Ο Λάζαρος από τη Βηθανία: λίγο πριν το τέλος

Το βιβλίο της Μαρίας Βαλτόρτα – που το έγραψε βλέποντας τα οράματα που της έδειχνε ο ίδιος ο Ιησούς σχετικά με τη ζωή Του – φωτίζει περισσότερο την προσωπικότητα του Λαζάρου, για τον οποίο γνωρίζουμε λίγα από τα Ευαγγέλια.

Η Μαρία Βαλτόρτα περιγράφει το όραμα 

Βρίσκομαι στο σπίτι του Λάζαρου και βλέπω τη Μάρθα με τη Μαρία να βγαίνουν έξω στον κήπο με έναν πιο ηλικιωμένο άνδρα, που φαίνεται να εμπνέει σεβασμό και θα έλεγα ότι δεν είναι Εβραίος, διότι το πρόσωπο του είναι φρεσκοξυρισμένο, όπως συνηθίζουν οι Ρωμαίοι. Μόλις βρίσκονται σε κάποια απόσταση από το σπίτι, η Μαρία τον ρωτάει: «Λοιπόν, Νικόδημε. Τι πιστεύεις για τον αδελφό μας; Ξέρουμε ότι είναι πολύ άρρωστος... Πες μας».

Ο άνδρας ανοίγει τα χέρια του σε μια κίνηση συμπόνιας και αναγνώρισης της ανεπανόρθωτης κατάστασης, και λέει: «Είναι πολύ άρρωστοςΠοτέ δεν σας είπα ψέματα από τότε που τον κουράρω. Προσπάθησα τα πάντα, όπως ξέρετε. Αλλά χωρίς αποτέλεσμα.  Προσπάθησα ακόμα και με δηλητήρια που εμποδίζουν το αίμα από την φθορά και δίνουν δύναμη, σύμφωνα με την παλαιά σχολή των μεγάλων δασκάλων της ιατρικής. Αλλά η ασθένεια είναι πιο δυνατή από τα μέσα που έχουμε για να την θεραπεύσουμε.  Γιαυτό, προβλέπω ότι σύντομα θα έρθει ο θάνατος. Όπως βλέπετε, δεν τρέφεται πλέον, δεν μπορεί να κρατήσει την λίγη τροφή που παίρνει και δεν αφομοιώνει το λίγο που συγκρατεί. Είναι το τέλος Μόνον οι θεοί θα μπορούσαν…» και σταματάει, κοιτάζει τις δυο αδελφές και τρίβει το φρεσκοξυρισμένο πηγούνι του. Είναι σκεπτικός. Κατόπιν λέει: «Γιατί δεν φωνάζετε τον Γαλιλαίο; Αυτός είναι φίλος σας. Αυτός μπορεί να τον θεραπεύσει διότι Αυτός κάνει τα πάντα. Έχω εξετάσει ανθρώπους που ήταν καταδικασμένοι να πεθάνουν και τους θεράπευσε. Αυτός έχει μια παράξενη δύναμη».

«Αυτός είναι Θεός, Νικόδημε. Γιαυτό μπορεί», λέει η Μαρία.

«Εν τάξει. Ό,τι πεις. Και εγώ θα πιστέψω σΑυτόν και θα γίνω πιστός Του, αν δω τον Λάζαρο (εβραϊκά Ελιέζερ) να ανασταίνεται από τους νεκρούς. Διότι τώρα πρέπει να μιλάμε για ανάσταση, όχι για βελτίωση. Λοιπόν, στείλτε γιΑυτόν, γρήγοραδιότι, αν δεν τρελάθηκα, θα πεθάνει μέσα σε τρεις μέρες, το πολύ. Είπατο πολύ”, όμως μπορεί να είναι και πιο σύντομα».

«Ω! Μακάρι! Αλλά δεν ξέρουμε που βρίσκεται...», λέει η Μάρθα.

«Εγώ ξέρω που είναι. Μου το είπε ένας από τους μαθητές Του που πήγαινε να Τον συναντήσει για να Του πάει κάποιους αρρώστους, εκ των οποίων οι δυο ήταν ασθενείς μου. Είναι πέρα από τον Ιορδάνη, κοντά στο πέρασμα. Έτσι μου είπε. Ίσως εσείς να ξέρετε τα μέρη καλύτερα από μένα».

«Α! Σίγουρα θα βρίσκεται στο σπίτι του Σολομώνταλέει η Μαρία.

«Είναι πολύ μακριά

«Όχι, Νικόδημε».

«Τότε στείλε αμέσως έναν υπηρέτη να Του πει να έρθει. Αντίο, κυρίες. Και να παίρνετε κουράγιο η μια από την άλλη». Υποκλίνεται και φεύγει προς την έξοδο, όπου ένας υπηρέτης τον περιμένει, του κρατάει το άλογο του και του ανοίγει την πύλη.

«Τι να κάνουμε Μαρίαρωτάει η Μάρθα.

«Θα υπακούσουμε στον Διδάσκαλο. Αυτός μας είπε να Τον ειδοποιήσουμε μετά τον θάνατο του Λάζαρου. Και αυτό θα κάνουμε».

«Μα όταν θα έχει πεθάνειποιος ο λόγος να φέρουμε τον Διδάσκαλο εδώ; Θα βοηθήσει μόνον την καρδιά μας, συμφωνώ. Αλλά για τον Λάζαρο!... Πάω να στείλω έναν υπηρέτη να Τον φωνάξει», προσθέτει η Μάρθα.

«Όχι, θα καταστρέψεις το θαύμα. Είπε ότι πρέπει να έχουμε την δύναμη να ελπίζουμε και να πιστεύουμε ενάντια σε κάθε αντίθετη πραγματικότητα. Και αν το κάνουμε θα έχουμε το θαύμα, είμαι βέβαιη γιαυτό. Αν δεν κάνουμε έτσι ο Θεός θα μας εγκαταλείψει από την δική μας έπαρση πως κάνουμε καλύτερα απΑυτόν και δεν θα μας δώσει τίποτα».

Η Βηθανία 
«Μα δεν βλέπεις πόσο υποφέρει ο Λάζαρος; Τον καημένο! Σύντομα δεν θα έχουμε πλέον αδελφό! Ούτε πατέρα, ούτε μητέρα, ούτε αδελφό! Πάει η οικογένεια μας, και εμείς θα είμαστε ολομόναχες, σαν δυο φοίνικες στην έρημο». Την έχει παρασύρει η θλίψη και χτυπιέται, και χτυπάει το πρόσωπο της και ανακατεύει τα μαλλιά της. Η Μαρία την αρπάζει.  «Σώπασε! Σώπασε, εγώ σου μιλώ! Μπορεί να σε ακούσει. Εγώ τον αγαπώ περισσότερο και καλύτερα από σένα, και μπορώ να συγκρατούμαι. Εσύ κάνεις σαν άρρωστη γυναίκα. Σώπασε σου λέω! Με αυτές τις τρέλες δεν μπορείς να αλλάξεις τις καταστάσεις ούτε να συγκινήσεις τις καρδιέςΑν φέρεσαι έτσι για να συγκινήσεις εμένα, κάνεις λάθος».

Η Μάρθα την κοιτάζει και λέει: «Όταν επρόκειτο να πεθάνει η μητέρα μας, με έβαλε να της υποσχεθώ ότι θα φροντίζω τον Λάζαρο σαν μητέρα. Αν ήταν εδώ...».

«Αυτή θα υπάκουε στον Διδάσκαλο διότι ήταν δίκαιη γυναίκα. Εσύ προσπαθείς μάταια να με συγκινήσεις. Μπορείς να πεις ότι σκότωσα την μητέρα μου με τις θλίψεις που της έδωσα. Και θα σου πω ότι έχεις δίκιο. Αλλά αν θέλεις να πω ότι έχεις δίκιο να θέλεις τον Διδάσκαλο εδώ, εγώ θα σου πω: “Όχι”. Και πάντα θα λέω όχι”. Και είμαι βεβαία ότι μέσα από την αγκαλιά του Αβραάμ, αυτή εγκρίνει αυτά που κάνω και με ευλογεί! Πάμε μέσα στο σπίτι», την μαλώνει γλυκά η Μαρία.

«Τουλάχιστον ας ειδοποιήσουμε τον Διδάσκαλο. Ας στείλουμε κάποιον να Του
πει ότι ο Λάζαρος πεθαίνει χωρίς να πούμε τίποτε άλλο…».
«
Λες και χρειάζεται να Του το πούμε! Όχι! Δεν χρειάζεται. Αυτός είπε: “Να Με
ειδοποιήσετε όταν θα έχει πεθάνει” και αυτό θα κάνουμε. Αλλά όχι προτού να
πεθάνει».
«
Κανείς δεν σκέπτεται τον πόνο μου! Τουλάχιστον όλοι εσείς...»
«
Σταμάτα να κλαις. Δεν αντέχω...».
 

Η Μαρκέλλα (μια υπηρέτρια) έρχεται προς το μέρος τους και ακολουθεί ο Μαξιμίνος: «Μάρθα! Μαρία! Γρήγορα! Ο Λάζαρος δεν είναι καλά. Δεν απαντάει πλέον...».
Οι δυο αδελφές μπαίνουν μέσα στο σπίτι τρέχοντας και αμέσως μετά ακούγεται η φωνή της Μαρίας να δίνει εντολές για την περίσταση, και βλέπω υπηρέτες να τρέχουν με φάρμακα τονωτικά και λεκάνες με καυτό νερό, να ψιθυρίζουν και να κάνουν νοήματα θλίψης.
Η Μάρθα είναι λευκή σαν τον θάνατο. Γυρίζει να δει αν την ακολουθούν. Κατόπιν λέει σέναν υπηρέτη: «Έλα μαζί μου. Άκουσέ με προσεκτικά. Θα πάρεις ένα από τα καλύτερα άλογα, θα του βάλλεις την σέλα... αν σε δει κάποιος κατά τύχη, να του πεις ότι πηγαίνεις να φωνάξεις τον γιατρό. Πάρε λίγο σανό για το άλογο και λίγη τροφή για σένα και αυτό το πουγκί για ό,τι σου χρειαστεί. Να βγεις από την μικρή πόρτα και πήγαινε προς τα οργωμένα χωράφια, εκεί που οι οπλές δεν θα κάνουν θόρυβο όταν θα φεύγεις από το σπίτι. Μετά να πάρεις τον δρόμο για την Ιεριχώ και να τρέχεις χωρίς να σταματήσεις το άλογο, ούτε για τη νύχτα. Το κατάλαβες; Δεν πρέπει να σταματήσεις. Το καινούργιο φεγγάρι θα σου φωτίζει τον δρόμο και εσύ θα πρέπει ακόμα να προχωρείς. Να σκέπτεσαι ότι η ζωή του αφεντικού σου είναι στα χέρια σου και εξαρτάται από την δική σου ταχύτηταΣε σένα βασίζομαι».

«Κυρά, θα σε υπηρετώ σαν πιστός σκλάβος».
«
Πήγαινε στο πέρασμα της Βαιθ-Αμπάρα. Να περάσεις το ποτάμι και να πας εκεί που βάπτιζε ο Ιωάννης στην αρχή».
«
Ξέρω, πήγα και εγώ εκεί για να εξαγνιστώ».
«
Ο Διδάσκαλος βρίσκεται σαυτό το χωριό. Ο καθένας μπορεί να σου πει το
σπίτι που φιλοξενείται. Αλλά θα είναι καλύτερα να ακολουθήσεις την όχθη του
ποταμού, παρά να πάρεις τον κεντρικό δρόμο. Δεν θα σε προσέξουν και τόσο
πολύ και θα βρεις το σπίτι μόνος σου. Είναι το πρώτο στον μοναδικό δρόμο του
χωριού που οδηγεί από το χωριό στο ποτάμι. Δεν μπορεί να κάνεις λάθος. Είναι
ένα χαμηλό σπίτι, χωρίς ταράτσα ούτε δωμάτιο στο πάνω πάτωμαο λαχανόκηπος κλείνει με μια ξύλινη πόρτα και έχει γύρω αγκαθωτό φράχτη. Το κατάλαβες; Επανέλαβε τις λεπτομέρειες».
Ο υπηρέτης επαναλαμβάνει με υπομονή.
«
Εν τάξει. Ζήτησε να Του μιλήσεις, Αυτού, ολομόναχου, και να Του πεις ότι η κυρά σου σε έστειλε να Τον πληροφορήσεις ότι ο Λάζαρος είναι πολύ άρρωστος, ότι πεθαίνει, ότι εμείς δεν αντέχουμε άλλο, ότι ο Λάζαρος Τον θέλει αμέσως, αμέσως, παρακαλώ. Το κατάλαβες
«
Ναι, κυρά μου».
«
Μετά να επιστρέψεις αμέσως, για να μην καταλάβει κανείς την απουσία σου. Πάρε μια λάμπα μαζί σου, θα την χρειαστείς όταν θα αρχίσει να νυχτώνει. Πήγαινε, κάνε γρήγορα, κάνε το άλογο να τρέχει αλλά έλα γρήγορα με την απάντηση του Διδάσκαλου».
Τον σπρώχνει με ταραχή και τρέχει μέσα στο σπίτι προσεχτικά.
 

Το παραλήρημα και ο θάνατος του Λάζαρου
 
Έχουν ανοίξει όλες τις πόρτες και τα παράθυρα στο δωμάτιο του Λάζαρου, για
να αναπνέει ευκολότερα. Βρίσκεται αναίσθητος, σε κώμα – ένα βαθύ κώμα, σαν νεκρός, που διαφέρει μόνον από την αναπνοή του. Κοντά του βρίσκονται οι δυο αδελφές του, ο Μαξιμίνος, η Μαρκέλλα και η Ναόμι, διακριτικοί στην τελευταία πράξη θανάτου.
Η Μαρκέλλα κρατάει στα χέρια της ένα κύπελλο στο οποίο βουτάει ένα μικρό λινό ύφασμα, και η Μάρθα το μεταχειρίζεται για να υγραίνει τα στεγνά χείλη του αδελφού της. 

Η Μαρία με ένα άλλο λινό ύφασμα σκουπίζει τον ιδρώτα που χύνεται στο αποστεωμένο πρόσωπο και βρέχει τα χέρια του ανθρώπου που πεθαίνει. 

«Κοίτα! Κοντά! Ανοίγει τα μάτια του, κουνάει τα χείλη του», λέει ο Μαξιμίνος.
«Σφίγγει τα δάχτυλα του μόνος του!» φωνάζει η Μαρία και σκύβει λέγοντας:
«Λάζαρε! Με ακούς; Ποια είμαι;»
Ο Λάζαρος αληθινά ανοίγει τα μάτια του και κοιτάζει, μια αβέβαιη θολή ματιά. Κινεί τα χείλη του με δυσκολία και λέει: «Μητέρα!»
«Είμαι η Μαρία. Η Μαρία! Η αδελφή σου!»
«Μητέρα!»
«Δεν σε αναγνωρίζει και φωνάζει την μητέρα του. Έτσι κάνουν πάντα όσοι πεθαίνουν», λέει η Ναόμι, που το πρόσωπο της είναι γεμάτο δάκρυα.
«Όμως μιλάει. Μετά από τόσο καιρό, μιλάει. Είναι ήδη ένα καλό σημάδι… Αργότερα θα αισθάνεται καλύτερα. Ω! Κύριε μου, δώσε μια ανταμοιβή στη δούλη σου!» λέει η Μάρθα πάλι, με μια κίνηση θερμής έμπιστης προσευχής.
«Μα τι έπαθες εσύ; Είδες τον Διδάσκαλο; Εμφανίστηκε σε σένα; Πες μου, Μάρθα. Απάλυνε την αγωνία μου!»

Η άφιξη και πάλι του Νικόδημου διακόπτει την απάντηση.

«Βοήθησέ τον να ζήσει! Βοήθησέ τον να ζήσει τουλάχιστον μέχρι αύριο. Σχεδόν νύχτωσε, όπως βλέπεις Νικόδημε. Δεν έχει πρόβλημα η επιστήμη σου να τον κρατήσει στη ζωή για λιγότερο από μια μέρα! Κάνε τον να ζήσει!»

«Κυρία, κάνω ότι μπορώ. Όμως όταν το φυτίλι τελειώνει τίποτα δεν μπορεί να κρατήσει την φλόγα αναμμένη!» απαντάει ο γιατρός και φεύγει.

Οι δυο αδελφές αγκαλιάζονται, κλαίνε απαρηγόρητες, και η Μαρία είναι αυτή που κλαίει περισσότερο. Η αδελφή της έχει μια ελπίδα στην καρδιά… 

Ξαφνικά, ακούν την φωνή του Λάζαρου από το δωμάτιο. Μια δυνατή ηγετική φωνή που τις αφήνει έκπληκτες διότι είναι κάτι που δεν το περιμένουν από τόσο άρρωστο άνθρωπο. Τις καλεί: «Μάρθα! Μαρία! Που είστε; Θέλω να σηκωθώ! Θέλω να ντυθώ! Θέλω να πω στον Διδάσκαλο ότι θεραπεύτηκα! Πρέπει να πάω στον Διδάσκαλο. Μια άμαξα! Αμέσως. Και ένα γρήγορο άλογο. Σίγουρα Αυτός με θεράπευσε...» 

Μιλάει δυνατά, συλλαβίζει κάθε λέξη, καθισμένος στο κρεβάτι, κατακόκκινος από τον υψηλό πυρετό, και προσπαθεί να σηκωθεί από το κρεβάτι που τον εμποδίζει ο Μαξιμίνος, που λέει στις γυναίκες να κάνουν γρήγορα, διότι: «Παραληρεί!»

«Όχι! Άφησέ τον. Το θαύμα! Ω! χαίρομαι που το προκάλεσα! Μόλις το έμαθε ο Ιησούς! Θεέ των πατέρων μας, ας είσαι ευλογημένος και δοξασμένος για τη δύναμη Σου και για τον Μεσσία Σου...». Η Μάρθα που είναι γονατιστή, είναι γεμάτη χαρά. 

Εν τω μεταξύ ο Λάζαρος συνεχίζει να μιλάει, εξάπτεται όλο και πιο πολύ από τον πυρετό,«Θεραπεύτηκα. Είμαι καλά! Δεν πονάω πλέον! Είμαι δυνατός. Θέλω να σηκωθώ. Θέλω να φύγω. Ο Θεός ήθελε να δοκιμάσει τις αντοχές μου».  

Ο γιατρός, που κάποιος τον ειδοποίησε, επανέρχεται. Τον κοιτάζει: «Είναι σε παραλήρημα. Το περίμενα αυτό. Η σήψη του αίματος πειράζει τον εγκέφαλο». Προσπαθεί να τον ξαπλώσει και διατάζει τους άλλους να τον κρατούν απαλά, και μετά βγαίνει πάλι έξω, στα ιατρικά ροφήματα του. Ο Λάζαρος κάποιες στιγμές γίνεται ανυπόμονος επειδή τον κρατούν και μετά κλαίει σαν παιδί.

«Βρίσκεται σε παραλήρημα», μουρμουρίζει η Μαρία.

«Όχι, κανείς από σας δεν καταλαβαίνει τίποτα. Δεν μπορείτε να πιστέψετε. Βέβαια! Δεν ξέρετε… Όμως τώρα ο Διδάσκαλος ξέρει ότι ο Λάζαρος πεθαίνει. Ναι, Τον ειδοποίησα, Μαρία! Το έκανα χωρίς να σου πω τίποτα...».

«Α! Άθλια! Κατέστρεψες το θαύμα!» φωνάζει η Μαρία.

«Όχι! Όπως βλέπεις άρχισε να αισθάνεται καλύτερα. Άκουσε τον! Είναι αυτά τα λόγια ενός ανθρώπου που παραληρεί;»

Βασικά ο Λάζαρος λέει: «Χαμήλωσα το κεφάλι μου στον βαθμό του θανάτου και γεύτηκα την πίκρα του θανάτου, και ο Θεός είπε τώρα ότι είναι ικανοποιημένος με την υποταγή μου και με επαναφέρει στην ζωή και με δίνει στις αδελφές μου. Θα μπορώ πάλι να υπηρετώ τον Κύριο και να εξαγνίζομαι μαζί με την Μάρθα και την Μαρία… με την Μαρία! Τι είναι η Μαρία; Η Μαρία είναι ένα δώρο του Ιησού προς τον φτωχό Του Λάζαρο. Αυτός μου το είπε… Πόσος καιρός πέρασε από τότε! Θέλω να ζήσω για να χαρώ με την λυτρωμένη αδελφή μου! Θέλω να υμνώ τον Θεό μαζί της! Ποτάμια από δάκρυα, προσβολές, ντροπή, πικρία... όλα με τρύπαγαν και σκότωναν την ζωή μου εξ αιτίας της... Εδώ είναι η φωτιά, η φωτιά της καμίνου! Η Μαρία, η αδελφή μου, η πόρνη. Θα μπορούσε να είναι βασίλισσα και έγινε η βρωμιά που ακόμα και ένα γουρούνι μπορεί να την ποδοπατήσει. Και η μητέρα μας πέθανε γιατί δεν μπορούσε πλέον να βρίσκεται με κόσμο χωρίς να την κοροϊδεύουν και να την ειρωνεύονται. Εξ αιτίας της! Που είσαι άθλια; Μήπως σου έλειψε ποτέ το ψωμί, για να πουλήσεις το σώμα σου; Τι θήλαζες από την τροφό σου; Τι σε δίδαξε η μάνα μας; Την πορνεία και την αμαρτία; Φύγε! Ντροπή της οικογένειας!»  

Η φωνή του είναι πολύ δυνατή. Ακούγεται σαν να είναι τρελός. Η Μαρκέλλα και η Ναόμι κλείνουν γρήγορα τις πόρτες και τραβούν τις βαριές κουρτίνες για να νεκρώσουν τον θόρυβο, ενώ ο γιατρός, που μπήκε μέσα στο δωμάτιο, προσπαθεί μάταια να ηρεμήσει το παραλήρημα που γίνεται όλο και πιο βίαιο.

Η Μαρία, πεσμένη στο πάτωμα κλαίει με τις σκληρές κατηγορίες του ανθρώπου που πεθαίνει και συνεχίζει να λέει: «Έναν, δυο, δέκα εραστές. Η ντροπή του Ισραήλ περνούσε από την μια αγκαλιά στην άλλη... Η μητέρα της πέθαινε και εκείνη χαιρόταν τις ανήθικες ερωτικές περιπέτειες. Κτήνος! Βδέλλα! Ρούφηξες τη ζωή της μητέρας μας. Κατέστρεψες τη χαρά μας. Η Μάρθα θυσιάστηκε εξ αιτίας σου. Κανείς δεν παντρεύεται την αδελφή μιας πόρνης. Εγώ… Α! Εγώ! Ο Λάζαρος, ένας ιππότης, ο γιος του Θεόφιλου... επάνω μου έφτυναν τα αλητάκια της Οφήλ! “Να ο συνεργός της πόρνης”, έλεγαν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι και τίναζαν τα ρούχα τους και εννοούσαν ότι τίναζαν την αμαρτία από πάνω τους για την οποία εγώ ήμουν υπεύθυνος επειδή δεν την είχα απομακρύνει! “Να ο αμαρτωλός! Που δεν μπορεί να χτυπήσει τον ένοχο και είναι ο ίδιος ένοχος”, οι ραβίνοι φώναζαν όταν ανέβαινα στον Ναό, και κολύμπαγα στον ιδρώτα όταν με κοιτούσαν τα εξαγριωμένα μάτια των ιερέων… Η φωτιά. Εσύ! Εσύ έβγαλες την φωτιά που ήταν μέσα σου. Διότι είσαι δαίμονας, Μαρία. Είσαι αηδιαστική. Είσαι ανάθεμα. Η φλόγα σου τους άρπαξε όλους, επειδή η φλόγα σου περιλαμβάνει πολλές φωτιές, και υπήρχαν κάποιες για κολασμένους ανθρώπους που έμοιαζαν με τα ψάρια που πιάνονται στα δίχτυα, όποτε περνούσες… Γιατί δεν σε σκότωσα;

Θα καίγομαι στην Γέενα επειδή σου επέτρεψα να ζεις και να καταστρέψεις τόσες οικογένειες, να σκανδαλίσεις χιλιάδες ανθρώπους… Ποιος είπε: “Αλίμονο στον άνδρα που προκαλεί με σκάνδαλα;” Ποιος το είπε; Α! Ο Διδάσκαλος! Θέλω τον Διδάσκαλο! Τον θέλω! Για να με συγχωρήσει. Θέλω να Του πω ότι δεν μπορούσα να την σκοτώσω επειδή την αγαπούσα… Η Μαρία ήταν η άνοιξη μέσα στο σπίτι μας… Θέλω τον Διδάσκαλο! Γιατί δεν είναι εδώ; Δεν θέλω να ζήσω! Όμως θέλω να με συγχωρήσει για το σκάνδαλο που προκάλεσα επειδή επέτρεψα στην πέτρα του σκανδάλου να ζει. Είμαι ήδη μέσα στις φλόγες. Είναι η φωτιά της Μαρίας. Με καίει. Έκαψε όλο τον κόσμο. Χάνομαι εξ αιτίας της, Διδάσκαλε! Διδάσκαλε! Συγχώρεσε με!

Αλλά δεν έρχεται. Δεν μπορεί να έρθει στο σπίτι του Λάζαρου. Είναι ένας λάκκος με ακαθαρσίες εξ αιτίας της. Λοιπόν... θέλω να ξεχάσω. Τα πάντα. Δεν είμαι πλέον ο Λάζαρος. Δώστε μου λίγο κρασί. Ο Σολομώντας λέει: “Δώστε κρασί στους λυπημένους, ας πιούν για να ξεχάσουν την δυστυχία τους, για να μην ξαναθυμηθούν τον πόνο τους”. Δεν θέλω να θυμάμαι πλέον. Όλοι λένε: “Ο Λάζαρος είναι πλούσιος, ο πλουσιότερος της Ιουδαίας”. Δεν είναι αλήθεια! Όλα είναι άχυρα. Δεν είναι χρυσός. Και τα σπίτια; Αυτά είναι σύννεφα. Τα αμπέλια μου, οι οάσεις, τα περιβόλια μου, οι ελαιώνες; Τίποτα. Απάτη. Δεν έχω τίποτα. Είχα ένα μαργαριτάρι. Όμορφο! Απείρου αξίας. Αυτό ήταν το καμάρι μου. Ονομαζόταν Μαρία. Δεν την έχω πλέον. Είμαι φτωχός. Ο πιο φτωχός απ’ όλους.  

 Η έπαυλη του Λάζαρου

Ω! Ύψιστε Κύριε! Είμαι έτοιμος να υποστώ κάθε λογής θάνατο και κάθε θλίψη, αρκεί να σωθεί η Μαρία! Να έχω την συντροφιά της για μια ώρα, για μια ώρα μόνον, όταν θα έχει γίνει άγια και αγνή όπως όταν ήταν παιδί. Μια ώρα αυτής της χαράς! Να είμαι υπερήφανος γι’ αυτή, το χρυσό άνθος του σπιτιού μου, η όμορφη γαζέλα με τα ήρεμα μάτια, το βραδινό αηδόνι, το αγαπημένο περιστέρι... Θέλω τον Διδάσκαλο για να Του πω ότι αυτό είναι που θέλω: Την Μαρία! Την Μαρία! Έλα! Μαρία! Πόσο θλιμμένος είναι ο αδελφός σου, Μαρία! Όμως αν έρθεις, αν σωθείς, η θλίψη μου θα γίνει χαρά Αναζητείστε την Μαρία! Είμαι στα τελευταία μου! Πεθαίνω! Μαρία! Φως! Αέρα… εγώ… εγώ πνίγομαι… Ω! Τι αισθάνομαι!...»  

Ο γιατρός κάνει μια χειρονομία και λέει: «Είναι το τέλος. Μετά από το παραλήρημα, ο ύπνος και ο θάνατος. Όμως μπορεί να έχει μια αναλαμπή του πνεύματος. Ελάτε κοντά του. Ιδιαίτερα εσύ Μαρία. Θα του δώσει χαρά», και αφού ακουμπάει κάτω τον Λάζαρο με προσοχή, όπως είναι εξαντλημένος από την υπερδιέγερση, πηγαίνει προς την Μαρία, που έκλαιγε συνεχώς γοερά στο πάτωμα, και έλεγε: ''Κάνε τον να σωπάσει!'' τη σηκώνει και την οδηγεί στο κρεβάτι του.  

Ο Λάζαρος έχει κλείσει τα μάτια του. Αλλά πρέπει να υποφέρει τρομερά. Χαμογελάει στις αδελφές του και προσπαθεί να πιάσει τα χέρια τους και να ανταποδώσει τα φιλιά τους. Γίνεται πολύ χλωμός. Μουρμουρίζει: «Κρυώνω...» και τα δόντια του χτυπούν ενώ προσπαθεί να σκεπάσει το πρόσωπο του με τις κουβέρτες. Στενάζει: «Νικόδημε δεν αντέχω άλλο τον πόνο. Λύκοι τρώνε τις σάρκες των ποδιών μου και κατασπαράζουν την καρδιά μου. Πόσο οδυνηρό! Και αν αυτό λέγεται αγωνία τι να είναι άραγε ο θάνατος; Τι να κάνω; Ω! Αν ήταν εδώ ο Διδάσκαλος! Γιατί δεν μου Τον φέρατε; Θα πέθαινα χαρούμενος στην αγκαλιά Του…», λέει κλαίγοντας. Η Μάρθα κοιτάζει αυστηρά την Μαρία. Η Μαρία καταλαβαίνει την σημασία αυτής της ματιάς, και αν και είναι ακόμα συντετριμμένη από το παραλήρημα του αδελφού της, έχει τύψεις και γονατίζει μπροστά στο κρεβάτι και σκύβει να φιλήσει το χέρι του Λάζαρου και λέει παραπονιάρικα: «Εγώ φταίω. Η Μάρθα ήθελε να το κάνει αυτό πριν δυο μέρες. Εγώ δεν την άφησα. Διότι ο Διδάσκαλος μας είπε να Τον ειδοποιήσουμε μετά τον θάνατο σου. Συγχώρεσε με! Εγώ ήμουν η αιτία όλης της θλίψης σου στην ζωή σου... Όμως πάντα σε αγαπούσα και σε αγαπώ αδελφέ. Μετά τον Διδάσκαλο, αγαπώ εσένα περισσότερο απ’ όλους και ο Θεός ξέρει ότι δεν λέω ψέματα. Πες μου ότι μου συγχωρείς το παρελθόν μου, για να έχω ειρήνη».

«Κυρία!» λέει ο γιατρός και την πλησιάζει. «Ο ασθενής δεν χρειάζεται συγκινήσεις».

«Αυτό είναι αλήθεια... πες μου ότι με συγχωρείς που δεν κάλεσα τον Ιησού…».

«Μαρία! Ο Ιησούς ήρθε εδώ για σένα... και έρχεται εξ αιτίας σου… επειδή ξέρεις πώς να αγαπάς... περισσότερο απ’ όλους… Βοηθήστε με να πεθάνω!»

Τον σηκώνουν απαλά και προσθέτουν μαξιλάρια και ο Νικόδημος του δίνει μερικές σταγόνες ακόμα από το ρόφημα. Το φτωχό κεφάλι του κρέμεται και αιωρείται με νεκρική ατονία. Το μόνο σημάδι ζωής είναι η αναπνοή του. Όμως αυτός ανοίγει τα μάτια του και κοιτάζει την Μαρία που κρατάει το κεφάλι του και της χαμογελάει λέγοντας: «Μητέρα! Αυτή επέστρεψε... Μητέρα! Μίλησε!»

Η Μαρία με μια λεπτή φωνή που ο πόνος την έκανε λεπτή σαν φωνή κοριτσιού, ψιθυρίζει: «Ο Κύριος σου λέει: “Έλα μαζί Μου, καλέ Μου και πιστέ Μου υπηρέτη, διότι άκουσες κάθε λέξη Μου και αγάπησες τον Λόγο Που σου έστειλα”».

«Δεν ακούω. Μίλα πιο δυνατά!»

Η Μαρία το επαναλαμβάνει με πιο δυνατή φωνή.
«Πραγματικά είναι η μητέρα!..» λέει ο Λάζαρος ευχαριστημένος κι ακουμπάει το κεφάλι του πάνω στον ώμο της αδελφής του. Δεν μιλάει πλέον. Μόνον παράπονα και σπασμωδικά τρεμουλιάσματα, ιδρώτας και βαριά ανάσα. Χωρίς αισθήματα πλέον για τα γήινα, βυθίζεται όλο και περισσότερο στο απόλυτο σκοτάδι του θανάτου. Τα βλέφαρα του κλείνουν πάνω στα μάτια του που γυαλίζουν και φαίνονται τα τελευταία του δάκρυα.

«Νικόδημε! Γίνεται όλο και πιο βαρύς! Παγώνει!...» λέει η Μαρία.

«Κυρία, ο θάνατος είναι μια ανακούφιση γι’ αυτόν».

«Κράτησε τον στην ζωή! Ο Ιησούς σίγουρα θα είναι εδώ, αύριο. Θα πρέπει να έφυγε αμέσως. Ίσως να πήρε και το άλογο του υπηρέτη ή ένα άλλο ζώο», λέει η Μάρθα. Και απευθυνόμενη στην αδελφή της, λέει: «Ω! Αν με άφηνες να τον στείλω νωρίτερα!» Κατόπιν διατάζει τον γιατρό αναστατωμένη: «Κάνε τον να ζήσει». Ο γιατρός ανοίγει τα χέρια του. Προσπαθεί με κάποια τονωτικά. Όμως ο Λάζαρος δεν καταπίνει πλέον. Ο επιθανάτιος ρόγχος δυναμώνει... Είναι σπαραξικάρδιος. 

«Ω! Δεν αντέχουμε άλλο!» λέει η Ναόμι και θρηνεί.

«Ναι. Η αγωνία κρατάει πολύ…», λέει ο γιατρός.

Μόλις σταμάτησε να μιλάει, με ένα τράνταγμα όλου του σώματος του, που σηκώνεται σαν τόξο και μετά πέφτει αναίσθητο, ο Λάζαρος αφήνει την τελευταία του πνοή.

Η Μάρθα αγκαλιάζει τον γιατρό που λέει: «Είναι νεκρός. Τώρα είναι πλέον αργά να περιμένουμε ένα θαύμα. Δεν υπάρχει λόγος να περιμένουμε. Είναι πολύ αργά! Φεύγω κυρίες. Δεν υπάρχει λόγος να παραμείνω. Ετοιμαστείτε για την κηδεία, διότι το σώμα είναι ήδη υπό διάλυση». Κλείνει τα βλέφαρα του νεκρού και όπως τον κοιτάζει, λέει: «Πόση δυστυχία! Ήταν ενάρετος και έξυπνος άνδρας. Δεν έπρεπε να έχει πεθάνει!» και γυρίζοντας προς τις αδελφές, υποκλίνεται και τις χαιρετάει: «Χαίρετε, κυρίες!» και φεύγει.

Πένθιμοι θρήνοι γεμίζουν το δωμάτιο. Η Μαρία χάνει τον έλεγχο και πέφτει πάνω στο νεκρό σώμα του αδελφού της και φωνάζει, έχει τύψεις και του ζητάει να την συγχωρήσει. Η Μάρθα κλαίει στην αγκαλιά της Ναόμι. Κατόπιν η Μαρία φωνάζει: «Δεν είχες ούτε πίστη ούτε υπακοή! Εγώ τον σκότωσα πρώτα, εσύ τον σκότωσες τώρα. Εγώ με τις αμαρτίες μου, εσύ με την ανυπακοή σου».
Και η Ναόμι λέει: «Θα πρέπει να τον θάψουμε αύριο, πριν από την δύση του ήλιου, γιατί αρχίζει το Σάββατο. Είπατε ότι ο Διδάσκαλος ήθελε επίσημη τελετή για την κηδεία...»

«Ναι, αυτό το αφήνω σε σένα Μαξιμίνε. Το μυαλό μου δεν λειτουργεί», λέει η Μάρθα.

«Φεύγω και θα στείλω υπηρέτες σε όλους τους ενδιαφερόμενους, και σ’ αυτούς που είναι κοντά και σ’ αυτούς που βρίσκονται μακριά, και θα δώσω τις ανάλογες εντολές», λέει ο Μαξιμίνος και αποσύρεται.
Οι δυο αδελφές κλαίνε, η μια στην αγκαλιά της άλλης. Δεν μαλώνουν πλέον μεταξύ τους. Κλαίνε και προσπαθούν να παρηγορήσουν η μια την άλλη. Περνούν κάποιες ώρες. Ο νεκρός ετοιμάζεται στο δωμάτιο. Μια ψηλή φιγούρα με επιδέσμους κάτω από το σουδάριο.

«Γιατί τον σκεπάσατε ήδη με αυτά;» φωνάζει Μάρθα και τους μαλώνει.

«Κυρία... μια άσχημη μυρωδιά ερχόταν από την μύτη του που έβγαζε αίμα όταν τον μετακινήσαμε», λέει ένας υπηρέτης απολογούμενος. Οι αδελφές κλαίνε πιο δυνατά. Ο Λάζαρος είναι πιο απόμακρος με αυτούς τους επιδέσμους. Άλλο ένα σκαλοπάτι της απομάκρυνσης του νεκρού. Ξενυχτούν στην άκρη του κρεβατιού και κλαίνε μέχρι τα χαράματα, όταν επιστρέφει ο υπηρέτης από πέρα από τον Ιορδάνη. Ο υπηρέτης είναι απογοητευμένος, αλλά τους πληροφορεί για το σύντομο ταξίδι και τους λέει τα νέα, ότι ο Ιησούς έρχεται.

«Είπε ότι έρχεται; Δεν μας μάλωσε;» ρωτάει η Μάρθα. «Όχι, κυρία. Είπε, ‘’θα έρθω’’. Πες τους ότι θα έρθω και να έχουν πίστη. Και πριν από αυτό, είπε: “Πες τους να μην ανησυχούν. Αυτή δεν είναι θανατηφόρος ασθένεια. Αλλά γίνεται για την δόξα του Θεού, για να δοξαστεί μέσα από τον Γιο Του η δύναμη Του”».

«Ακριβώς αυτά είπε; Είσαι βέβαιος;» ρωτάει η Μαρία.

«Κυρία επαναλαμβάνω αυτά τα λόγια σε όλη την επιστροφή!»

«Τότε πήγαινε. Είσαι κουρασμένος. Όλα καλά τα έκανες. Αλλά τώρα είναι πολύ αργά!» λέει η Μάρθα με έναν αναστεναγμό. Και ξεσπάει σε κλάματα μόλις την αφήνει η αδελφή της.

«Μάρθα, γιατί;»

«Ω! Εκτός από τον θάνατο του, υπάρχει και η απογοήτευση! Μαρία! Μαρία! Δεν σκέπτεσαι ότι ο Διδάσκαλος αυτή την φορά έκανε λάθος; Κοίταξε τον Λάζαρο. Είναι πραγματικά νεκρός! Εμείς ελπίζαμε στο ανέλπιστο, αλλά δεν έγινε. Όταν έστειλα να Τον φωνάξουν, σίγουρα έκανα λάθος, διότι ήταν πλέον περισσότερο νεκρός παρά ζωντανός. Και η πίστη μας δεν είχε ούτε αποτελέσματα ούτε ανταμοιβές. Και ο Διδάσκαλος μας μήνυσε ότι αυτή δεν είναι μια θανατηφόρος ασθένεια! Λοιπόν, ο Διδάσκαλος δεν είναι πλέον η Αλήθεια; Δεν είναι πλέον. Ω! Εδώ είναι το τέλος για όλα!»

Η Μαρία τρίβει τα χέρια της. Δεν ξέρει τι να πει. Τα γεγονότα είναι αυτά. Αλλά δεν μιλάει. Δεν λέει ούτε μια λέξη κατά του Ιησού. Κλαίει. Αληθινά είναι στα όρια της. 

ΠΗΓΗ: Τα κεφ. 543 και 544 του βιβλίου "The Gospel as revealed to me" της Μαρίας Βαλτόρτα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα χρώματα της αύρας και η σημασία τους

Τα Κρυστάλλινα Παιδιά

Γιατί οι Ινδιάνοι είχαν μακριά μαλλιά;

Τι γίνεται όταν πεθαίνουμε;