Συνάντηση με τον Εωσφόρο

Το κεφάλαιο 420 του βιβλίου «Το Ευαγγέλιο όπως μου αποκαλύφθηκε», που έγραψε η Μαρία Βαλτόρτα καθ' υπαγόρευση του Ιησού, είναι αφιερωμένο στη συνάντηση του Κυρίου με έναν δαιμονισμένο, τον οποίο κατείχε ο ίδιος ο Εωσφόρος.

                                                                              *

Ο Ιησούς και οι δικοί Του συνεχίζουν να περιέρχονται την εξοχή. Η εποχή του θερισμού έχει τελειώσει και στα χωράφια διακρίνονται τα αποξηραμένα κοτσανάκια από τα κομμένα στάχυα. Ο Ιησούς βαδίζει κατά μήκος ενός σκιερού μονοπατιού.  Μιλάει με κάποιους άνδρες που ήρθαν και ενώθηκαν με την ομάδα των αποστόλων.

«Ναι», λέει ένας εξ αυτών. «Τίποτε δεν τον θεραπεύει. Είναι περισσότερο από μαινόμενος. Και τρομάζει τον κόσμο, ιδιαίτερα τις γυναίκες, διότι τις κυνηγάει με χειρονομίες και λέξεις άσχημες. Θα ήταν τραγικό αν τις έπιανε στα χέρια του!»
«Ποτέ δεν ξέρει κανείς που βρίσκεται», προσθέτει κάποιος άλλος. «Στα βουνά, στα δάση, χωμένος στα αυλάκια των αγρών… πετιέται ξαφνικά σαν το φίδι. Οι γυναίκες έχουν τρομοκρατηθεί. Μια κοπέλα, ένα νέο κορίτσι, πέθανε εξαιτίας του μετά από λίγες μέρες, με υψηλό πυρετό».
«Τις προάλλες, ο γαμπρός μου πήγε στον τόπο που έχει ετοιμάσει έναν τάφο γι’ αυτόν και για τους δικούς του, επειδή είχε πεθάνει ο πεθερός του και ήθελε να κάνει τις ετοιμασίες για την ταφή. Αλλά το έβαλε στα πόδια εξ αιτίας του δαιμονισμένου που ήταν μέσα στον τάφο, γυμνός και ουρλιάζοντας, ως συνήθως, τον απειλούσε πετώντας του πέτρες… Τον κυνήγησε μέχρι το χωριό και μετά γύρισε στον τάφο… και αναγκαστήκαμε να θάψουμε τον νεκρό στον δικό μου τάφο».
«Και εκείνη πάλι την φορά», λέει ένας τέταρτος, «που θυμήθηκε ότι ο Τοβίας και ο Δανιήλ τον είχαν δέσει και τον είχαν οδηγήσει πίσω στο σπίτι του; Τους περίμενε μισοκρυμμένος ανάμεσα από τις καλαμιές και την λάσπη του ποταμού και, όταν μπήκαν στην βάρκα για να πάνε για ψάρεμα ή για να διασχίσουν το ποτάμι, δεν είμαι βέβαιος, με την δύναμη του δαίμονα σήκωσε τη βάρκα και την αναποδογύρισε. Σωθήκανε από θαύμα, αλλά τα πράγματα που είχαν μέσα χάθηκαν, και μάλιστα η καρίνα της βάρκας έσπασε και τα κουπιά διαλύθηκαν».

«Αλλά δεν τον δείξατε στους ιερείς;»

«Ναι, τον πήγανε στα Ιεροσόλυμα, δεμένο σαν δέμα… Τι ταξίδι! Τι διαδρομή!... Εγώ ήμουν μαζί και σας λέω, δεν χρειάζεται να πάω στην κόλαση για να μάθω τι γίνεται εκεί και τι λένε. Όμως δεν βγήκε τίποτα».
«Τα ίδια χάλια όπως και πριν;»
«Χειρότερα!»
«Και όμως… ο ιερέας!...»
«Ναι, αλλά… θα έπρεπε... θα έπρεπε…»
«Τι; Συνέχισε...»
Σιωπή.

«Μίλησε, λοιπόν, μη φοβάσαι. Δεν θα σε κατηγορήσω», λέει ο Ιησούς.

«Λοιπόν… έλεγα... όμως δεν θέλω να αμαρτήσω... έλεγα… ότι, ... ο ιερέας ίσως να τα κατάφερνε αν…»
«Αν ήταν άγιος άνθρωπος, εννοείς, αλλά δεν τολμάς να το πεις. Εγώ σου λέω: απόφευγε να κρίνεις. Όμως αυτό που λες είναι αλήθεια. Είναι δυστυχώς αλήθεια...», του λέει ο Πέτρος.
Ο Ιησούς σιωπά και αναστενάζει. Μια σύντομη ενοχλημένη σιωπή.
 
Κατόπιν κάποιος τολμάει να μιλήσει και πάλι: «Αν τον συναντήσουμε θα τον θεραπεύσεις; Θα καθαρίσεις αυτόν τον τόπο;»
«Νομίζεις ότι θα μπορέσω να το κάνω; Γιατί;»
«Διότι είσαι Άγιος».
«Ο Θεός είναι άγιος».
«Κι Εσύ Που είσαι Γιος Του».
«Πως το ξέρεις;»
«Ε! Ο κόσμος μιλάει! Άλλωστε, ζούμε εδώ, στο ποτάμι και ξέρουμε τι έκανες πριν τρεις μήνες. Ποιος θα μπορούσε να σταματήσει ένα πλημμυρισμένο ποτάμι αν δεν ήταν ο Γιος του Θεού;»
«Και τι λες για τον Μωυσή και τον Ιησού του Ναυή;»
«Αυτοί εργάστηκαν στο όνομα του Θεού και για την δόξα Του. Και μπόρεσαν να το κάνουν διότι ήσαν άγιοι. Εσύ είσαι ανώτερος από αυτούς».
«Θα το κάνεις, Διδάσκαλε;»
«Θα το κάνω, αν τον συναντήσουμε».

Προχωρούν. Η ζέστη που δυναμώνει τους αναγκάζει να εγκαταλείψουν τον δρόμο και να καταφύγουν στα δένδρα κατά μήκος του ποταμού, που τώρα δεν έχει κύματα όπως τότε που ήταν πλημμυρισμένος. Αν και έχει πολύ νερό ακόμα, το νερό κυλάει ήρεμο και γαλάζιο λαμπυρίζοντας κάτω από τον ήλιο.

Το μονοπάτι φαρδαίνει και φαίνεται στο βάθος η ασπρίλα των σπιτιών. Πρέπει να είναι χωριό, αυτό που βλέπω, και έρχεται όλο και πιο κοντά. Στις παρυφές του χωριού υπάρχουν μικρές κατασκευές, ολόασπρες, με ένα μόνο άνοιγμα στον ένα τοίχο. Μερικά είναι ανοιγμένα. Τα περισσότερα είναι ερμητικά κλειστά. Δεν φαίνεται κανείς γύρω από τα σπιτάκια που φαίνονται σκορπισμένα στο τραχύ και γυμνό έδαφος σαν εγκαταλελειμμένα.
Υπάρχουν μόνον αγριόχορτα και μεγάλα αγκωνάρια.

«Φύγε! Φύγε! Γύρισε πίσω αλλιώς σε σκοτώνω!»
«Ο δαιμονισμένος μας είδε! Εγώ φεύγω».
«Κι εγώ».
«Κι εγώ έρχομαι μαζί σας».
«Μη φοβάστε. Μείνετε εδώ και βλέπετε». Ο Ιησούς δείχνει τόσο σίγουρος που… οι πιο γενναίοι υπακούν, αλλά πηγαίνουν πίσω από τον Ιησού. Το ίδιο κάνουν και οι μαθητές που παραμένουν πίσω Του.
Ο Ιησούς προχωρεί μόνος, επιβλητικός, σαν να μην ακούει και να μην βλέπει τίποτα.

«Φύγε!» Η κραυγή έχει συστατικά ουρλιαχτού και γρυλίσματος. Φαίνεται αδύνατον να βγαίνει από ανθρώπινο λαρύγγι. «Φύγε! Πίσω! Θα Σε σκοτώσω! Γιατί με καταδιώκεις; Δεν θέλω να Σε βλέπω!»
Ο δαιμονισμένος δίνει σάλτους, ολότελα γυμνός, μελαχρινός με μακριά γένια και μαλλιά αναμαλλιασμένα. Οι μαύρες δασύτριχες μπούκλες του που είναι γεμάτες ξερά φύλλα και σκόνη πέφτουν πάνω στα βλοσυρά κατακόκκινα σαν το αίμα μάτια του, κατηφορίζουν στα μάγουλα του και φτάνουν στο ανοιχτό του στόμα, ενώ συνεχίζει να κραυγάζει με τρομερά ξεσπάσματα γέλιου. Ενός τρελού. Το όλον μοιάζει με εφιάλτη. Το στόμα του δαιμονισμένου αφρίζει και αιμορραγεί διότι, μαινόμενος όπως είναι, χτυπιέται με μια μυτερή πέτρα και λέει: «Γιατί δεν μπορώ να Σε σκοτώσω; Ποιος δένει την δύναμή μου; Εσύ; Εσύ;»

Ο Ιησούς τον κοιτάζει και συνεχίζει προς τα εμπρός.
Ο τρελός κυλιέται στο χώμα, δαγκώνεται, αφρίζει ακόμα περισσότερο, χτυπιέται με την πέτρα του, μετά σηκώνεται απότομα μ’ ένα πήδημα, δείχνει με το δάχτυλό του τον Ιησού, και κοιτάζοντάς Τον έντονα, λέει: «Ακούστε! Ακούστε! Αυτός που έρχεται είναι...»
«Πάψε, δαίμονα του ανθρώπου! Σε διατάσσω».
«Όχι! Όχι! Όχι! Δεν θα σωπάσω, δεν θα σωπάσω. Τι συμβαίνει με Σένα και με εμάς; Γιατί δεν μας αφήνεις στην ησυχία μας; Δεν Σου αρκεί που μας έκλεισες στο βασίλειο της Κόλασης; Δεν Σου αρκεί που ήρθες να αρπάξεις τον άνθρωπο από εμάς; Γιατί μας στέλνεις με το ζόρι εκεί κάτω; Επίτρεψέ μας να ζούμε μέσα στα θηράματά μας! Εσύ, μεγάλε και πανίσχυρε, πέρνα και κατάκτησε, αν μπορείς. Όμως άφησε κι εμάς να χαιρόμαστε και να κάνουμε το κακό. Γι’ αυτό το σκοπό υπάρχουμε… Ω! Κακό! Όχι! Δεν μπορώ να το πω! Μη με αφήσεις να το πω! Μη με αφήσεις να το πω! Δεν μπορώ να Σε καταραστώ! Σε μισώ! Σε κυνηγώ!  Σε περιμένω για να Σε βασανίσω! Μισώ Εσένα και Αυτόν από τον Οποίο προέρχεσαι και μισώ και Αυτόν που είναι το Πνεύμα Σου. Μισώ την Αγάπη, εγώ που είμαι το Μίσος! Θέλω να Σε καταραστώ! Θέλω να Σε σκοτώσω!  Όμως δεν μπορώ! Δεν μπορώ! Όχι ακόμα! Όμως, Σε περιμένω, Χριστέ, Σε περιμένω. Θα Σε δω νεκρό! Ω, ευτυχισμένη ώρα! Όχι! Όχι ευτυχισμένη! Νεκρός Εσύ; Όχι. Όχι νεκρός. Κι εγώ ηττημένος! Ηττημένος! Πάντα  ηττημένος!... Α!...» Ο παροξυσμός του αποκορυφώνεται.

Ο Ιησούς συνεχίζει προς τον δαιμονισμένο κρατώντας τον κάτω από την ακτινοβολία των ματιών Του που μαγνητίζουν. Τώρα ο Ιησούς είναι ολομόναχος. Οι απόστολοι και οι άλλοι ντόπιοι έχουν μείνει πίσω. Οι ντόπιοι βρίσκονται πίσω από τους αποστόλους, οι οποίοι βρίσκονται τουλάχιστον τριάντα μέτρα μακρύτερα από τον Ιησού.
Μερικοί κάτοικοι του χωριού, το οποίο φαίνεται να έχει πολλούς κατοίκους και αρκετά εύπορους, έχουν βγει από τα σπίτια τους - τους έβγαλαν οι φωνές - και παρακολουθούν τη σκηνή, έτοιμοι να τρέξουν κι αυτοί μακριά όπως και η άλλη ομάδα.
Η σκηνή έχει ως εξής: στο
μέσον ο δαιμονισμένος με τον Ιησού, τώρα μερικά μέτρα πιο μακριά ο ένας από τον άλλον. Πίσω από τον Ιησού, στα αριστερά Του, είναι οι απόστολοι και οι ντόπιοι, και στα δεξιά, πίσω από τον δαιμονισμένο οι κάτοικοι του χωριού.

Ο Ιησούς από την στιγμή που διέταξε το δαιμόνιο να σωπάσει, δεν μίλησε ξανά. Κοιτάζει μόνον έντονα τον δαιμονισμένο. Όμως τώρα ο Ιησούς σταματάει, σηκώνει τα χέρια Του, τα εκτείνει προς τον δαιμονισμένο και ετοιμάζεται να μιλήσει. Οι κραυγές του ανδρός τώρα γίνονται σπαρακτικές. Σφαδάζει, δίνει σάλτους προς τα δεξιά, προς τα αριστερά, προς τα πάνω. Είναι καρφωμένος στη θέση του και εκτός από αυτές τις συσπάσεις δεν του έχει παραχωρηθεί καμία άλλη κίνηση. Όταν ο Ιησούς απλώνει τα χέρια Του, με τεντωμένες τις παλάμες όπως κάποιος που ορκίζεται, ο δαιμονισμένος ουρλιάζει πιο δυνατά και μετά από κατάρες, γέλια και βλασφημίες, αρχίζει να κλαίει και να παρακαλεί. «Στην κόλαση, όχι! Όχι, στην κόλαση! Μη με στέλνεις εκεί! Ακόμα κι εδώ η ζωή μου είναι τρομακτική, φυλακισμένος σε έναν άνθρωπο, γιατί εγώ θέλω να ταξιδέψω στον κόσμο και να ξεσχίσω τα πλάσματά Σου. Αλλά εκεί, εκεί, εκεί! Όχι! Όχι! Όχι! Άσε με έξω!…»

«Βγες από αυτόν. Σε διατάσσω».
«Όχι!»
«Βγες»
«Όχι!»
«Βγες!»
«Όχι»
«Στο όνομα του αληθινού Θεού, βγες!»
«Ω! Γιατί με νικάς; Όμως δεν βγαίνω, όχι. Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Γιος του Θεού, αλλά εγώ είμαι...»
«Ποιος είσαι;»
«Είμαι ο Βεελζεβούλ, ο Εωσφόρος, ο Άρχων του κόσμου και δεν υποτάσσομαι. Σε περιφρονώ, Χριστέ!»

Ο δαιμονισμένος ξαφνικά μένει ακίνητος, άκαμπτος, σχεδόν επιβλητικός και κοιτάζει έντονα τον Ιησού με μάτια που φωσφορίζουν, κουνώντας με δυσκολία τα χείλη και προφέροντας λόγια ακατανόητα, κάνοντας με τα χέρια του, που τα έχει σηκώσει στο ύψος των ώμων και με τους αγκώνες του κεκαμμένους, μικρές κινήσεις.
Ο Ιησούς έχει σταματήσει. Τώρα τα μπράτσα Του είναι σταυρωτά πάνω στο στήθος Του. Τον κοιτάζει. Και ο Ιησούς κουνάει ελαφρά τα χείλη Του. Αλλά δεν μπορώ να ακούσω καμία λέξη.


Οι παρόντες περιμένουν έχοντας αντιφατικές γνώμες.

«Δεν μπορεί να το κάνει!»
«Ναι, ο Χριστός τώρα θα το κάνει!»
«Όχι, ο άλλος νικάει».
«Είναι πολύ δυνατός».
«Ναι, είναι».
«Όχι, δεν είναι».
 
Ο Ιησούς ανοίγει τα χέρια. Το πρόσωπό Του έχει μια λάμψη αυτοκρατορική, η φωνή Του είναι σαν βροντή. «Βγες. Για τελευταία φορά. Βγες έξω, Σατανά! Εγώ διατάσσω!»

«Αααααχ!» (είναι η πολύ μακρά κραυγή ενός ατέλειωτου μαρτυρίου. Ούτε κι αν τρυπούσαν έναν άνθρωπο με σπαθί, δεν θα ούρλιαζε έτσι). Και το ουρλιαχτό τελειώνει με τα λόγια: «Βγαίνω, ναι. Με νίκησες. Όμως θα εκδικηθώ. Με διώχνεις, όμως υπάρχει ένας δαίμονας δίπλα Σου (εννοεί τον Ιούδα τον ισκαριώτη) και θα μπω σε αυτόν και θα τον κατακτήσω. Θα του δώσω όλη μου την δύναμη, και καμία εντολή Δική Σου δεν θα μπορέσει να με αρπάξει από αυτόν. Σε κάθε χρόνο, σε κάθε τόπο, γεννάω δικά μου παιδιά. Εγώ, ο δημιουργός του Κακού. Και όπως ο Θεός δημιουργεί για τον Εαυτό Του, εγώ δημιουργώ για τον εαυτό μου.
Συλλαμβάνομαι στην καρδιά του ανθρώπου και αυτός με γεννάει, γεννάει έναν καινούργιο Σατανά, αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος, κι εγώ αγάλλομαι, αγάλλομαι που έχω τόσους απογόνους! Εσύ και οι άνθρωποι θα συναντάτε πάντοτε αυτά τα πλάσματα που μου ανήκουν, που είναι πανομοιότυπα δικά μου. Πηγαίνω, Χριστέ, να καταλάβω το καινούργιο μου βασίλειο, όπως θέλεις Εσύ, και Σου αφήνω αυτό το κουρέλι που τυράννησα. Στη θέση αυτού που Σου άφησα, ελεημοσύνη  του Σατανά προς Εσένα, Θεέ, θα πάρω τώρα χίλιους, δέκα χιλιάδες και θα τους συναντήσεις όταν θα είσαι ένα βρώμικο κουρέλι κρέατος πεταμένο στο χλευασμό των σκυλιών. Και εγώ, στο πέρασμα των αιώνων, θα παίρνω χιλιάδες και χιλιάδες και θα τους κάνω εργαλεία μου

για να Σε βασανίζω. Νομίζεις ότι θα κερδίσεις υψώνοντας το Σημάδι Σου; Οι δικοί μου θα το πετάξουν κάτω κι εγώ θα νικήσω...
Α! Όχι, δεν θα νικήσω! Όμως θα σε βασανίζω, Εσένα και τους δικούς Σου!..»


Ένας δυνατός θόρυβος σαν κεραυνός ακούγεται, αλλά δεν υπάρχει ούτε λάμψη αστραπής ούτε ο υπόκωφος θόρυβος της βροντής. Μόνον ένας έντονος θόρυβος σαν σπαραγμός, και ο δαιμονισμένος πέφτει σαν πεθαμένος στο έδαφος παραμένοντας ακίνητος εκεί. Ένας τεράστιος κορμός δένδρου που βρίσκεται κοντά στους αποστόλους πέφτει στο έδαφος, σαν να τον έχουν κόψει, κοντά ένα μέτρο από τη ρίζα, με πριόνι γρήγορο σαν αστραπή. Οι απόστολοι μόλις που πρόλαβαν να κάνουν πίσω, ενώ οι κάτοικοι της περιοχής έτρεξαν μακριά.



Όμως ο Ιησούς, που είχε σκύψει για να πιάσει το χέρι του ανθρώπου που βρίσκεται στο έδαφος, γυρίζει, με το χέρι του θεραπευμένου μέσα στο Δικό Του, και λέει: «Ελάτε. Μη φοβάστε!»
Το πλήθος γυρίζει φοβισμένο.
«Θεραπεύτηκε. Δώστε του μια χλαμύδα», λέει ξανά ο Ιησούς. Ένας άνδρας τρέχει να του φέρει κάτι να φορέσει.

Ο θεραπευμένος επανέρχεται σιγά σιγά. Ανοίγει τα μάτια και συναντά το βλέμμα του Ιησού. Ανακάθεται. Με το ελεύθερο χέρι σκουπίζει τον ιδρώτα του, το αίμα και τους αφρούς, σπρώχνει πίσω τα μαλλιά και παρατηρεί τον εαυτό του. Όταν αντιλαμβάνεται ότι είναι γυμνός μπροστά σε τόσο κόσμο, ντρέπεται. Ζαρώνει και ρωτάει τον Ιησού: «Τι έγινε; Ποιος είσαι; Γιατί βρίσκομαι εδώ, γυμνός;»
«Τίποτε, φίλε Μου. Τώρα θα σου φέρουν λίγα ρούχα και θα γυρίσεις σπίτι σου».
«Από πού ήρθα; Κι Εσύ από πού είσαι;» Μιλάει με την κουρασμένη και αδύναμη φωνή ενός ασθενούς.
«Έρχομαι από την Θάλασσα της Γαλιλαίας».
«Και πώς συμβαίνει να με γνωρίζεις; Γιατί με βοηθάς; Πως ονομάζεσαι;»
Κάποιοι έρχονται με μια χλαμύδα και την δίνουν στον άνδρα που θεραπεύτηκε τόσο θαυματουργικά. Και μια ηλικιωμένη γυναίκα έρχεται κλαίγοντας και σφίγγει τον θεραπευμένο στην καρδιά της.
«Γιε μου!»
«Μητέρα! Γιατί με άφησες τόσο καιρό;»
Η ηλικιωμένη γυναίκα κλαίει πιο δυνατά και τον φιλάει και τον χαϊδεύει. Ίσως να του έλεγε κάποια λόγια, αλλά ο Ιησούς της επιβάλλεται με τα μάτια και την εμπνέει με άλλα πιο στοργικά: «Ήσουν πολύ άρρωστος, γιε μου! Δόξασε τον Θεό που σε έκανε καλά και τον Μεσσία Του Που εργάστηκε στο όνομα του Θεού».
«Αυτόν; Πως ονομάζεται;»
 «Ιησούς από την Γαλιλαία. Όμως ονομάζεται Καλοσύνη. Φίλησε τα χέρια Του, γιε μου, και ζήτησε Του να σε συγχωρήσει για όσα έκανες ή είπες... σίγουρα θα μίλησες όντας...»
«Ναι, μίλησε στον πυρετό του» λέει ο Ιησούς για να σταματήσει ριψοκίνδυνα λόγια. «Όμως δεν ήταν αυτός που μιλούσε, κι Εγώ δεν είμαι αυστηρός μαζί του. Τώρα να είσαι καλός. Να είσαι εγκρατής». Ο Ιησούς δίνει έμφαση σε αυτή τη λέξη. Ο άνδρας σκύβει το κεφάλι ταραγμένος.

Όμως αυτά που του συγχωρεί ο Ιησούς δεν του τα συγχωρούν οι πλούσιοι κάτοικοι που τώρα έχουν πλησιάσει. Μεταξύ αυτών βρίσκονται κάποιοι απροσδιόριστοι Φαρισαίοι. «Καλά τα πήγες! Ήσουν τυχερός που συνάντησες αυτόν, τον αρχηγό των δαιμόνων».

«Δαιμονισμένος εγώ;» ο άνθρωπος είναι τρομοκρατημένος.
Η ηλικιωμένη γυναίκα ξεσπάει: «Καταραμένοι! Δεν έχετε ούτε έλεος ούτε
σεβασμό! Άπληστοι, αμείλικτοι, οχιές! Κι εσύ, άχρηστε λειτουργέ της συναγωγής. Αρχηγός των δαιμόνων, ο Άγιος;»
«Και ποιος νομίζεις ότι μπορεί να τους εξουσιάσει αυτούς, παρά μόνον ο βασιλιάς τους και πατέρας τους;»
«Ω! Ιερόσυλοι! Βλάσφημοι! Κ...!»
«Σώπασε γυναίκα. Να χαίρεσαι με τον γιο σου. Μην καταριέσαι. Αυτοί ούτε Με ταράζουν ούτε Με ανησυχούν. Μπορείτε όλοι να πηγαίνετε με ειρήνη. Τις ευλογίες Μου στους καλούς ανθρώπους. Πάμε φίλοι Μου».
«Μπορώ να έρθω μαζί Σου;» ρωτάει ο θεραπευμένος τον Ιησού.
«Όχι, μείνε εδώ. Να μαρτυρείς για Μένα και να δίνεις χαρά στην μητέρα σου. Πήγαινε».
Και ανάμεσα σε χειροκροτήματα και ψιθύρους κοροϊδίας, ο Ιησούς διασχίζει ένα μέρος της μικρής πόλης και στη συνέχεια μπαίνει ξανά στην σκιά των δένδρων κατά μήκος του ποταμού.

Οι απόστολοι συγκεντρώνονται γύρω Του.

Ο Πέτρος ρωτάει: «Διδάσκαλε, γιατί το ακάθαρτο πνεύμα έφερε τόση αντίσταση;»
«Διότι ήταν ένα ολοκληρωμένο πνεύμα».
«Τι σημαίνει αυτό;»
«Ακούστε Με. Υπάρχουν άνθρωποι που προσφέρουν τον εαυτό τους στον Σατανά όταν ανοίξουν μια πόρτα σε ένα θανάσιμο αμάρτημα. Άλλοι το κάνουν δυο φορές, άλλοι τρεις, άλλοι επτά φορές. Όταν ανοίξει κάποιος το πνεύμα του στα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, τότε έρχεται μέσα του ένα ολοκληρωμένο πνεύμα. Μπαίνει ο ίδιος ο Σατανάς, ο μαύρος πρίγκιπας».
«Πως γίνεται αυτός, τόσο νέος, να είναι στην κατοχή του Σατανά;»

«Ω! φίλοι Μου! Ξέρετε από ποιο μονοπάτι έρχεται ο Σατανάς; Γενικά τρεις είναι οι δρόμοι που περπατάει, και ο ένας από αυτούς δεν λείπει ποτέ. Τρεις: ο σαρκικός πόθος, το χρήμα, η υπερηφάνεια του πνεύματος. Ο σαρκικός πόθος είναι αυτός που δεν λείπει ποτέ. Αυτός είναι ο αγγελιαφόρος των άλλων έντονων επιθυμιών, αυτός περνάει και σκορπίζει το φαρμάκι του

και όλα ανθίζουν με σατανική βλάστηση. Γι’ αυτό το λόγο σας λέω: “Να έχετε την κυριαρχία της σάρκας σας”. Ας είναι αυτή η κυριαρχία η αρχή κάθε άλλης κυριαρχίας. Ο σκλάβος της λαγνείας γίνεται κλέφτης και απατεώνας, σκληρός, δολοφόνος, για να υπηρετήσει την ερωμένη του. Η ίδια δίψα για δύναμη  συνδέεται επίσης με την σάρκα. Δεν το νομίζετε; Έτσι είναι. Να κάνετε περισυλλογή πάνω σε αυτό και θα δείτε αν σφάλω. Μέσα από την σάρκα ο Σατανάς μπήκε στον άνθρωπο, και ευτυχισμένος αν μπορεί να το ξανακάνει, μέσα από την σάρκα εισέρχεται εκ νέου στον άνθρωπο, αυτός ένας και επταπλάσιος με την αναπαραγωγή των λεγεώνων του, των κατώτερων δαιμονίων».

«Εσύ είπες ότι η Μαρία η Μαγδαληνή είχε επτά δαιμόνια. Εσύ το είπες. Και αυτά θα ήταν σίγουρα δαιμόνια λαγνείας. Και όμως την ελευθέρωσες με μεγάλη ευκολία».
«Ναι, Ιούδα. Έτσι είναι».
«Λοιπόν;»
 «Λοιπόν, σύμφωνα με σένα η θεωρεία Μου είναι λανθασμένη. Όχι, φίλε, Μου. Αυτή η γυναίκα ήθελε, ήδη, να ελευθερωθεί από τον δαίμονα. Το ήθελε. Η θέληση είναι τα πάντα».
«Γιατί Διδάσκαλε, βλέπουμε πολλές γυναίκες να έχουν δαιμόνιο, και θα μπορούσαμε να πούμε αυτό το δαιμόνιο;»
«Κοίτα, Ματθαίε. Η γυναίκα δεν είναι ίδια με τον άνδρα ούτε στην κατασκευή της ούτε στην αντίδρασή της ως προς το προπατορικό αμάρτημα. Ο άνδρας έχει άλλους στόχους για την επιθυμία του, καλύτερους ή χειρότερους. Η γυναίκα έχει ένα στόχο: την αγάπη:
Ο άνδρας έχει άλλη κατασκευή. Η γυναίκα έχει αυτόν τον ευαίσθητο στόχο, ο οποίος είναι ακόμα πιο τέλειος, επειδή είναι προορισμένη να γεννάει.

Εσύ γνωρίζεις ότι κάθε τελειότητα φέρνει και μια αύξηση της ευαισθησίας. Ένα τέλειο αυτί ακούει πράγματα που ένα λιγότερο τέλειο δεν ακούει, και χαίρεται γι’ αυτό. Το ίδιο συμβαίνει με τα μάτια, τον ουρανίσκο και την όσφρηση.

Η γυναίκα επρόκειτο να είναι η γλυκύτητα του Θεού πάνω στην Γη, επρόκειτο να είναι η αγάπη, η ενσάρκωση αυτής της φλόγας που ωθεί Αυτόν Που είναι η εκδήλωση και η μαρτυρία αυτής της αγάπης. Γι’ αυτό το λόγο ο Θεός της δώρισε μια υπερβολική ευαισθησία πνεύματος, ώστε, κάποια μέρα σαν μητέρα να μπορεί να ανοίξει τα μάτια και την καρδιά των παιδιών της στην αγάπη προς τον Θεό και τους συνανθρώπους τους, όπως και ο άνδρας τα μάτια του νου των παιδιών του για να κατανοούν και να πράττουν ανάλογα. Σκέψου την εντολή του Θεού προς τον Εαυτό Του: “Ας κάνουμε μια σύντροφο για τον Αδάμ”. Η Καλοσύνη του Θεού ήθελε να
κάνει μια καλή σύντροφο για τον Αδάμ. Όποιος είναι γεμάτος καλοσύνη, αγαπάει. Θα έπρεπε, λοιπόν, η σύντροφος του Αδάμ να είναι ικανή να αγαπάει για να κάνει ευτυχισμένες τις μέρες του Αδάμ στον Κήπο. Θα έπρεπε να είναι τόσο ικανή να αγαπάει ως η δεύτερη συνεργάτης και αναπληρώτρια του Θεού στην αγάπη προς τον άνδρα, το δημιούργημά Του, ώστε ακόμα και αν δεν παρουσιαζόταν ο Θεός στο παιδί Του με την γεμάτη αγάπη φωνή Του, ο άνδρας να μην ένιωθε δυστυχισμένος από έλλειψη αγάπης.

Ο Σατανάς γνώριζε αυτή τη τελειότητα.
Ο Σατανάς γνωρίζει πολλά πράγματα. Αυτός είναι που μιλάει μέσα από τα χείλη των μαγισσών λέγοντας ψέματα ανάμεικτα με αλήθειες. Και λέει αυτές τις αλήθειες, τις οποίες μισεί επειδή είναι το Ψέμα, μόνο και μόνο – προσέξτε όλοι σας αυτό, και εσείς οι παρόντες και εσείς που θα έρθετε στο μέλλον – για να σας παρασύρει με τη χίμαιρα πως δεν είναι το Σκοτάδι που μιλάει αλλά το Φως. Ο Σατανάς, πανούργος, απατηλός και σκληρός, εισήγαγε αυτή την τελειότητα, και με αυτό τον τρόπο δαγκώνει και αφήνει το δηλητήριο του. Η τελειότητα της γυναίκας για την αγάπη έγινε και αυτή εργαλείο του Σατανά για να κυριαρχεί τη γυναίκα και τον άνδρα και να εξαπλώνει το κακό...»

(Και εδώ ολοκληρώνεται το όραμα της Μαρίας Βαλτόρτα που της έδειξε ο Ιησούς).

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα χρώματα της αύρας και η σημασία τους

Τα Κρυστάλλινα Παιδιά

Γιατί οι Ινδιάνοι είχαν μακριά μαλλιά;

Τι γίνεται όταν πεθαίνουμε;