Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2019

ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΕΝΚΙ - μέρος Ε'



ΔΕΚΑΤΗ ΠΙΝΑΚΙΔΑ
Οι Ανουννάκι περίμεναν τον κατακλυσμό. Μια μέρα που ο Ένκι κοιμόταν στα διαμερίσματά του, είδε ένα όνειρο. Είδε έναν άνδρα φωτεινό και λαμπερό. Καθώς ο άνδρας πλησίαζε προς το μέρος του, κατάλαβε πως ήταν ο Γκαλζού που κρατούσε στο χέρι του μια πινακίδα από λάπις λάζουλι, λεία και γυαλιστερή που του είπε:

«Άδικα κατηγόρησες τον Ενλίλ, γιατί έλεγε την αλήθεια και ο κατακλυσμός είναι προδιαγεγραμμένος από το Πεπρωμένο να συμβεί. Εσύ όμως κρατάς στα χέρια σου τη μοίρα των γήινων οι οποίοι θα κληρονομήσουν τη Γη. Κάλεσε το γιο σου Ζιουζούντρα χωρίς να παραβείς τους όρκους σου και αποκάλυψέ του τη συμφορά. Πες του να κατασκευάσει ένα πλοίο που να μπορεί να αντέχει την υδάτινη ποσότητα που θα πέσει πάνω του. Να ανατρέπεται χωρίς να βουλιάζει. Πες του να πάρει μαζί του την οικογένειά του, τους συγγενείς του και τους σπόρους από όποια φυτά είναι χρήσιμα. Αυτό είναι το θέλημα του Δημιουργού».
Και του ζωγράφισε κάτι στην πινακίδα και μετά την τοποθέτησε δίπλα στο κρεβάτι του.
 
Το πρωί, ξυπνώντας, ο Ένκι σκεπτόταν το όνειρο. Καθώς έκανε να σηκωθεί σκόνταψε πάνω σε κάτι. Με έκπληξη είδε πως ήταν η πινακίδα που είχε δει στο όνειρο. Την ανασήκωσε με χέρια που έτρεμαν και είδε το σχέδιο ενός παράξενου πλοίου φτιαγμένο με κάθε λεπτομέρεια και με διαστάσεις που αναφέρονταν. Ο Ένκι αμέσως φώναξε τους αγγελιαφόρους του να πάνε να βρούνε τον Γκαλζού. Όλοι επέστρεψαν και του ανέφεραν ότι ο Γκαλζού βρισκόταν εδώ και χρόνια στον Νιμπίρου. Ο Ένκι μπερδεύτηκε αλλά το μήνυμα που είχε λάβει ήταν ξεκάθαρο. 

Έτσι, όταν έπεσε η νύχτα, σηκώθηκε και πήγε στην καλαμένια καλύβα του Ζιουζούντρα και άρχισε να μιλάει στον τοίχο της: «Ξύπνα, ξύπνα!» 
Ο Ζιουζούντρα από τις φωνές ξύπνησε και άκουσε τη φωνή του Κυρίου του να λέει: «Καλύβα, πρόσεχε αυτό που θα σου πω. Μια μεγάλη συμφορά θα έρθει που θα εξαφανίσει τους ανθρώπους. Φύγε, κατασκεύασε ένα πλοίο, γέμισέ το με τα πράγματά σου, σώσε τη ζωή σου. Δίπλα στον τοίχο αφήνω μια πινακίδα με το σχέδιο του πλοίου. Κάντο γερό και ολότελα κλειστό. Φτιάξτο σε επτά ημέρες και εγώ θα σου στείλω ναυτίλο να το οδηγεί. Το πλοίο θα ανασηκωθεί από τους βάλτους όταν τα νερά καλύψουν τη γη. Μη φοβηθείς. Από σένα θα σωθεί το πολιτισμένο είδος των ανθρώπων».

«Κύριέ μου, άφησε να δω το πρόσωπό σου!» είπε τότε ο Ζιουζούντρα.
«Δεν μιλάω σε σένα, μιλάω στον τοίχο της καλύβας. Έχω δώσει όρκο στον Ενλίλ και αν δεις το πρόσωπό μου θα πεθάνεις. Τώρα, καλύβα, άκουσέ με. Μην πεις σε κανέναν το μυστικό αυτό. Αν σε ρωτήσουν γιατί φτιάχνεις πλοίο, να πεις ότι ο άρχοντας Ενλίλ έχει θυμώσει με τον Κύριό σου και θα φύγεις να πας στην Άμπζου μήπως και μειωθεί έτσι η οργή του άρχοντα Ενλίλ».

Ο Ζιουζούντρα βρήκε την πινακίδα εκεί που την είχε αφήσει ο Ένκι. Το πρωί ανακοίνωσε στους κατοίκους της πόλης ότι ο άρχοντας Ενλίλ είχε θυμώσει με τον Κύριό του, τον άρχοντα Ένκι, και γι΄αυτό του φερόταν εχθρικά. Επέλεξε να φύγει για λίγο διάστημα από την πόλη και να πάει να βρει τον Κύριό του στην Άμπζου. Θα πήγαινε με πλοίο. Έτσι ο θυμός του Ενλίλ σιγά σιγά θα έπαυε και θα σκόρπιζε αφθονίες στους κατοίκους της πόλης του.
Οι συμπολίτες του ακούγοντάς τον να τους λέει αυτά, συγκεντρώθηκαν και τον βοήθησαν να φτιάξει γρήγορα το πλοίο. Όταν ετοιμάστηκε, μπήκαν μέσα η γυναίκα του, τα παιδιά του, τα παιδιά των παιδιών του, λίγοι γείτονες και όλα τα ζώα της αυλής του.
Την έκτη μέρα έφτασε ο Νιναγκάλ, ο γιος του Ένκι που ήταν γνώστης των υδάτων, φέρνοντας μαζί του ένα ξύλινο κιβώτιο που τοποθέτησε δίπλα στη θέση του στο πλοίο. Εκεί μέσα περιέχονταν DNA και ωάρια από ζωντανούς οργανισμούς που είχαν συλλέξει ο Ένκι και η Νινμά. Τον 120ο Σαρ ο Κατακλυσμός συνέβη. Ήταν ο 10ος Σαρ της ζωής του Ζιουζούντρα και έλαβε χώρα στην Εποχή του Λέοντα.

Πριν χτυπήσει η συμφορά, τις νύχτες ο Νιμπίρου φαινόταν στον ουρανό λαμπρό άστρο. Μετά οι μέρες σκοτείνιασαν και τις νύχτες η Σελήνη δεν φώτιζε. Η Γη άρχισε να τρέμει καθώς ένα τεράστιο μαγνητικό πεδίο την ταρακουνούσε. Μετά ακολούθησε θόρυβος από βροντές και αστραπές που φώτιζαν τον ουρανό. «Φύγετε, φύγετε», έδωσε το σινιάλο ο Ούτου στους Ανουννάκι.
Η Κιβωτός

«Κλείσε το κάλυμμα, κλείσε το κάλυμμα του πλοίου» φώναξε και ο Νιναγκάλ στον Ζιουζούντρα. Μαζί ασφάλισαν γερά το άνοιγμα. Ο κατακλυσμός είχε μόλις ξεκινήσει. Στο Νότιο Πόλο ο πάγος έσπασε και χύθηκε στη θάλασσα προκαλώντας ένα τεράστιο κύμα που έφτασε στον ουρανό. Με αγριότητα απλώθηκε προς τα βόρεια τμήματα της Γης καταπίνοντας τη στεριά που συναντούσε στο δρόμο του. Έφτασε στην Εντίν και την ισοπέδωσε. Μετά έφτασε στη Σουρουμπάκ. Το πλοίο του Ζιουζούντρα ξεκόλλησε από τους βάλτους και παρόλο που στην αρχή ανατράπηκε, ούτε μια σταγόνα νερό δεν μπήκε στο εσωτερικό. 

Η καταιγίδα μαινόταν άγρια καταπίνοντας όλο τον κόσμο. Το έδαφος εξαφανίστηκε, μόνο νερό παντού. Στα ουράνια πλοία τους οι Ανουννάκι έκαναν κύκλους γύρω από τη Γη. Η Νινμά έκλαιγε, η Ινάννα θρηνούσε. Μετά την καταιγίδα της θάλασσας, μια δυνατή βροχή άρχισε να πέφτει που κράτησε 40 μέρες και μετά σταμάτησε. 

Ο Ζιουζούντρα άνοιξε το κάλυμμα του πλοίου. Έπλεαν σε μιαν απέραντη θάλασσα. «Μόνο εμείς επιβιώσαμε», είπε θρηνώντας. Ο Νιναγκάλ έπιασε το πηδάλιο και κατηύθυνε το πλοίο προς τις δίδυμες κορυφές του όρους Αρράτα. Ανυπόμονος ο Ζιουζούντρα ελευθέρωσε δυο πουλιά, ένα χελιδόνι κι ένα κοράκι που ύστερα από λίγο επέστρεψαν στο πλοίο. Λίγες μέρες πέρασαν και ο Ζιουζούντρα έστειλε ένα περιστέρι που μετά από ώρα επέστρεψε κρατώντας στο ράμφος του ένα κλαράκι δέντρου. Ο Ζιουζούντρα κατάλαβε ότι είχε αρχίσει να εμφανίζεται η ξηρά. Λίγες μέρες ακόμα και το πλοίο προσάραξε σε αβαθή νερά. Είχαν φτάσει στο Βουνό της Σωτηρίας, όπως το ονόμασε ο Νιναγκάλ. Άνοιξαν το κάλυμμα του πλοίου και είδαν τον Ήλιο να λάμπει. 

«Ας ευχαριστήσουμε τον άρχοντα Ένκι, είπε ο Ζιουζούντρα». Και αμέσως με τους γιους του κατασκεύασε ένα βωμό από πέτρες, άναψε φωτιά, έρριξε αρωματικά χόρτα πάνω της και θυσίασε ένα αρνί χωρίς ψεγάδια. Ο Ενλίλ από το διαστημόπλοιό του επικοινώνησε με τον Ένκι και του υπέδειξε να κατευθυνθούν προς την κορυφή του Αρράτα που πρόβαλε μέσα από τα νέρα. Τα δυο αδέλφια συναντήθηκαν στη στεριά με χαμόγελα και αγκαλιάστηκαν. Μετά από λίγο όμως ο Ενλίλ πρόσεξε καπνούς φωτιάς να υψώνονται από την απέναντι κορυφή και ένιωσε την οσμή ψημένου κρέατος και απόρησε. «Τι είναι αυτό, αδελφέ μου; Επιβίωσε κάποιος από τον κατακλυσμό;»
«Πάμε να δούμε», μουρμούρισε σιγανά ο Ένκι και πέταξαν στην απέναντι κορυφή του βουνού. Εκεί είδαν το πλοίο του Ζιουζούντρα αραγμένο, είδαν το βωμό, είδαν τους διασωθέντες και τον Νιναγκάλ ανάμεσά τους. Η οργή του Ενλίλ δεν είχε όρια. Όρμηξε στον αδελφό του και κόντεψε να τον σκοτώσει με τα χέρια του. 

«Όλοι οι γήινοι έπρεπε να χαθούν», ούρλιαζε, έξαλλος.
«Δεν είναι απλός θνητός, είναι γιος μου», είπε με δυνατή φωνή ο Ένκι, για να τον ακούσει. Ο Ενλίλ προς στιγμή δίστασε. Μετά άρχισε πάλι να φωνάζει ότι είχε παραβεί τον όρκο του.
«Δεν μίλησα στον Ζιουζούντρα ποτέ. Στον τοίχο της καλύβας του μιλούσα», δικαιολογήθηκε ο Ένκι και του αφηγήθηκε το όνειρο με τον Γκαλζού. Εν τω μεταξύ, ο Νιναγκάλ, φοβούμενος μήπως τα δυο αδέλφια έρθουν στα χέρια, είχε ειδοποιήσει να έρθουν ο Νινούρτα και η Νινμά για να ηρεμήσουν τον εξαγριωμένο Ενλίλ. Όταν πληροφορήθηκαν την ιστορία του Ένκι, δεν θύμωσαν. 

«Η επιβίωση του ανθρώπινου είδους είναι θέλημα του Δημιουργού», είπε ο Νινούρτα απευθυνόμενος στον πατέρα του.
Η Νινμά έβαλε τα χέρια της σε ένα κολλιέ από θεραπευτικούς κρυστάλλους που είχαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου, δώρο του Άνου, και ορκίστηκε ότι δεν θα επαναλαμβανόταν τέτοια εξόντωση του ανθρώπινου είδους. Απρόθυμα ο Ενλίλ έπιασε τα χέρια του Ζιουζούντρα και της γυναίκας του και τους ευλόγησε να πολλαπλασιαστούν και να γεμίσουν τη Γη.
Αυτό ήταν το τέλος των Αρχαίων Χρόνων.
Αρχαία Μεσοποταμία

Τα νερά συνέχισαν να υποχωρούν. Οι κοιλάδες ήταν μέσα στη λάσπη. Ό,τι πρώτα υπήρχε στην Εντίν και την Άμπζου τώρα ήταν κάτω από το παχύ στρώμα της. Η πλατφόρμα απογείωσης όμως ήταν ανέπαφη. Την καθάριζαν και ειδοποίησαν τους υπόλοιπους Ανουννάκι να προσγειωθούν εκεί. Στη συνέχεια ειδοποίησαν τον Μαρντούκ στον Λάχμου και τον Νάνναρ στη Σελήνη να επιστρέψουν.
 
«Επιβιώσαμε του κατακλυσμού, αλλά η Γη ριμάχτηκε. Πρέπει να επανορθώσουμε τα πάντα», έλεγε ο Ενλίλ.
«Ο Λάχμου έχασε την ατμόσφαιρά του», είπε ο Μαρντούκ, «και τα νερά του εξατμίστηκαν από το πλησίασμα του Νιμπίρου. Μόνο αμμοθύελλες αφανίζουν τον πλανήτη».
«Και η Σελήνη δεν υποστηρίζει ζωή, η ατμόσφαιρά της είναι πολύ αραιή. Πρέπει να φοράμε συνέχεια μάσκες», είπε με τη σειρά του ο Ναννάρ.
«Ας πάμε να επιθεωρήσουμε την Αίθουσα της Δημιουργίας», πρότεινε ο Ενλίλ.
 
Καθάρισαν τους τόνους λάσπης που εμπόδιζαν την είσοδο της μεγάλης σπηλιάς, σήκωσαν το βράχο που έφραζε το άνοιγμα και εισήλθαν. Βρήκαν ανέπαφα τα κρυστάλλινα κιβώτια μέσα στα οποία είχαν φυλάξει τους σπόρους από τα φυτά του Νιμπίρου και τα έβγαλαν έξω στο φως. Μετά έφτιαξαν πλατώματα στις πλαγιές των βουνών και τους φύτεψαν. Έδειξαν στον μικρότερο γιο του Ζιουζούντρα πώς να συλλέγει τους καρπούς. Έψαξαν και βρήκαν απομεινάρια από τις καλλιέργειες αμπέλου και ξαναδημιούργησαν το φημισμένο ελιξήριο. Ο Ένκι πήρε τα κουτιά από το κιβώτιο που είχε ο Νιναγκάλ μαζί του στο πλοίο, έβγαλε τα ωάρια και το DNA, τα συνδύασε και τα τοποθέτησε στις μήτρες των θηλυκών ζώων που είχαν επιβιώσει στο πλοίο με τον Ζιουζούντρα. 

Έχτισαν φράγματα και δημιούργησαν λίμνες. Ο Ένκι κατασκεύασε ένα νησί στο μέσον του μεγάλου ποταμού και τον χώρισε στα δυο για να μπορεί να ελέγχει καλύτερα τη ροή του. Στην περιοχή των Δυο Στενών (η περιοχή κατά μήκος του Νείλου) κατασκεύασε κατοικίες για τον Ντουμούζι και τους βοσκούς του.
Από τον Νιμπίρου ήρθε μήνυμα ότι ο πλανήτης είχε κι αυτός επηρεαστεί από το κοντινό πέρασμα με τη Γη και η ατμόσφαιρά του είχε χάσει ξανά την προστασία του χρυσού. Το πρόβλημα είχε επανέλθει. Χρειάζονταν πάλι μεγάλες ποσότητες χρυσού. Αλλά όλα τα ορυχεία είχαν καταστραφεί. Η Μπαντ Τιμπιρά δεν υπήρχε πια, στη Σιππάρ είχε υποστεί τεράστιες καταστροφές ο χώρος απογείωσης. Οι Ανουννάκι που εργάζονταν εκεί είχαν αναχωρήσει για τον Νιμπίρου. Από τους γήινους δεν είχε μείνει κανένας ζωντανός. 

«Δεν γίνεται να προμηθεύουμε πλέον τον Νιμπίρου με χρυσό», ανακοίνωσε ο Ενλίλ. Στη Γη και στον Νιμπίρου επικρατούσε απόγνωση. Ο Νινούρτα αναχώρησε για το μέρος της κατοικίας του. Από εκείνη τη μακρινή χώρα τους ανακοίνωσε εκπληκτικά νέα: Η μεγάλη ποσότητα των υδάτων είχε σκάψει τις μαλακές πλαγιές των βουνών και
στην επιφάνεια είχαν ανέλθει κομμάτια χρυσού μεγάλα και μικρά που η ροή των ποταμών κατέβαζε στις χαμηλές κοιλάδες. Χρυσός καθαρός, χωρίς προσμείξεις, ήδη ραφιναρισμένος. Δεν είχαν παρά να τον φορτώνουν στα μεγάλα φορτηγά σκάφη και να τον στέλνουν στον Νιμπίρου. 

Ο Ένκι και ο Ενλίλ έσπευσαν να επισκεφτούν από κοντά την περιοχή να ελέγξουν την ανακάλυψη οι ίδιοι. Πράγματι, χρυσός καθαρός, ολοκάθαρος! «Ένα θαύμα!», είπε ο Ένκι στον Ενλίλ. «Αυτό που ο Νιμπίρου κατέστρεψε, ο Νιμπίρου επιδιόρθωσε! Και τώρα ποιος θα μαζέψει το χρυσάφι;» Ο Νινούρτα είχε την απάντηση. Στα ψηλά βουνά είχαν επιβιώσει μερικοί γήινοι, απόγονοι του Κά-ιν που ήδη γνώριζαν την τέχνη των μετάλλων. Τώρα ζούσαν σε μια κορυφή βουνού που είχε μετατραπεί σε νησί μιας μεγάλης λίμνης. «Με αποκαλούν Μεγάλο Προστάτη», τους ανακοίνωσε ο Νινούρτα.

Με τα λόγια του Νινούρτα οι αρχηγοί χάρηκαν. Ακόμα και ο Ενλίλ δεν θύμωσε όταν έμαθε πως υπήρχαν και άλλοι γήινοι που είχαν επιβιώσει. Τώρα έπρεπε να φτιάξουν κοντά στον χώρο απογείωσης ένα μέρος για τα μεγάλα φορτηγά διαστημικά σκάφη. Από ψηλά έλεγξαν το χώρο και βρήκαν μιαν απομονωμένη χερσόνησο που την περιτριγύριζαν ψηλά βουνά. Ο Ενλίλ μέτρησε τις διαστάσεις και έφτιαξε σε πίνακα ένα σχέδιο. «Θα κάνουμε εδώ το χώρο απογείωσης και μαζί με το χώρο για τα μικρότερα σκάφη θα αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο. Και στο κέντρο αυτού του συνόλου θα ιδρύσουμε ένα νέο Κέντρο Ελέγχου».

Διάλεξε ένα βουνό κατάλληλο και το ονόμασε το Βουνό Που Δείχνει το Δρόμο. Έφτιαξε μια πλατφόρμα και στο μέσον της σκάλισε ένα μεγάλο βράχο για να χρησιμεύει ως το οίκημα που θα στέγαζε τον νέο Δεσμό Γης-Ουρανού. Επίσης κατασκεύασαν έναν καινούργιο Ομφαλό της Γης αφού το Νιμπρουκί δεν υπήρχε πια. Οι δυο δίδυμες κορυφές του βουνού Αρράτα θα οριοθετούσαν τον Διάδρομο Προσγείωσης στο βορρά. Στο νότιο μέρος, εκεί που ήταν η απομονωμένη χερσόνησος, ο Ενλίλ διάλεξε δυο άλλες δίδυμες κορυφές που θα έδειχναν τα νότια όρια. Αλλά εκεί που χρειαζόταν και ένα τρίτο σετ από δίδυμες κορυφές δεν υπήρχαν βουνά παρά κοιλάδα. 

"Μπορούμε να φτιάξουμε τεχνητές κορυφές", είπε ο Νινγκιτζιντά, και σχεδίασε ένα γράφημα για να το δούνε. Ο Ενλίλ συμφώνησε. Έτσι ο Νινγκιτζιντά κατασκεύασε ένα μεγάλο οικοδόμημα με τέσσερις πλευρές που έδειχνε τις τέσσερις γωνίες της Γης. Οι πέτρες κόπηκαν με τα Εργαλεία Δύναμης των Ανουννάκι. Δίπλα σε αυτή την κατασκευή ύψωσαν ακόμα μία, μεγαλύτερη από την πρώτη. Σχεδίασαν στοές και δωμάτια όπου τοποθέτησαν παλλόμενους κρυστάλλους και όταν όλα ήταν έτοιμα, προσκαλέστηκαν όλοι οι αρχηγοί για την τοποθέτηση της Πέτρας της Κορυφής που ήταν από ήλεκτρο, δημιούργημα του Τζιμπίλ. Η πέτρα αντανακλούσε το φως του ήλιου στον ορίζοντα και το βράδυ έμοιαζε με κολώνα φωτιάς. Εκεί συγκεντρωνόταν όλη η δύναμη των κρυστάλλων που έφεγγε στους ουρανούς. Το ονόμασαν Εκούρ, το Σπίτι που Μοιάζει με Βουνό. Ο Ενλίλ με τα ίδια του τα χέρια ενεργοποίησε τους κρυστάλλους. Μέσα στο οικοδόμημα μυστηριώδη φώτα άρχισαν να λάμπουν, ενώ ένας μαγευτικός βόμβος έσπαγε τη σιωπή. 

Ο ενθουσιασμός των Ανουννάκι ήταν τεράστιος. Η Νινμά απήγγειλε ένα ποίημα ειδικό για τον εορτασμό των εγκαινίων. Ο Ένκι πρότεινε στον Ενλίλ να κατασκευάσουν εκεί κοντά ένα μνημείο που να φανερώνει στις μελλοντικές γενιές από Ποιον και Πότε δημιουργήθηκε αυτό το εκπληκτικό έργο. Και επειδή βρίσκονταν στην Εποχή του Λέοντα, αποφασίστηκε το μνημείο να έχει το σώμα λιονταριού με τη μορφή του Νινγκιτζιντά για κεφάλι και να ατενίζει κατευθείαν μπροστά στο χώρο των ουράνιων φορτηγών. Ο Ενλίλ συγκατατέθηκε λέγοντας ότι ο Ούτου θα πρέπει να είναι και πάλι Διοικητής του Χώρου Απογείωσης.

Όταν η εργασία σχεδιασμού και κοπής της πέτρας σε σώμα λιονταριού προχωρούσε, ο Μαρντούκ είπε με θλίψη στον πατέρα του: «Μου υποσχέθηκες ότι εγώ θα είμαι ο Κύριος της Γης και τώρα χαρίζεις τη δόξα και τη διοίκηση σε άλλους κι εγώ έμεινα με τίποτα. Αυτή η κατασκευή έχει γίνει σε εδάφη δικά μου και η εικόνα η δική μου θα έπρεπε να βρίσκεται στη θέση της κεφαλής του λιονταριού». 
Ο Νινγκιτζιντά με τα λόγια αυτά θύμωσε πολύ. Ενοχλήθηκαν επίσης και οι άλλοι Ανουννάκι. Όλοι άρχισαν να ζητάνε να τους δοθεί ένας τόπος εξουσίας. Η Νινμά μίλησε τότε και είπε ότι δεν πρέπει τον εορτασμό να τον αφήσουν να καταλήξει σε αντιπαράθεση. «Η Γη βρίσκεται σε χάος, εμείς είμαστε λίγοι και οι γήινοι ελάχιστοι. Ας ακούσουμε αυτά που λέει ο Μαρντούκ».

Τότε ο Ενλίλ απευθύνθηκε στον Ένκι και του είπε: «Αν θέλουμε να έχουμε ειρήνη πρέπει να χωρίσουμε τα εδάφη μεταξύ μας». Έτσι η ανατολική περιοχή που ανήκε στον Ενλίλ δόθηκε να κατοικήσουν οι δυο γιοι του Ζιουζούντρα, ο Σεμ και ο Γιάφετ. Τα μέρη της Άμπζου που ανήκαν στον Ένκι δόθηκαν να κατοικήσει ο μεσαίος γιος του Ζιουζούντρα, ο Χαμ και οι απόγονοί του. Ως Κύριο της περιοχής πρότεινε τον Μαρντούκ για να τον ηρεμήσει.
«Ας γίνει έτσι», είπε ο Ενλίλ.

Στο Τιλμούν, στο νότο με τα πολλά βουνά, ο Νινούρτα έχτισε μια κατοικία για να μένει η μητέρα του, η Νινμά. Ισοπέδωσε την κορυφή ενός βουνού και της έφτιαξε και ένα μυρωδάτο κήπο.
Όταν όλα διευθετήθηκαν, δόθηκε σήμα στα ελικόπτερα να μεταφέρουν τον χρυσό από τον Τόπο Πέρα από τη Θάλασσα στο χώρο απογείωσης των ουράνιων φορτηγών σκαφών για να τον πάνε στον Νιμπίρου. Εκείνη την αλησμόνητη μέρα ο Ενλίλ και ο Ένκι συμφώνησαν να δώσουν ένα νέο όνομα στη Νινμά. Νινχαρσάγκ θα είναι το όνομά της τώρα, η Κυρία του Βουνού,. Όλοι οι Ανουννάκι ζητωκραύγασαν με ενθουσιασμό για να τιμήσουν την ειρηνοποιό Νινμά.

ΕΝΔΕΚΑΤΗ ΠΙΝΑΚΙΔΑ
Ένας Σαρ πέρασε ειρηνικά αλλά μετά προέκυψαν διαμάχες και αντιπαλότητες όχι ανάμεσα στον Ένκι και τον Ενλίλ, ούτε ανάμεσα στον Μαρντούκ και τον Νινούρτα αλλά ανάμεσα στους γιους του Μαρντούκ και τους Ιγκίγκι. Οι δυο γιοι του Μαρντούκ, ο Άσαρ και ο Σάτου, είδαν τις κόρες του αρχηγού των Ιγκίγκι, Σαμγκάζ, όταν βρίσκονταν στον Λάχμου και τους άρεσαν. Επιστρέφοντας στη Γη μετά τον κατακλυσμό οι γιοι του Μαρντούκ παντρεύτηκαν τις κοπέλες και ο μεν Άσαρ επέλεξε να μείνει κοντά στον πατέρα του, ενώ ο Σάτου κοντά στον χώρο απογείωσης εκεί που έμεναν και πολλοί Ιγκίγκι. Ο Σαμγκάζ άρχισε μετά από λίγο να βάζει λόγια στον Σάτου ότι μια μέρα ο αδελφός του Άσαρ θα κληρονομούσε τον πατέρα τους επειδή κατοικούσε κοντά του. Ο Σάτου, η γυναίκα του και ο πεθερός του άρχισαν να σκέπτονται τρόπους να κληρονομήσει τα έφορα εδάφη μόνον ο Σάτου. 

Μια μέρα ετοίμασαν γεύμα και κάλεσαν όλους τους Ιγκίγκι και τους Ανουννάκι. Στο γεύμα πήγε ο Άσαρ με τη γυναίκα του Άστα. Η γυναίκα του Σάτου, Νέμπατ, ετοιμάστηκε, καλλωπίστηκε, αρωματίστηκε και με τη λύρα στο χέρι άρχισε να τραγουδά για τον Άσαρ. Ο Σάτου έκοβε το ψητό κρέας μπροστά του με ένα κοφτερό μαχαίρι. Μετά ο Σάμγκαζ του πρόσφερε κρασί σε μεγάλο μπωλ. Ο Άσαρ με κέφι άρχισε το τραγούδι αλλά κάποια στιγμή από το κρασί ζαλισμένος έπεσε στο πάτωμα. Τον μετέφεραν τότε στο διπλανό δωμάτιο και τον τοποθέτησαν σε ξύλινο κιβώτιο, το οποίο σφράγισαν και πέταξαν στη θάλασσα.

Όταν η Άστα, η γυναίκα του, έμαθε τα νέα, πήγε στον πεθερό της Μαρντούκ και τον πληροφόρησε ότι ο άνδρας της και γιος του βρισκόταν στα βάθη της θάλασσας και έπρεπε να βρούνε γρήγορα το κιβώτιο. Πράγματι, έψαξαν και το ανακάλυψαν στην όχθη της θάλασσας της Αιγύπτου. Μέσα ο Άσαρ ήταν νεκρός. Ο Μαρντούκ έσκισε τα ρούχα του και έβαλε στάχτες στο κεφάλι του. Η γυναίκα του Σαρπανίτ έκλαιγε και θρηνούσε το γιο της. Ο Ένκι επίσης θρήνησε το χαμό του εγγονού του και είπε ότι επαναλαμβανόταν η κατάρα του Κά-ιν. Η Άστα, επειδή δεν είχε αποκτήσει τέκνο από τον Άσαρ, ζήτησε να κάνει παιδί με τον Μαρντούκ ώστε να συνεχιστεί η γραμμή διαδοχής του άντρα της. Ο Ένκι δήλωσε πως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει και πως αυτός που πρέπει να την γονιμοποιήσει πρέπει να είναι ο αδελφός του που έκανε το φονικό. 

Η Άστα αρνήθηκε και αποφάσισε να παρακάμψει τους νόμους. Πριν τυλίξουν το σώμα του Άσαρ με το σάβανο, έβγαλε σπέρμα από τον φαλλό του και το τοποθέτησε στον κόλπο της. Με αυτόν τον τρόπο συνέλαβε κληρονόμο και εκδικητή του πατέρα του.
Ο Σάτου ανακοίνωσε στον Ένκι, τον Μαρντούκ και τα αδέλφια του Μαρντούκ ότι εκείνος ήταν ο μοναδικός κληρονόμος του Μαρντούκ και συνεπώς Κύριος της χώρας των Δυο Στενών. Η Άστα, όμως, μπροστά στο συμβούλιο των Ανουννάκι απέρριψε την απαίτηση του Σάτου λέγοντας ότι ο γιος της ήταν και εκείνος κληρονόμος του Μαρντούκ. Μετά έφυγε από την κατοικία της με το παιδί της και κρύφτηκε στις καλαμιές για να αποφύγει την οργή του Σάτου. Ονόμασε τον γιο της Χόρον και τον ανέθρεψε να εκδικηθεί μια μέρα το θάνατο του πατέρα του.
 
Χόρον ή Χόρους
Ο Σάτου και ο πεθερός του, Σάμγκαζ, δεν υποχώρησαν. Εν τω μεταξύ τα χρόνια περνούσαν και οι Ιγκίγκι πολλαπλασιάζονταν. Μετακινήθηκαν από τον χώρο απογείωσης προς το Τιλμούν, την ιερή περιοχή της Νινχαρσάγκ. Απείλησαν να καταλάβουν το χώρο των ουράνιων φορτηγών μαζί με τους γήινους συμμάχους τους. Εν τω μεταξύ ο Χόρον μεγάλωνε. Τον υιοθέτησε ο Τζιμπίλ που του δίδασκε πολλά και του έφτιαξε σανδάλια με φτερά για να μπορεί να πετάει σαν πουλί. Του έφτιαξε και ένα θεϊκό όπλο που πετούσε βέλη/πυραύλους. Του έμαθε τα μυστικά των μετάλλων, ειδικά του σιδήρου. Ο Χόρον κατασκεύασε όπλα από αυτό το μέταλλο και όπλισε ένα στρατό από πιστούς του γήινους. Όλοι μαζί κατευθύνθηκαν βόρεια για να αντιπαρατεθούν με τον Σάτου και τους Ιγκίγκι. 

Όταν ο στρατός τους πλησίασε το Τιλμούν, ο Σάτου του έστειλε μήνυμα να πολεμήσουν οι δυο τους μόνο. Μέσα στο ιπτάμενο μηχάνημά του ο Σάτου τον περίμενε. Ο Χόρον πέταξε σαν γεράκι προς το μέρος του. Τότε ο Σάτου εκσφενδόνισε ένα δηλητηριασμένο βέλος, τον χτύπησε και ο Χόρον έπεσε στο έδαφος. Όταν η Άστα η μητέρα του τον είδε, έβγαλε μια μεγάλη κραυγή και αναζήτησε τον Νινγκιτζιντά. Αυτός την άκουσε από το ουράνιο σκάφος του και κατέβηκε στη Γη να σώσει τον ήρωα Χόρον. Με τις μαγικές δυνάμεις του αδρανοποίησε το δηλητήριο και ο Χόρον επέστρεψε στους ζωντανούς. Στη συνέχεια ο Νινγκιτζιντά του έδωσε μια ιπτάμενη μηχανή που έμοιαζε με ψάρι και είχε μεγάλη ουρά. Με αυτήν κυνήγησε τον Σάτου. Έπεσε πάνω στο ιπτάμενο σκάφος του Σάτου με ορμή και το έρριξε στο έδαφος. Μετά ο Χόρον έπιασε αιχμάλωτο τον Σάτου και τον οδήγησε ενώπιον του Συμβουλίου των Ανουννάκι. Όλοι είδαν ότι είχε τυφλωθεί, τα γεννητικά του όργανα είχαν διαμελιστεί και στεκόταν σαν άδειο δοχείο. 

«Αφήστε τον Σάτου να ζήσει τυφλός, χωρίς απογόνους», δήλωσε η Άστα στο Συμβούλιο. Οι κριτές αποφάσισαν να τελειώσει τις μέρες του σαν θνητός ανάμεσα στους Ιγκίγκι. Νικητής ανακοινώθηκε ο Χόρον και αυτός θα ήταν ο κληρονόμος του πατέρα του. Η απόφαση γράφτηκε σε πινακίδες που τις φύλαξαν στην Αίθουσα των Αρχείων. Ο Μαρντούκ ήταν στενοχωρημένος. Παρόλο που ήταν εγγονός του από τον Άσαρ, ήταν παράλληλα και απόγονος του Σάμγκαζ από τη μητέρα του που ήταν Ιγκίγκι. Έτσι δεν του δόθηκε τόπος δικός του όπως στους άλλους Ανουννάκι. Ο Μαρντούκ, έχοντας χάσει δυο γιους ζήτησε παρηγοριά στη γυναίκα του Σαρπανίτ. Αργότερα έκαναν και ένα άλλο παιδί, τον Νάμπου.

Μετά τον αγώνα του Χόρον και του Σάτου στον αέρα, ο Ενλίλ κάλεσε τους τρεις γιους του. Στην αρχή τους είπε ότι οι γήινοι έμοιαζαν με τους Ανουννάκι, τώρα οι απόγονοι των Ανουννάκι κατέληξαν να μοιάζουν με τους γήινους. Πρώτα ο Κά-ιν σκότωσε τον αδελφό του, τώρα ένας γιος του Μαρντούκ έγινε φονιάς του αδελφού του. Για πρώτη φορά έβλεπε έναν απόγονο των Ανουννάκι να ιδρύει στρατό από γήινους και μάλιστα να βάζει στα χέρια τους όπλα των οποίων η κατασκευή ήταν μυστική και την γνώριζαν μόνο οι Ανουννάκι. 

Από την εποχή του Αλάλου οι Ιγκίγκι δημιουργούσαν προβλήματα και τώρα είχαν εγκατασταθεί στο χώρο απογείωσης και μάλιστα κατευθύνονταν και προς το χώρο των φορτηγών διαστημοπλοίων και διέδιδαν ότι θα καταλάβουν όλες τις εγκαταστάσεις επικοινωνίας Γης – Ουρανού. Για το λόγο αυτό, ο Ενλίλ ανακοίνωσε ότι ήταν επιβεβλημένο να κατασκευάσουν ένα νέο χώρο απογείωσης που όμως να είναι μυστικός. Να κατασκευαστεί στα εδάφη του Νινούρτα και αυτή τη μυστική αποστολή να τη φέρει εις πέρας ο Νινούρτα. 

Έτσι, ένας νέος σταθμός επικοινωνίας ιδρύθηκε δίπλα στη μεγάλη λίμνη του βουνού και τοποθετήθηκε σε κοίλωμα του εδάφους. Για το χώρο απογείωσης επιλέχτηκε χώρος πεδινός σε στερεά γη και για την άνοδο και κάθοδο των σκαφών ο Ενλίλ σχεδίασε ζωγραφιές πάνω στο έδαφος. Βέβαια οι εγκαταστάσεις εκεί ήταν λίγο πρωτόγονες αλλά εξυπηρετούσαν το σκοπό τους. Ο Νινούρτα ανήγγειλε στον πατέρα του ότι από εκεί, σε περίπτωση ανάγκης, μπορούσαν να συνεχίσουν τις αποστολές του χρυσού στον Νιμπίρου ή να αναχωρήσουν και οι ίδιοι. 
Κοσμοδρόμιο Νάζκα Περού

Την εποχή εκείνη ο Ντουμούζι, ο μικρότερος γιος του Ένκι ερωτεύτηκε την εγγονή του Ενλίλ, την Ινάννα, η οποία ανταποκρίθηκε και οι δυο τους αγαπήθηκαν με πάθος. Ο Ένκι παραχώρησε στο γιο του μια περιοχή πάνω από την Άμπζου, τη Μελούχα (Νουβία), τη Μαύρη Γη με τα ψηλά δέντρα, τους λόφους και τα άφθονα νερά. Ο Ένκι αγαπούσε πολύ τον Ντουμούζι και ο Μαρντούκ ζήλευε. 

Την Ινάννα αγαπούσαν πολύ οι γονείς της καθώς και ο παππούς της Ενλίλ. Ήταν πολύ όμορφη κοπέλα και αγαπούσε τις πολεμικές τέχνες. Ανταγωνιζόταν τους Ανουννάκι ήρωες. Είχε μάθει να ταξιδεύει με ιπτάμενα σκάφη από τον αδελφό της Ούτου. Ο Ντουμούζι μίλησε για την Ινάννα στη μητέρα του και στον πατέρα του. Τα δυο παιδιά αποφάσισαν να παντρευτούν και ο Ενλίλ ήταν σύμφωνος γιατί πίστευε ότι αυτή η ένωση θα έφερνε ειρήνη ανάμεσα στις δυο φατρίες. Το ίδιο πίστευε και ο Ένκι. Όλοι χάρηκαν όταν έμαθαν για το γάμο αυτό. Όλοι, εκτός από τον Μαρντούκ.

Ο γάμος τους ήταν μεγαλοπρεπής. Όνειρο της Ινάννα ήταν να κυβερνήσει μαζί με τον Ντουμούζι σε ένα μεγάλο κράτος με πυγμή και πριγκιπική υπεροχή. Το όραμά της αυτό το μετέφερε στον Μαρντούκ η αδελφή του, Γκεστινάννα, ο οποίος ενοχλήθηκε πολύ. Ένα κακόβουλο σχέδιο αποφάσισε να βάλει σε πράξη και το μοιράστηκε με την αδελφή του που ήταν και αδελφή του Ντουμούζι. 

Η Γκεστινάννα καλλωπίστηκε, αρωματίστηκε και πήγε στον Ντουμούζι.
«Πριν βρεθείς στην αγκαλιά της όμορφης γυναίκας σου, ένα νόμιμο διάδοχο από την αδελφή σου γεννημένο πρέπει να αποκτήσεις», του είπε. Ο Ντουμούζι υπέκυψε στα θέλγητρά της και κοιμήθηκε μαζί της. Το βράδυ ονειρεύτηκε πως επτά κακοί ληστές μπήκαν στην κατοικία του και τον κυνήγησαν, του αφαίρεσαν τα βασιλικά του ρούχα και γυμνό τον έδεσαν και τον εγκατέλειψαν να πεθάνει. Τρομαγμένος ο Ντουμούζι ξύπνησε και αφηγήθηκε στη Γκεστινάννα το όνειρό του. «Δεν είναι ευνοϊκό, ο Μαρντούκ θα μάθει ότι κοιμήθηκες μαζί μου, θα σε  κατηγορήσει ότι με βίασες και θα στείλει ανθρώπους του να σε συλλάβουν
», του είπε εκείνη.  

Ο Ντουμούζι ούρλιαξε σαν πληγωμένο θηρίο, «Προδοσία! Προδοσία!». Απευθύνθηκε στον αδελφό της Ινάννα, Ούτου, ζητώντας του βοήθεια. Μετά έτρεξε να διαφύγει και μέσα από την Έρημο των Φιδιών έφτασε στους καταρράκτες, να κρυφτεί από εκείνους που θέλανε να του κάνουν κακό. Εκεί, πατώντας πάνω σε γλιστερό βράχο έπεσε στο ποτάμι. Τα νερά μετέφεραν μακριά το νεκρό του κορμί. 

Το σώμα του ανασύρθηκε από τα νερά της μεγάλης λίμνης από τον Νιναγκάλ, ο οποίος το μετέφερε στην κατοικία του Νέργκαλ, στο κατώτατο άκρο της Άμπζου, και πάνω σε πέτρινη πλάκα το έβαλε. Μετά πληροφόρησε τον πατέρα τους Ένκι, που έτρεξε στην Άμπζου και άρχισε να θρηνεί πάνω στο σώμα του παιδιού του. «Γιε μου, γιέ μου, σε τι έσφαλα και τιμωρούμαι τόσο;» αναρωτιόταν με δυνατές κραυγές. «Γιατί η Μοίρα έχει στραφεί εναντίον μου;»

Η Ινάννα από την εξαφάνιση του Ντουμούζι ανησύχησε και μαθαίνοντας τα νέα, θρήνησε. Πήγε στην Άμπζου να ζητήσει το σώμα του αγαπημένου της Ντουμούζι για να το θάψει. Όταν η Ερεσκιγκάλ, που ήταν αδελφή της Ινάννα, πληροφορήθηκε για την άφιξή της στον περίβολο της πύλης, υποψιάστηκε ότι ένα κακόβουλο σχέδιο θα είχε στο νου της. Από κάθε μία από τις επτά πύλες της κατοικίας της αφαίρεσε τον εξοπλισμό που είχε τοποθετήσει η Ινάννα και ανίσχυρη την κατηγόρησε ότι είχε έρθει με σκοπό να αποκτήσει παιδί από τον Νέργκαλ, τον αδελφό του Ντουμούζι. Τρέμοντας από μανία η Ερεσκιγκάλ δεν άκουγε τις εξηγήσεις της Ινάννα. Διέταξε τον σωματοφύλακά της να την σκοτώσει. 

Από την εξαφάνιση της Ινάννα οι γονείς της ανησύχησαν. Απευθύνθηκαν στον Ένκι, πατέρα του Νέργκαλ, να τους πει τι είχε συμβεί. Ο Ένκι έφτιαξε από πηλό δυο απεσταλμένους, όντα χωρίς αίμα, άτρωτους από τις θανατηφόρες ακτίνες. Τους έστειλε στην Κάτω Άμπζου, στην Ερεσκιγκάλ. Εκείνη απόρησε από την εμφάνισή τους. «Είστε Ανουννάκι, είστε γήινοι;» ρώτησε. Διέταξε τον σωματοφύλακά της να τους σκοτώσει με το όπλο των ακτίνων αλλά μάταια. Τότε αυτός τους οδήγησε στο άψυχο σώμα της Ινάννα που κρεμόταν από ένα παλούκι. Οι δυο απεσταλμένοι κατηύθυναν τον Παλμοδότη και μετά της έβαλαν στο στόμα το Φυτό της Ζωής. Η Ινάννα άνοιξε τα μάτια της και πριν αναχωρήσει ζήτησε και πήρε το σώμα του Ντουμούζι. Πήρε πίσω και τον εξοπλισμό που της είχαν αφαιρέσει και πήγε στην κατοικία του Ντουμούζι, στη Μαύρη Χώρα, και τον έθαψε. Μετά κατευθύνθηκε στην κατοικία του Ένκι ζητώντας εκδίκηση, απαιτώντας το θάνατο του Μαρντούκ. «Αρκετούς θανάτους έχουμε μέχρι τώρα», της είπε εκείνος, «ο Μαρντούκ δεν διέπραξε κανένα φόνο». 

Όταν η Ινάννα κατάλαβε ότι ο Ένκι δεν θα τιμωρούσε τον Μαρντούκ, αναχώρησε για τους γονείς της και τον αδελφό της, ζητώντας από εκείνους να αποδώσουν δικαιοσύνη με το να θανατώσουν τον Μαρντούκ. Στην κατοικία του Ενλίλ συγκεντρώθηκαν οι γιοι του, η Ινάννα και ο Ούτου σε σύσκεψη. Ο Νινούρτα ζήτησε να παρθούν αυστηρά μέτρα. Ο Ούτου τους ανέφερε ότι ο Μαρντούκ με τους Ιγκίγκι είχαν κρυφές συναντήσεις και αντάλλασσαν σχέδια. «Ο Μαρντούκ είναι κακό φίδι, πρέπει να απαλλάξουμε τη Γη από αυτόν». Ο Ενλίλ έδωσε τη συγκατάθεσή του. 

Ανέφεραν στον Ένκι την απόφασή τους να τους παραδοθεί ο Μαρντούκ. Ο Ένκι κάλεσε τους γιούς του και τους μίλησε: «Παρόλο που ακόμα θρηνώ τον αγαπημένο μου Ντουμούζι, πρέπει να υπερασπιστώ το δίκαιο του Μαρντούκ. Παρόλο που είναι ο ηθικός αυτουργός, ο Ντουμούζι από κακή μοίρα πέθανε, όχι από τα χέρια του Μαρντούκ, ο οποίος είναι πρωτότοκός μου και προορίζεται για διάδοχος και οφείλω να τον προστατεύσω από τη συμμορία του Νινούρτα που τον θέλουν νεκρό».
Ο Τζιμπίλ και ο Νιναγκάλ συμφώνησαν με τον πατέρα τους. Ο Νινγκιτζιντά ήταν αντίθετος. Ο Νέργκαλ, διστακτικός, είπε ότι θα βοηθούσε τον Μαρντούκ μόνο αν αντιμετώπιζε θανάσιμη απειλή. 

Λίγο μετά από αυτά τα γεγονότα, ξέσπασε ένας τρομερός πόλεμος ανάμεσα στις δυο φατρίες των Ανουννάκι που είχαν γεννηθεί στη Γη. Ο πόλεμος ξεκίνησε από την Ινάννα η οποία με το ιπτάμενο σκάφος της πέρασε από τα εδάφη που κατείχαν οι γιοι του Ένκι προκαλώντας σε μάχη τον Μαρντούκ, τον οποίο καταδίωξε μέχρι τις περιοχές του Νιναγκάλ και του Τζιμπίλ.
Ο Νινούρτα έτρεξε να την βοηθήσει με το Ιπτάμενο Πουλί του εκτοξεύοντας ακτίνες θανάτου στους εχθρούς και ο Ισκούρ από τον αέρα πάλι εκτοξεύοντας ακτίνες που κατάκαιαν τα πάντα. Ο Μαρντούκ τότε κατέφυγε στην περιοχή των δυο τεχνητών υψωμάτων. Ο Νινούρτα τον κυνήγησε εξαπολύοντας βόμβες που διαμέλιζαν τα κορμιά των ανθρώπων που βρέθηκαν στο δρόμο τους και βάφτηκαν κόκκινα από το αίμα που έρρεε, τα νερά του ποταμού. Του Ισκούρ τα όπλα μετέτρεπαν τη νύχτα σε μέρα. 
 
Η Μεγάλη Πυραμίδα και η Σφιγξ
Ο Μαρντούκ για να τους αποφύγει κρύφτηκε μέσα στον Εκούρ (Μεγάλη Πυραμίδα). Ο πόλεμος απ’ έξω μαινόταν άγριος. Στη μάχη είχαν εμπλακεί ακόμα και οι Ιγκίγκι και οι Ανουννάκι από άλλες περιοχές.
«Πες στον Μαρντούκ να παραδοθεί, να σταματήσει η αιματοχυσία», είπε ο Ενλίλ στον Ένκι. Ο Μαρντούκ όμως ασφαλής μέσα στην πυραμίδα ήταν ανένδοτος. Εκεί δεν μπορούσαν να τον φτάσουν τα φοβερά όπλα. 

Κάποια στιγμή ο Νινούρτα ανακάλυψε μια μυστική είσοδο στη βόρεια πλευρά. Ο Μαρντούκ μέσα ετοίμαζε τα όπλα του και περίμενε. Ο Νινούρτα άρχισε να ανεβαίνει τη στοά με όπλα που διέλυαν τους κρυστάλλους. Ο Μαρντούκ υποχώρησε προς την πιο ψηλή αίθουσα, εκεί που βρισκόταν η Μεγάλη Παλλόμενη Πέτρα. Μετά έκλεισε το άνοιγμα με την κυλιόμενη πέτρα και σφράγισε την είσοδο. Η Ινάννα με τον Ισκούρ ακολούθησαν τον Νινούρτα μέσα στην πυραμίδα. «Ας τον αφήσουμε εδώ να πεθάνει», είπε ο Ισκούρ. «Ναι, να πεθάνει θαμμένος ζωντανός», είπε και η Ινάννα.

Ο Μαρντούκ χωρίς φαγητό και νερό ήταν θαμμένος μέσα στον Εκούρ. Η γυναίκα του, Σαρπανίτ, έτρεξε στον πεθερό της με τον μικρό της γιο, Νάμπου. Ο Ένκι την έστειλε στον Ούτου και στον Νάνναρ οι οποίοι μπορούσαν να μιλήσουν στην Ινάννα. Φορώντας ρούχα ικεσίας, η Σαρπανίτ τους παρακάλεσε να αφήσουν να ζήσει ο Μαρντούκ και να συνεχίσει μια ζωή ταπεινή χωρίς να έχει βλέψεις εξουσίας. Η Ινάννα αρνήθηκε. Ο ηθικός αυτουργός έπρεπε να πεθάνει. Η ειρηνοποιός Νινχαρσάγκ κάλεσε τα αδέλφια της Ένκι και Ενλίλ και τους πρότεινε να τιμωρήσουν τον Μαρντούκ με εξορία και η διαδοχή της κυριαρχίας της Γης να δοθεί στον Νινούρτα. Ο Ενλίλ χάρηκε γιατί ο Νινούρτα ήταν γιος δικός του και της Νινχαρσάγκ. 

Κυλιόμενη πέτρα που σφραγίζει την είσοδο

«Αν είναι να διαλέξω ανάμεσα στη διαδοχή και στη ζωή, σαν πατέρας τι να πω; Ας γίνει έτσι. Ας ζήσει εξόριστος», είπε ο Ένκι με βαριά καρδιά.
«Τότε πρέπει να γίνουν άλλες διευθετήσεις, αν είναι να πάει στην εξορία ο Μαρντούκ», είπε ο Ενλίλ στον Ένκι. «Τη χώρα που κυβερνάει ο Μαρντούκ πρέπει να τη δώσεις σε άλλο γιο σου. Οι Ιγκίγκι να εγκαταλείψουν τον χώρο απογείωσης, όλες οι εγκαταστάσεις επικοινωνίας να έρθουν στα χέρια μου. Στη Χώρα χωρίς Επιστροφή, όπου δεν υπάρχουν απόγονοι του Ζιουζούντρα να πάει να ζήσει ο Μαρντούκ». 
Ο Ένκι έσκυψε το κεφάλι. «Ας γίνει έτσι», είπε. 
"Ο Νινγκιτζιντά γνωρίζει το εσωτερικό του Εκούρ. Ας γίνει αυτός Κύριος αυτής της χώρας".

Όταν οι αποφάσεις πάρθηκαν, κάλεσαν τον Νινγκιτζιντά να μπει στον Εκούρ και να σώσει τον Μαρντούκ. Ο Νινγκιτζιντά σκέφτηκε να ανοίξει ένα πέρασμα από την επάνω μεριά και να προχωρήσει προς τα κάτω και μετά να ανατινάξει τις πέτρες στο εσωτερικό ώστε να ξεπεράσει τα εμπόδια που έκλειναν την είσοδο και να φτάσει στην αίθουσα που βρισκόταν ο Μαρντούκ κλεισμένος. Με εργαλεία που έκοβαν την πέτρα έφτιαξε στενό άνοιγμα στο εσωτερικό της πυραμίδας, ανατίναξε τις πέτρες που έκλειναν την είσοδο της αίθουσας και βρήκε λιπόθυμο τον Μαρντούκ. Προσεκτικά τον μετέφερε στον έξω χώρο να πάρει αέρα. Η Σαρπανίτ και ο Νάμπου περίμεναν με αγωνία τον σύζυγο και πατέρα.

Όταν ο Μαρντούκ συνήλθε και έμαθε τους όρους της απελευθέρωσής του εξοργίστηκε. «Καλύτερα να πέθαινα παρά να εγκαταλείψω τα κληρονομικά μου δικαιώματα», φώναξε. Η Σαρπανίτ του είπε μαλακά ότι κομμάτι του μέλλοντός του ήταν και αυτή με το γιο τους. Ο Μαρντούκ παρά τον θυμό του αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Αναχώρησαν όλοι μαζί για την Χώρα χωρίς Επιστροφή. 

Ο Νινούρτα μετά την αναχώρηση του Μαρντούκ μπήκε ξανά στον Εκούρ. Αφαίρεσε όλους τους κρυστάλλους – τα 27 ζεύγη – που δημιουργούσαν το μαγνητικό πεδίο και έστελναν σήματα προς τον ουρανό. Μετά μπήκε στο μαύρο πολεμικό του σκάφος και παρατήρησε από ψηλά την πέτρα που κάλυπτε την κορυφή της Μεγάλης Πυραμίδας. Με τά όπλα του την διέλυσε και την πέταξε κομμάτια στο έδαφος. «Τώρα δεν υπάρχει περίπτωση να συμβούν τα ίδια, ο Μαρντούκ δε θα μας απειλήσει ξανά», φώναξε με ικανοποίηση. Οι συγκεντρωμένοι Ανουννάκι άρχισαν να τον επευφημούν. 

Κοντά στο χώρο των ουράνιων φορτηγών σκαφών βρήκαν ένα ύψωμα και τοποθέτησαν το φάρο που ο Νινούρτα είχε απενεργοποιήσει και αφαιρέσει από τον Εκούρ. Ήταν η Πέτρα που Κατευθύνει. Ονόμασαν το ύψωμα Βουνό Μάσου (Σινά). Εκείνη την περίοδο ο Ενλίλ κάλεσε τους γιους του και τους έδωσε οδηγίες σχετικά με την κυριαρχία των εδαφών, παλαιών και νέων. Στον Νινούρτα έδωσε την εξουσία που κατείχε ο ίδιος. Στον Ισκούρ δώρισε τον χώρο απογείωσης να τον διοικεί, το Βουνό των Κέδρων, που ενωνόταν με τη δική του περιοχή στα βόρεια. Τις χώρες νότια και ανατολικά, όπου βρίσκονταν οι απόγονοι των Ιγκίγκι, τις έδωσε στον Νάνναρ και τους απογόνους του. Η χερσόνησος που βρισκόταν ο Τόπος των Φορτηγών Σκαφών συμπεριλαμβανόταν στη δικαιοδοσία του Νάνναρ. 

Στον Ούτου έδωσε τον Ομφαλό της Γης και τον όρισε διοικητή του. Ο Ένκι έδωσε στον Νινγκιτζιντά τη Χώρα των Δυο Στενών. Η Ινάννα είχε αντίθετη γνώμη. Ήθελε την περιοχή αυτή ως κληρονομιά του πεθαμένου συζύγου της Ντουμούζι. Από την εποχή του Κατακλυσμού είχαν περάσει σχεδόν δυο Σαρ. Οι γήινοι είχαν πολλαπλασιαστεί και είχαν κατέβει από τα βουνά στις πεδιάδες. Ήταν απόγονοι του Ζιουζούντρα και των Ανουννάκι. Οι καθαρόαιμοι Ανουννάκι που είχαν καταγωγή από τον Νιμπίρου ήταν λίγοι. Αυτοί αναλογίζονταν πώς να παραμείνουν άρχοντες των γήινων και πώς να κάνουν τους πολλούς να τους υπηρετούν και να τους υπακούουν.
Σχετικά με όλα αυτά που τους απασχολούσαν συνδιασκέπτονταν με τον Άνου. Ο Άνου τότε αποφάσισε να έρθει στη Γη
ξανά, φέρνοντας και τη γυναίκα του, Άντου.

(Συνεχίζεται)

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Αγγελική Σ. Νατσούλη