεν το εκμεταλλεύτηκαν αυτό σαν δικαιολογία για να...», επιμένει ο Πέτρος.
«Για να δουν αν ήμουν εκεί. Λοιπόν, δεν Με βρήκαν. Χαμογέλα, μην είσαι τόσο φοβισμένος σαν να Με έχουν ήδη πιάσει. Έλα εδώ, δίπλα Μου, καημένε Σίμωνα, που δεν θέλεις καθόλου να πεισθείς ότι τίποτα κακό δεν μπορεί να έρθει μέχρι την στιγμή που θα το ορίσει ο Θεός, και ότι τότε… τίποτα δεν θα μπορεί να Με προστατέψει από το Κακό...»
Ο Πέτρος αγκαλιάζει το Ιησού απ’ τον λαιμό και Του λέει: «Σώπα! Σώπα! Μη μου λες τέτοια πράγματα! Δεν θέλω να τα ξέρω!»

Ο Ιησούς καταφέρνει να απελευθερωθεί για να μπορεί να μιλήσει και ψιθυρίζει: 
«Δεν θέλεις να τα ακούς! Αυτό είναι το λάθος! Και σε λυπάμαι… Άκουσε Σίμωνα. Μιας και είσαι ο μόνος που βρίσκεται εδώ, μόνον εσύ και Εγώ θα ξέρουμε τι έγινε. Με καταλαβαίνεις;»
«Ναι, Διδάσκαλε, δεν θα το αναφέρω στους συντρόφους μου».
«Πόσες θυσίες, έτσι, Σίμωνα;»
«Θυσίες; Ποιες; Είναι χαρά να βρίσκομαι εδώ. Έχουμε τα απαραίτητα».
«Η θυσία να μην κάνεις ερωτήσεις, να μην μιλάς, να ανέχεσαι τον Ιούδα... να είσαι μακριά από τη λίμνη που αγαπάς... Όμως ο Θεός θα σε ανταμείψει για όλα αυτά».
«Ω! Αν εννοείς αυτό!.. αντί για τη λίμνη έχω τον ποταμό και μου αρκεί. Όσο για τον Ιούδα… έχω Εσένα Που με ανταμείβεις ολοκληρωτικά.  
Πόσο χαρούμενος είμαι που βρίσκομαι εδώ, μαζί Σου! Στην αγκαλιά Σου! Το παλάτι του Καίσαρα δεν θα μου φαινόταν ωραιότερο από αυτό το σπίτι, αν μόνο μπορούσα να είμαι πάντα εδώ στην αγκαλιά Σου…».

«Τι ξέρεις για το παλάτι του Καίσαρα; Το έχεις δει;»
«Όχι, και δεν θα το δω ποτέ. Και δεν με νοιάζει. Αλλά το φαντάζομαι μεγάλο και όμορφο, γεμάτο ωραία πράγματα... και βρωμιά. Όπως όλη η Ρώμη, υποθέτω. Δεν θα έμενα εκεί ακόμη και αν με σκέπαζαν με χρυσάφι!»
«Πού; Στο παλάτι του Καίσαρα ή στη Ρώμη;»
«Και στα δυο. Ανάθεμα!»
«Όμως επειδή αυτοί είναι έτσι, γι’ αυτό χρειάζονται το Ευαγγέλιο».
«Και τι θέλεις να κάνω στη Ρώμη; Εκεί είναι μπορντέλο. Δεν γίνεται τίποτα εκεί, εκτός και αν έρθεις Εσύ. Τότε!...»
«Θα έρθω, η Ρώμη είναι η πρωτεύουσα του κόσμου. Αν κατακτηθεί η Ρώμη, τότε κατακτήθηκε όλος ο κόσμος».
«Θα πάμε στη Ρώμη; Ανακηρύσσεσαι βασιλιάς εκεί;! Το έλεος και η δύναμη του Θεού! Αυτό είναι ένα θαύμα!»
Ο Πέτρος σηκώνεται με τα χέρια ψηλά και στέκεται μπροστά στον Ιησού ο οποίος του χαμογελάει και του απαντάει: «Θα πάω εκεί, μέσα από τους αποστόλους Μου. Εσύ θα την κατακτήσεις για Μένα. Και Εγώ θα Είμαι μαζί σου. Όμως κάποιος ήρθε έξω εκεί. Πάμε Πέτρο».  

Η κηδεία του Λαζάρου 

Τα νέα για την κηδεία του Λάζαρου πρέπει να μοιάζουν όπως όταν χτυπάμε ένα μελίσσι με ένα ξύλο. Όλοι στην Ιερουσαλήμ μιλούν γι’ αυτό. Οι πρόκριτοι, οι έμποροι, οι απλοί άνθρωποι, οι φτωχοί άνθρωποι, άνθρωποι από τις γύρω περιοχές, ξένοι περαστικοί που σχετίζονται με το μέρος, ξένοι που βρίσκονται εκεί για πρώτη φορά και ρωτούν ποιος είναι ο άνδρας που ο θάνατος του προκάλεσε τόση συγκίνηση, οι Ρωμαίοι, οι λεγεωνάριοι, οι Λευίτες και οι ιερείς… Κάποιοι επαινούν, κάποιοι κλαίνε, κάποιοι αισθάνονται ότι γίνονται πιο ισχυροί από πριν, κάποιοι θρηνούν: «Ποτέ πια δεν θα έχω ένα τέτοιο αφεντικό». Κάποιοι αναφέρουν τα προτερήματά του, κάποιοι περιγράφουν την περιουσία του και την συγγένεια, τις επιχειρήσεις του πατέρα του και την ομορφιά της μητέρας του και τα πλούτη και την “βασιλική” γέννηση, άλλοι αντιθέτως θυμούνται τα γεγονότα τα οποία κάποιος θα έπρεπε να βλέπει με περισσότερη αγάπη, ιδιαίτερα όταν υπάρχει ένας νεκρός που υπέφερε πολλά απ’ αυτά... 

Μικρές ομάδες ανθρώπων εμφανίζονται με τα πιο άσχημα νέα εξ αιτίας της απουσίας του Χριστού από το σπίτι του μεγάλου Του φίλου και προστάτη, ακριβώς αυτή τη στιγμή. Οι γνώμες που επικρατούν είναι δυο: η μία ότι όλα αυτά συνέβησαν εξ αιτίας της κακής συμπεριφοράς των Ιουδαίων, των Φαρισαίων και των ομοίων τους, και η άλλη, ότι ο Διδάσκαλος, επειδή ο Λάζαρος αντιμετώπιζε μια πραγματικά θανατηφόρο νόσο, έφυγε πονηρά διότι οι απάτες Του δεν θα είχαν επιτυχία σ’ αυτήν την περίπτωση. Ακόμα και χωρίς να είναι κάποιος πονηρός μπορεί να καταλάβει την πηγή αυτής της άποψης, η οποία πικραίνει πολλούς που ανταπαντούν, «Είσαι και συ Φαρισαίος; Αν είσαι, να φροντίζεις τον εαυτό σου διότι τον μόνον Άγιο δεν Τον καταριούνται όταν βρισκόμαστε εμείς εδώ! Εσείς, σιχαμερές οχιές γεννηθήκατε από ύαινες που ζευγάρωσαν με τον Λεβιάθαν! Ποιός σας πληρώνει για να καταριέστε τον Μεσσία;»   

Ο δρόμος για τη Βηθανία
Ο κόσμος τρέχει από εδώ και από εκεί, προσπαθώντας να μάθει περισσότερα. Γυναίκες φωνάζουν και καλούν τους άνδρες τους. Λεγεωνάριοι με φρουρά περιφέρονται και διαλύουν τα πλήθη με τα σπαθιά τους, με απειλές συλλήψεις και τιμωρίες. Όσο περνάει η ώρα, η ανησυχία και η αναστάτωση αυξάνονται. 

Ακούστε αυτό, λέει κάποιος, «αυτοί οι άνθρωποι εδώ, λένε ότι ο Χριστός δεν μπορεί να θεραπεύσει αρρώστους. Εγώ ήμουν λεπρός και τώρα είμαι υγιής. Εσείς ξέρετε ποιοι είναι; Εγώ δεν έρχομαι από την Ιερουσαλήμ, όμως δεν τους έχω δει ποτέ μεταξύ των μαθητών του Χριστού αυτά τα τελευταία χρόνια. Αυτοί οι άνδρες; Για να δω καλύτερα αυτόν στην μέση: Α! εσύ μασκαρά, κλέφτη! Εσύ ήρθες αυτόν τον μήνα και μου πρόσφερες χρήματα στο όνομα του Χριστού και μου είπες ότι προσλαμβάνει άνδρες για να καταλάβει την Παλαιστίνη. Και τώρα λες... Μα γιατί Τον αφήσατε να φύγει;» 

Κάποιος άλλος λέει: «Το βλέπετε αυτό; Βλέπετε πόσο κακό κάνουν! Και προς στιγμήν τους πίστεψα! Ο πεθερός μου είχε δίκιο! Να ο Ιωσήφ της Γερουσίας μαζί με τον Ιωάννη και τον Γιωσούα. Ας πάμε να τους ρωτήσουμε αν είναι αλήθεια ότι ο Ιησούς θέλει να σχηματίσει στρατό. Αυτοί είναι δίκαιοι και ξέρουν». Όλοι τρέχουν προς τα τρία μέλη των Σανχεντρίν και τους κάνουν ερωτήσεις.

«Πηγαίνετε στα σπίτια σας άνθρωποι. Στους δρόμους αμαρτάνουμε, μην μαλώνετε. Μη φοβάστε. Να κοιτάτε την δουλειά σας και την οικογένεια σας. Μην ακούτε ούτε τους ταραξίες, ούτε τους φαντασιόπληκτους και μην επιτρέπετε στον εαυτό σας να εξαπατάται. Ο Διδάσκαλος είναι ένας διδάσκαλος, όχι πολεμιστής. Τον γνωρίζετε, και λέει αυτό που σκέπτεται. Δεν θα έστελνε άλλους ανθρώπους να σας ζητήσουν να Τον ακολουθήσετε σαν πολεμιστές, αν σας ήθελε γι’ αυτό.
Μην κάνετε κακό σ’ Αυτόν, στον εαυτό σας και στην πατρίδα σας. Πηγαίνετε στα σπίτια σας, άνδρες: Στα σπίτια! Μην επιτρέπετε αυτό που είναι ήδη μια δυστυχία – ο θάνατος ενός δίκαιου άνδρα – να γίνει μια αλυσίδα από δυστυχίες. Επιστρέψτε στα σπίτια σας και προσευχηθείτε για τον Λάζαρο, που ήταν ελεήμων προς όλους», ακούγεται να λέει ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία, που πρέπει να τον αγαπούν και να τον ακούνε οι άνθρωποι διότι γνωρίζουν ότι είναι δίκαιος. 

Το Συμβούλιο των Σανχεντρίν

Μια συντροφιά από γυναίκες που κλαίνε πλησιάζει τα τρία μέλη των Σανχεντρίν και η μια από αυτές λέει: «Οι γραμματείς απείλησαν τον άνδρα μου. Φοβάμαι! Ιωσήφ, σε παρακαλώ μίλησε τους».
«Ναι, θα το κάνω. Όμως ας μην μιλάει ο άνδρας σου. Νομίζετε ότι βοηθάτε τον Διδάσκαλο με τέτοιες ταραχές, και ότι τιμάτε τον νεκρό; Κάνετε λάθος. Κάνετε κακό και στους δυο», απαντάει ο Ιωσήφ και τις αφήνει για να πάει κοντά στον Νικόδημο που έρχεται από ένα δρόμο, ακολουθούμενος από υπηρέτες, και του λέει: «Δεν περίμενα να σε συναντήσω, Νικόδημε. Και εγώ ο ίδιος δεν ξέρω πώς τα κατάφερα. Ο υπηρέτης του Λάζαρου ήρθε στο τέλος της τέταρτης βάρδιας για να με πληροφορήσει για το λυπηρό γεγονός».
«Και σε μένα ήρθε αργότερα. Έφυγα αμέσως. Ξέρεις αν ο Διδάσκαλος βρίσκεται στην Βηθανία;»
«Όχι, δεν είναι εδώ. Ο επιστάτης μου στην Βεζεθά ήταν εκεί την τρίτη ώρα και μου είπε ότι ο Διδάσκαλος δεν είναι εκεί». 
«Δεν ξέρω πως... τόσα θαύματα για όλους, αλλά όχι γι’ αυτόν!» αναφωνεί ο Ιωάννης. 
«Ίσως επειδή έδωσε σ’ αυτό το σπιτικό κάτι περισσότερο και από ένα θαύμα: έσωσε την Μαρία και τους έδωσε την ειρήνη και την τιμή τους», λέει ο Ιωσήφ.

«Ειρήνη και τιμή! Από καλούς ανθρώπους σε καλούς ανθρώπους. Διότι πολλοί δεν τίμησαν και δεν θα τιμήσουν ούτε και τώρα που η Μαρία... ξέρεις... πριν τρεις μέρες ο Χελκάι και πολλοί άλλοι ήταν εκεί... και δεν τίμησαν το σπίτι, και η Μαρία τους έδιωξε. Ήταν έξω φρενών όταν μου το έλεγαν, και εγώ τους άφηνα να λένε ό,τι ήθελαν, διότι δεν θέλω να τους απομακρύνω...», λέει ο Γιωσούα.
«Και τώρα θα πάνε στην κηδεία;» ρωτάει ο Νικόδημος.
«Το πληροφορήθηκαν και θα πάνε στο Ναό για να αποφασίσουν. Ω! Οι υπηρέτες τους είχαν πολλή δουλειά να κάνουν, έτρεχαν από τα ξημερώματα!»
«Γιατί τόση βιασύνη για την κηδεία; Αμέσως μετά την έκτη ώρα;..»
«Διότι ο Λάζαρος ήδη σάπιζε όταν πέθανε. Ο υπηρέτης μου, μου είπε ότι, αν και έκαιγαν ρετσίνια στο δωμάτιο και έχυναν αρώματα με αφθονία πάνω στον νεκρό, η μυρωδιά του νεκρού έφτανε μέχρι την καγκελόπορτα. Άλλωστε αρχίζει το Σάββατο με τη δύση του ήλιου. Δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά».

«Και εσύ είπες ότι συναντήθηκαν στον Ναό; Γιατί;» 
«Ναι, βασικά την συνάντηση την είχαν ήδη ετοιμάσει για να συζητήσουν την περίπτωση του Λάζαρου. Ήθελαν να δηλώσουν ότι ήταν λεπρός», λέει ο Γιωσούα.
«Και βέβαια όχι. Θα ήταν ο πρώτος που ζούσε σε απομόνωση σύμφωνα με τον Νόμο», λέει ο Ιωσήφ για να τον υπερασπιστεί. Και προσθέτει: «Εγώ μίλησα στον γιατρό τους. Το απέκλεισε χωρίς καμία αμφιβολία. Μολύνθηκε από σηψαιμική φυματίωση».
«Λοιπόν, για ποιο πράγμα μιλούσαν, αφού ο Λάζαρος είχε ήδη πεθάνει;», ρωτάει ο Νικόδημος.
«Αν έπρεπε να πάνε στην κηδεία, μετά που τους έδιωξε η Μαρία. Κάποιοι ήθελαν να πάνε κάποιοι όχι. Οι περισσότεροι ήθελαν να πάνε για τρεις λόγους: για να δουν αν ήταν ήδη ο Διδάσκαλος εκεί, για να δουν αν θα κάνει ένα θαύμα, ο δεύτερος λόγος. Ο τρίτος λόγος: η ανάμνηση κάποιων πραγμάτων που είπε πρόσφατα ο Διδάσκαλος σε μερικούς γραμματείς στον Ιορδάνη κοντά στην Ιεριχώ», εξηγεί πάλι ο Γιωσούα.
«Ναι, ο Ουριήλ και ο Σαδδόκ θυμήθηκαν μια πρόκληση πριν από πολύ καιρό. Ο Χριστός είπε τότε ότι θα δώσει αποδείξεις ότι μπορεί να συνθέσει πάλι ένα σώμα που βρίσκεται σε αποσύνθεση. Και ο Λάζαρος είναι αυτό το σώμα. Και αν συμβεί αυτό δεν θα υπάρχουν πλέον αμφιβολίες γι’ Αυτόν».

Ο τάφος του Λαζάρου σήμερα

«Αρκεί να μην Του κάνει κακό αυτό…», ψιθυρίζει ο Ιωσήφ.
«Να Τον βλάψει; Γιατί; Οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι θα πεισθούν...»
«Ω! Ιωάννη! Μήπως έρχεσαι από άλλο μέρος; Δεν γνωρίζεις τους συμπολίτες σου; Πότε η αλήθεια τους έκανε αγίους; Δεν σου λέει τίποτα που δεν μου έστειλαν μια πρόσκληση για την συνάντηση;»
«Ούτε και σε μένα. Μας υποπτεύονται και συχνά μας αφήνουν απ’ έξω», λέει ο Νικόδημος. Μετά ρωτάει: «Ο Γαμαλιήλ ήταν εκεί;»
«Ο γιος του ο Συμεών ήταν εκεί. Και αυτός θα έρθει στην θέση του πατέρα του, που δεν είναι καλά, και βρίσκεται στα Γάμαλα της Ιουδαίας».
«Και τι είπε ο Συμεών;»
«Τίποτα. Τίποτα απολύτως. Άκουγε. Μετά έφυγε. Προ ολίγου πέρασε με μερικούς μαθητές του πατέρα του και πήγαινε προς τη Βηθανία». 

Βρίσκονται σχεδόν στην πύλη που οδηγεί προς τον δρόμο για την Βηθανία. Και ο Ιωάννης λέει δυνατά: «Κοιτάξτε! Έχει φρουρά. Γιατί; Και σταματούν αυτούς που βγαίνουν έξω!»
«Υπάρχει ανησυχία στην πόλη...»
«Ω! Όμως δεν είναι έντονη...»
Φτάνουν στην πύλη και σταματούν σαν όλους τους άλλους.
«Τι συμβαίνει, στρατιώτη; Εμένα με γνωρίζουν όλοι στον πύργο του Αντώνιου, και δεν μπορείτε να πείτε τίποτα κακό για μένα. Εγώ σέβομαι εσάς και τους νόμους σας», λέει ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία.
«Είναι εντολή του Εκατόνταρχου. Ο κυβερνήτης πρόκειται σύντομα να έρθει στην πόλη και θέλουμε να ξέρουμε ποιος βγαίνει από την πόλη, ιδιαίτερα γι’ αυτούς που παίρνουν τον δρόμο προς την Ιεριχώ. Εμείς σε ξέρουμε. Αλλά ξέρουμε επίσης και τα αισθήματα που τρέφουν οι Ιουδαίοι προς εμάς. Εσύ και αυτοί που είναι μαζί σου μπορείτε να περάσετε. Και αν έχετε κάποια επιρροή στον λαό, πείτε τους καλύτερα να είναι ήρεμοι. Ο Πόντιος δεν θέλει να αλλάξει τις συνήθειές του εξ αιτίας των υπηκόων που κάνουν φασαρία... και ίσως να γίνει πολύ αυστηρός. Μια ειλικρινής συμβουλή σε σένα που είσαι ειλικρινής».

«Το άκουσες αυτό; Προβλέπω φασαρίες. Θα πρέπει να συμβουλέψουμε τους άλλους, παρά τον λαό...», λέει ο Ιωσήφ. 
Ο δρόμος προς τη Βηθανία έχει πολύ κόσμο, όλοι πηγαίνουν προς την ίδια κατεύθυνση: τη Βηθανία. Όλοι πηγαίνουν στην κηδεία. Βλέπουμε μέλη των Σανχεντρίν και των Φαρισαίων μαζί με Σαδδουκαίους και γραμματείς, χωρικούς, υπηρέτες με τους επιστάτες των διαφόρων σπιτιών και κτημάτων που ανήκαν στον Λάζαρο στην πόλη και στην ύπαιθρο, και όσο περισσότερο πλησιάζει κανείς τη Βηθανία, τόσο περισσότερος κόσμος ξεχύνεται στον κεντρικό δρόμο από τα μονοπάτια και τους άλλους μικρούς δρόμους. 

Να η Βηθανία. Πενθεί τον ισχυρότερο πολίτη της. Όλοι οι κάτοικοι, με τα καλύτερα ρούχα τους έχουν αφήσει τα σπίτια τους, που είναι κλειστά σαν να μην έζησε εκεί ποτέ κανείς. Όμως δεν βρίσκονται ακόμα στο σπίτι του νεκρού. Η περιέργεια τούς κρατάει πίσω, κοντά στην πύλη κατά μήκος του δρόμου. Παρακολουθούν τους προσκεκλημένους, που όπως περνούν αναφέρουν τα ονόματα τους και ανταλλάσσουν εντυπώσεις. 

«Να, ο Ναθαναήλ Μπεν Φάμπα. Ω! Ο γέρο Ματαθίας, ο συγγενής του Ιακώβ! Ο γιος του Άννα! Είναι εκεί πάνω μαζί με τον Δωρά, τον Καλασκεμπόνα και τον Αρχέλαο. Ω! Πως κατάφεραν να έρθουν και αυτοί οι Γαλιλαίοι; Όλοι εδώ είναι. Κοίτα: ο Ηλί, ο Γιοχανάν, ο Ισμαήλ, ο Ουρίας, ο Ιωακείμ, ο Ηλίας, ο Ιωσήφ, ο γέρο Ανανίας μαζί με τον Σαδδόκ, ο Ζαχαρίας με τον Γιοχάναν, οι Σαδδουκαίοι. Είναι και ο Συμεών του Γαμαλιήλ. Είναι μόνος του. Ο ραβίνος δεν ήρθε. Να ο Χελκάι με τον Ναούμ, τον Φήλικα, τον Άννα τον γραμματέα, ο Ζαχαρίας, ο Ιωνάθαν μπεν Ουριήλ! Ο Σαύλος με τον Ελεάζαρ, τον Τρύφωνα και τον Ιωάζαρ. Καλά καθάρματα αυτοί οι τελευταίοι! Άλλος ένας γιος του Άννα. Ο μικρότερος. Αυτός μιλάει στον Σίμωνα τον Καμίτ. Ο Φίλιππος με τον Ιωάννη τον Αντιπατρίδη. Ο Αλέξανδρος με τον Ισαάκ και τον Ιωνά από την Γαβαών. Ο Ιούδας ο απόγονος του Ασιδέα, ο τελευταίος, νομίζω αυτής της τάξης. Να και οι θυρωροί από τα διάφορα κτήρια. Δεν βλέπω κανέναν από τους πιστούς φίλους. Πόσος κόσμος!» 

Λαζάρου τάφος, σήμερα

Αληθινά! Πόσος κόσμος. Όλοι είναι πολύ σοβαροί, κάποιοι με την έκφραση της περίστασης, κάποιοι με τα σημάδια αληθινού πόνου στο πρόσωπό τους. Η ορθάνοικτη πύλη της έπαυλης καταβροχθίζει όλο τον κόσμο, και βλέπω να την διαβαίνουν όλοι αυτοί που τον καλό καιρό φαινόντουσαν είτε φιλικοί είτε εχθρικοί με τον Διδάσκαλο. Όλοι, με εξαίρεση τον Γαμαλιήλ και τον Σίμωνα, το μέλος των Σανχεντρίν.  

Ο κήπος είναι κατάμεστος με κόσμο που, αφού εκφράσουν τα συλλυπητήριά τους στις αδελφές – που προφανώς σύμφωνα με τα τοπικά έθιμα κάθονται κάτω από μια σκεπαστή βεράντα και συνεπώς βρίσκονται έξω από το σπίτι – επιστρέφουν και σκορπίζονται στον κήπο, μια συνεχής ποικιλία χρωμάτων και υποκλίσεων, όταν χαιρετιόνται.

Η Μάρθα και η Μαρία είναι αποκαμωμένες. Κρατούν η μια το χέρι της άλλης, σαν δυο κοριτσάκια φοβισμένα από το φοβερό κενό της οικογένειας, από το κενό των επόμενων ημερών που δεν θα έχουν πλέον να φροντίζουν τον Λάζαρο. Ακούν τα λόγια των επισκεπτών, κλαίνε με τους αληθινούς φίλους, με τους έμπιστους υφισταμένους, υποκλίνονται στους παγερούς επιβλητικούς τυπικούς Σανχεντρίν που ήρθαν περισσότερο για να φαίνονται παρά για να τιμήσουν τον νεκρό, και παρ’ όλο που τους κουράζει να επαναλαμβάνουν τα ίδια πράγματα εκατοντάδες φορές, απαντούν σ’ αυτούς που τις ρωτούν για τις τελευταίες στιγμές του Λάζαρου. 

Ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, οι πιο αφοσιωμένοι φίλοι, είναι κοντά τους και λένε μόνον λίγα λόγια, αλλά η φιλία τους τις παρηγορεί περισσότερο από τα λόγια. Ο Χελκάι επανέρχεται με τους πιο αδιάλλακτους των μελών των Σανχεντρίν, στους οποίους μιλούσε για αρκετή ώρα και τις ρωτάει: «Μπορούμε να δούμε τον νεκρό;»
Η Μάρθα με κόπο σκουπίζει το μέτωπο της με το χέρι της και ρωτάει: «Πότε ξανάγινε αυτό στο Ισραήλ; Έχει ήδη προετοιμαστεί...» και δάκρυα κυλούν αργά από τα μάτια της.
«Δεν είναι το έθιμο, το ξέρω. Αλλά αυτό θέλουμε. Οι πιο πιστοί φίλοι σίγουρα μπορούν να δουν τον φίλο τους για τελευταία φορά».
«Και εμείς σαν αδελφές του θα είχαμε το δικαίωμα να τον δούμε. Αλλά έπρεπε να τον αρωματίσουμε αμέσως... και όταν επιστρέψαμε στο δωμάτιο του Λάζαρου είδαμε μόνον το σχήμα του σώματός του τυλιγμένο σε λινές λουρίδες…»
«Έπρεπε να δώσετε σαφείς εντολές. Δεν θα μπορούσατε να αφαιρέσετε το σουδάριο από το πρόσωπό του; Δεν μπορείτε να το αφαιρέσετε τώρα;»
«Ω! βρίσκεται ήδη σε αποσύνθεση. Και ήρθε η ώρα για την κηδεία...». Ο Ιωσήφ παίρνει μέρος στην συζήτηση: «Χελκάι, νομίζω ότι εμείς, από υπερβολική αγάπη, γινόμαστε αιτία πόνου. Ας αφήσουμε τις αδελφές στην ειρήνη τους...».

Ο Συμεών, ο γιος του Γαμαλιήλ, κινείται μπροστά για να εμποδίσει τον Χελκάι να απαντήσει: «Ο πατέρας μου θα έρθει μόλις μπορέσει. Εγώ τον αντικαθιστώ. Εκτιμούσε πολύ τον Λάζαρο. Όπως και εγώ». 
Η Μάρθα απαντάει ενώ υποκλίνεται: «Ας έχει ανταμοιβή η τιμή του ραβίνου προς τον αδελφό μας, από τον Θεό».
Επειδή βρίσκεται εκεί ο γιος του Γαμαλιήλ, ο Χελκάι πηγαίνει στην άκρη χωρίς να επιμένει άλλο και συζητά το θέμα με τους άλλους που του επισημαίνουν: «Δεν μυρίζεις την μυρωδιά; Θέλεις να αμφιβάλλεις; Άλλωστε θα δούμε αν θα χτίσουν τον τοίχο του τάφου. Κανείς δεν ζει χωρίς αέρα».

Άλλη μια παρέα με Φαρισαίους πλησιάζει τις αδελφές. Είναι σχεδόν όλοι από την Γαλιλαία. Αφού δέχτηκε η Μάρθα τα συλλυπητήρια, δεν μπορεί να αντισταθεί και να μην εκφράσει την έκπληξή της για την παρουσία τους.
«Γυναίκα, οι Σανχεντρίν συνεδριάζουν για να αποφασίσουν θέματα υψίστης σημασίας και βρισκόμαστε στην πόλη γι’ αυτό τον σκοπό», εξηγεί ο Σίμων από την Καπερναούμ, και κοιτάζει την Μαρία που σίγουρα θυμάται την μεταστροφή της. 

Κατόπιν πλησιάζει ο Γιοχάναν με τον Δωρά, τον γιο του πεθαμένου Δωρά, με τον Ισμαήλ, τον Ανανία, τον Σαδδόκ και άλλους. Τα δηλητηριώδη τους πρόσωπα μαρτυρούν τις προθέσεις τους προτού να μιλήσουν. Αλλά για να μπορέσουν να επιτεθούν περιμένουν να φύγουν ο Ιωσήφ με τον Νικόδημο. Είναι ο γέρος Ανανίας που με την κακαριστική φωνή του, ενός υπέργηρου ανθρώπου, φωνάζει στην Μαρία:

Ένας τάφος βαθειά στη γη

«Βλέπεις, Μαρία, ο Διδάσκαλός σου είναι ο μόνος που απουσιάζει μεταξύ των φίλων του αδελφού σου… Παράξενη φιλία! Τόση αγάπη όσο καιρό ήταν υγιής ο Λάζαρος! Και τόση αδιαφορία όταν έπρεπε να τον αγαπάει! Όλοι είχαν κάποιο θαύμα απ’ Αυτόν. Όμως εδώ δεν υπάρχει. Τι λες γυναίκα σ’ αυτή την περίπτωση; Σας κορόιδεψε φρικτά, ο ωραίος Γαλιλαίος Διδάσκαλος, ε! Δεν σας είπε ότι πρέπει να ελπίζετε πέρα απ’ ό,τι είναι δυνατόν να ελπίζετε; Έτσι δεν ελπίζατε; Ή δεν αξίζει να πιστεύετε σ’ Αυτόν; Εσύ έλπιζες στην Ζωή, έτσι είπες. Βέβαια! Αυτός λέει, ότι Αυτός είναι η “Ζωή”, ε; Όμως εκεί μέσα βρίσκεται νεκρός ο αδελφός σας, και πιο πέρα ο τάφος είναι ήδη έτοιμος. Όμως ο Ραβίνος δεν είναι εδώ. Ε; Ε;»

«Αυτός δίνει θάνατο, όχι ζωή», λέει ο Δωράς με περιφρόνηση. 

Η Μάρθα σκύβει το κεφάλι της και καλύπτει το πρόσωπο της με τα χέρια της και κλαίει. Αυτή είναι η πραγματική κατάσταση. Η ελπίδα της φρικτά απογοητεύτηκε. Ο Ραβίνος δεν είναι εκεί. Δεν ήρθε ούτε για να τις παρηγορήσει. Και μέχρι τώρα θα έπρεπε να είναι εκεί. Η Μάρθα κλαίει. Μόνον κλαίει. Και η Μαρία κλαίει. Και αυτή αντιμετωπίζει πολλά. Αυτή, πίστευε, έλπιζε πέρα από κάθε πραγματικότητα... αλλά τίποτε δεν έγινε και οι υπηρέτες μετακίνησαν ήδη την πέτρα από την είσοδο του τάφου διότι ο ήλιος αρχίζει να δύει και είναι Παρασκευή και όλα πρέπει να έχουν τελειώσει με την ώρα τους για να μην αναγκαστούν οι επισκέπτες να παραβούν τον νόμο του Σαββάτου που θα αρχίσει... Έλπιζε τόσο πολύ, πάντοτε έλπιζε πάρα πολύ. Όλη της την ενέργεια την είχε εναποθέσει σ’ αυτή την ελπίδα. Και είναι απογοητευμένη. 

Ο Ανανίας επιμένει: «Δεν μου απαντάς; Τώρα πείσθηκες ότι είναι ένας απατεώνας που σας εκμεταλλεύεται και σας κοροϊδεύει; Καημένες γυναίκες!» και κουνάει το κεφάλι του μαζί με τους φίλους του που τον μιμούνται λέγοντας: «Τις καημένες τις γυναίκες!»

Ο Μαξιμίνος πλησιάζει τις αδελφές και τους λέει: «Ήρθε η ώρα. Δώστε την εντολή. Εσείς πρέπει να την δώσετε». 
Η Μάρθα λιποθυμάει και πέφτει στο πάτωμα. Την βοηθούν και την μεταφέρουν μακριά μαζί με τις κραυγές του προσωπικού, που συνειδητοποιούν ότι ήρθε η ώρα να βάλουν το αφεντικό τους στον τάφο και αυτό κάνει πιο έντονους τους θρήνους τους. Η Μαρία τρίβει τα χέρια της ταραγμένη. Ικετεύει: «Λίγο ακόμα! Λίγο ακόμα! Και στείλτε υπηρέτες στον δρόμο προς την Εν-Σεμές και προς την πηγή, σε κάθε δρόμο. Υπηρέτες με άλογα. Να δουν αν έρχεται...»
«Ακόμα ελπίζεις, κακομοίρα; Πως μπορεί κάποιος να σε πείσει ότι Αυτός σε κορόιδεψε και σε απογοήτευσε; Αυτός σε μισούσε και σε περιφρονούσε...»

Αλλά αυτό πάει πολύ! Με το πρόσωπο της υγρό από τα δάκρυα, βασανισμένο αλλά πάντα με πίστη, στο ημικύκλιο που σχημάτισαν όλοι οι επισκέπτες για να δουν τον νεκρό να βγαίνει, η Μαρία δηλώνει: «Αν αυτό το έκανε ο Ιησούς ο Ναζωραίος, καλώς το έκανε, και μεγάλη είναι η αγάπη Του για όλους εμάς στη Βηθανία. Όλα για την δόξα του Θεού και τη Δική Του! Είπε ότι αυτό θα φέρει δόξα στον Κύριο διότι η δύναμη του Λόγου Του θα λάμψει πλήρως. Εκτέλεσε την εντολή Μαξιμίνε. Ο τάφος δεν είναι εμπόδιο για την δύναμη του Θεού...», και απομακρύνεται στηριζόμενη από τη Ναόμι που την πλησίασε, και κάνει μια χειρονομία. 

Η σωρός τυλιγμένη σε λινά υφάσματα, αναχωρεί από το σπίτι, διασχίζει τον κήπο μέσα από το πλήθος που σχηματίζει δυο σειρές και φωνάζει την θλίψη του. Η Μαρία θα ήθελε να ακολουθήσει την σωρό, αλλά ζαλίζεται. Ακολουθεί το πλήθος όταν βρίσκονται κοντά στον τάφο. Και έρχεται στον τάφο την στιγμή που εξαφανίζεται το άψυχο σώμα στο σκοτάδι του, εκεί όπου το κοκκινωπό φως από τις δάδες που κρατούν ψηλά οι υπηρέτες φωτίζει τα σκαλοπάτια γι’ αυτούς που κατεβαίνουν με την σωρό. Ο τάφος του Λάζαρου είναι μάλλον βαθύς, κάτω από το έδαφος, ίσως για να εκμεταλλευτούν το γεωλογικό στρώμα των υπόγειων βράχων.


Η Μαρία αφήνει μια κραυγή... Είναι μαρτύριο... φωνάζει και μαζί με το όνομα του αδελφού της φωνάζει και τον Ιησού. Μοιάζει σαν να της ξεσχίζουν την καρδιά. Και αναφέρει μόνον αυτά τα δυο ονόματα, και τα επαναλαμβάνει μέχρι που ο βαρύς γδούπος της πέτρας που τοποθέτησαν στην είσοδο του τάφου της λέει ότι ο Λάζαρος δεν είναι πλέον στην Γη, ούτε με το σώμα του. Είναι πλέον συντετριμμένη και χάνει τις αισθήσεις της. Λιποθυμάει στα χέρια αυτών που την κρατούν και ενώ σβήνει, ψιθυρίζει ξανά: «Ιησού! Ιησού!» και την μεταφέρουν πιο πέρα.
Ο Μαξιμίνος παραμένει για να αποχαιρετήσει τους επισκέπτες και να τους ευχαριστήσει εκ μέρους όλων των συγγενών. Μένει και ακούει όλους να λένε ότι θα έρχονται κάθε μέρα για να τους παρηγορούν.
Αργά αποχωρούν όλοι. Τελευταίοι είναι ο Ιωσήφ με τον Νικόδημο, ο Ελεάζαρ, ο Ιωάννης, ο Ιωακείμ και ο Γιωσούα. Στην πύλη συναντούν τον Σαδδόκ με τον Ουριήλ που γελούν και κοροϊδεύουν λέγοντας: «Η πρόκλησή Του! Και εμείς την φοβηθήκαμε! Αυτός (ο Λάζαρος) πραγματικά πέθανε. Πόσο βρωμούσε παρ’ όλα τα αρώματα! Δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό! Δεν χρειαζόταν να βγάλουν το σουδάριο. Νομίζω ότι είναι σε αποσύνθεση». Είναι χαρούμενοι.

Ο Ιωσήφ τους κοιτάζει. Η ματιά του είναι τόσο αυστηρή, που σταματούν τις κουβεντούλες και τα αστειάκια. Όλοι βιάζονται να επιστρέψουν γρήγορα ώστε να βρίσκονται στην πόλη πριν την δύση του ήλιου.

ΠΗΓΗ: Τα κεφ. 545 και 546 του βιβλίου της Μαρίας Βαλτόρτα "The Gospel as revealed to me". 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα χρώματα της αύρας και η σημασία τους

Τα Κρυστάλλινα Παιδιά

Γιατί οι Ινδιάνοι είχαν μακριά μαλλιά;

Τι γίνεται όταν πεθαίνουμε;