Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2019

ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΕΝΚΙ - μέρος Γ'



ΠΕΜΠΤΗ ΠΙΝΑΚΙΔΑ
Το σκάφος με τη Νινμά μέσα, προσγειώθηκε κοντά στην Εριντού, σε ειδική προβλήτα που είχε κατασκευάσει ο Ενλίλ για να μην χρειάζονται πλοιάρια να μεταφέρουν στη στεριά τους επιβαίνοντες. Τα τρία αδέλφια χαιρέτισαν εγκάρδια το ένα το άλλο. Οι νεοφερμένοι ήρωες, άνδρες και γυναίκες, έγιναν δεκτοί στη Γη με κραυγές ενθουσιασμού. Η Νινμά πληροφόρησε τους αδελφούς της για τα όσα είχαν συμβεί στον Λάχμου. Μετά έβγαλε από ένα σάκο τους σπόρους που είχε φέρει από τον Νιμπίρου για να τους φυτέψουν στη Γη και να φυτρώσουν τα θεραπευτικά της βότανα. Μαζί της είχε φέρει και τους σπόρους από ένα φυτό του οποίου ο χυμός δρούσε ως ελιξήριο κι έκανε ευτυχισμένους τους ήρωες. 

Στη συνέχεια η Νινμά αναχώρησε με το μικρό σκάφος του Ενλίλ για την κατοικία του ψηλά στο βουνό. Εκεί του ανέφερε ότι ο γιος τους Νινούρτα είχε πια μεγαλώσει και ήθελε να έρθει στη Γη, να επισκεφτεί τον πατέρα του. Του ζήτησε την άδεια να τον φέρει στο επόμενο ταξίδι. Στη συνέχεια η Νινμά έσπειρε από τους σπόρους που είχε φέρει στο κτήμα του Ενλίλ και μετά αναχώρησαν ξανά για την Εριντού. Ο Ενλίλ στη διαδρομή της εξήγησε τα σχέδιά του για το μέλλον. Ήθελε να ιδρύσει μια πόλη κοντά στο ποτάμι και να την ονομάσει Λαγκάς και μια άλλη πόλη, τη Σουρουμπάκ που θα ήταν δική της, να την διοικεί και να φτιάξει εκεί τα θεραπευτικά της κέντρα. Μετά θα ίδρυε και άλλες πόλεις, όπως τη Νιμπρουκί όπου θα φυλάσσονταν οι Πινακίδες του Πεπρωμένου και θα ελέγχονταν οι διάφορες αποστολές. Μαζί με την Εριντού θα ήταν συνολικά 5 πόλεις οι οποίες θα ανήκαν στον Ενλίλ. Εκεί κοντά θα έφτιαχνε και ένα διαστημοδρόμιο για να μπορούν να πηγαίνουν κατευθείαν από τη Γη στον Νιμπίρου. Η Νινμά χάρηκε που θα είχε μια πόλη εντελώς δική της με διάφορα θεραπευτικά κέντρα. 

Ο Ένκι με το δικό του σκάφος εξερευνούσε από ψηλά την Άμπζου, πολύ μακριά από την Εριντού. Διάλεξε ένα μέρος κοντά στα καθαρά νερά ενός μεγάλου ποταμού και εκεί έχτισε την κατοικία του. Κοντά του βρίσκονταν τα ορυχεία στα οποία δούλευαν οι ήρωες σε υπόγεια τούνελ στα έγκατα της Γης και έβγαζαν τον χρυσό από τις χρυσοφόρες φλέβες της. Με ουράνια σκάφη είχε μεταφέρει από τον τόπο προσγείωσης στο βουνό των Κέδρων τα μηχανήματα που έσχιζαν τα βουνά. 

Στη Γη έρχονταν συνεχώς ήρωες από τον Νιμπίρου για την κατασκευή των κτιρίων των πόλεων του Ενλίλ. Οι εργασίες στον Λάχμου προόδευαν και πολλοί ήρωες είχαν εγκατασταθεί εκεί. Πέρασαν 2 Σαρ και μετά ο Άνου επικοινώνησε μαζί τους. Όλοι συγκεντρώθηκαν σε ένα μέρος να τον ακούσουν. Ήταν 600 άτομα στη Γη και άλλα 300 στον Λάχμου. Και τα 900 θα άκουγαν συγχρόνως τη φωνή του μέσα από τα μηχανήματα επικοινωνίας.
Ο Άνου τους απένειμε τιμές για τις επιτυχίες τους και ονόμασε Ανουννάκι εκείνους που είχαν εγκατασταθεί στη Γη και Ιγκίγκι εκείνους στον Λάχμου.

Λίγα λόγια τώρα για τα τρία αδέλφια, Ένκι, Ενλίλ και Νινμά.
Και οι τρεις είχαν πατέρα τον Άνου αλλά διαφορετική μητέρα. Η Νινμά ήταν η πρωτότοκη κόρη του Άνου, πολύ όμορφη και γεμάτη σοφία. Ο Άνου επέλεξε τη Νινμά για γυναίκα του Ένκι. Αλλά εκείνη είχε ερωτευτεί τον δυναμικό κυβερνήτη Ενλίλ και έκανε δεσμό μαζί του. Απέκτησαν ένα γιο, τον Νινούρτα. Ο Άνου όταν το πληροφορήθηκε έγινε έξαλλος και τιμώρησε τη Νινμά απαγορεύοντάς της να παντρευτεί... ούτε τον Ενλίλ ούτε κανέναν άλλον. Ο Ένκι παντρεύτηκε μια πριγκίπισσα, τη Ντάμκινα, κόρη του Αλάλου με την οποία απέκτησε τον Μαρντούκ. Ο Ενλίλ δεν παντρεύτηκε παρά όταν πήγε στη Γη.
 
Ο Z. Sitchin με σουμεριακή πινακίδα
Και να πώς: μια μέρα περπατούσε στο βουνό των Κέδρων και είδε μια βοηθό της Νινμά που την έλεγαν Σουντ να λούζεται σε ένα ρυάκι. Γοητεύτηκε από την ομορφιά της και την κάλεσε σπίτι του. Εκεί ήπιαν κρασί και ήρθαν σε ευθυμία. Ο Ενλίλ θέλησε να έρθει σε επαφή μαζί της και όταν η Σουντ αρνήθηκε, τη βίασε. Η κοπέλα ανέφερε το συμβάν στη Νινμά το αφεντικό της, που θύμωσε πολύ. Ενημέρωσε τον Ενλίλ ότι θα τον αναφέρει στο Συμβούλιο των Επτά για να τιμωρηθεί. Το Συμβούλιο αποφάνθηκε την εξορία του σε χώρα μακρινή. Επιβιβάστηκε σε ένα σκάφος με κυβερνήτη τον Άμπγκαλ, ο οποίος τον άφησε στην ερημιά λέγοντάς του: «δεν είναι δική μου η επιλογή να σε αφήσω εδώ. Άκουσε όμως ένα μυστικό. Σε μια σπηλιά ο Ένκι έχει κρύψει τα Επτά Όπλα του Τρόμου όταν τα αφαίρεσε από το σκάφος του Αλάλου. Πάρτα και με αυτά απαίτησε την ελευθερία σου». Μετά ο Άμπγκαλ αναχώρησε. 

Πίσω στην Εντίν η Σουντ ήταν έγκυος και το ανέφερε στη Νινμά. Εκείνη το ανέφερε στον αδελφό της τον Ένκι. Ο Ένκι έφερε τη Σουντ ενώπιον του Συμβουλίου των Επτά Δικαστών που την ρώτησαν αν θέλει να παντρευτεί τον πατέρα του παιδιού της. Η Σουντ δέχτηκε και τότε οι δικαστές ζήτησαν από τον Άμπγκαλ να φέρει πίσω από την εξορία τον Ενλίλ, ο οποίος παντρεύτηκε τη Σουντ και της δόθηκε το όνομα Νινλίλ. Ο γιος τους πήρε το όνομα Νάνναρ. Ήταν το πρώτο παιδί που γεννήθηκε στη Γη από τους Ανουννάκι.

Μετά από αυτά, ο Ένκι είπε στη Νινμά να πάει να μείνει μαζί του στην Άμπζου. Η Νινμά δέχτηκε. Ο Ένκι της μίλησε για την αγάπη του, της είπε ότι εξακολουθούσε να τη θέλει. Από την ένωσή τους η Νινμά τον ένατο γήινο μήνα γέννησε μια κόρη. Ο Ένκι απογοητεύτηκε. Ήθελε γιο γι αυτό και προσπάθησε ξανά. Κι αυτή τη φορά η Νινμά γέννησε κόρη. «Ένα γιο θέλω, ένα γιο», της έλεγε. Και ήρθε ξανά σε επαφή μαζί της. Τότε η Νινμά τον καταράστηκε όποια τροφή και αν έτρωγε να γίνεται δηλητήριο στα σωθικά του. Ο Ένκι ικέτευσε τη Νινμά να τον θεραπεύσει και της ορκίστηκε ότι δεν θα την πλησιάσει ποτέ ξανά. Η Νινμά του αφαίρεσε την κατάρα και αμέσως έφυγε από την Άμπζου, επιστρέφοντας στην Εντίν. 

Ο Ένκι κάλεσε από τον Νιμπίρου τη γυναίκα του και το γιο του Μαρντούκ να έρθουν στη Γη κοντά του. Ονόμασε τη γυναίκα του Νίνκι. Από τη Νίνκι και από παλλακίδες ο Ένκι  απέκτησε άλλους πέντε γιους. Τον Νέργκαλ, τον Τζιμπίλ, τον Νιναγκάλ, τον Νινγκιτζιντά και τον Ντουμούζι, το μικρότερο παιδί του.
Ο Ενλίλ κάλεσε στη Γη το γιο του από τη Νινμά, τον Νινούρτα. Η Νινλίλ έκανε ακόμα ένα γιο στον Ενλίλ, τον Ισκούρ. Σύνολο τρεις οι γιοι του Ενλίλ από τη γυναίκα του και όχι από παλλακίδες. Έτσι δημιουργήθηκαν δυο φατρίες στη Γη και η αναμεταξύ τους αντιπαλότητα έφερε μεγάλους πολέμους και καταστροφές στη Γη.

Τώρα είναι η αφήγηση της ανταρσίας των Ιγκίγκι και πώς ο Άνζου τιμωρήθηκε με θάνατο.
Ο χρυσός μεταφερόταν από τις φλέβες της Γης στο χώρο απογείωσης και από εκεί οι Ιγκίγκι με ειδικά σκάφη τον μετέφεραν στον Λάχμου. Από τον Λάχμου φορτωνόταν σε τεράστια διαστημικά φορτηγά σκάφη για να καταλήξει στον Νιμπίρου, όπου μετατρεπόταν σε λεπτότατη σκόνη που σκορπιζόταν στην ατμόσφαιρα για να την προστατεύει από τη θερμότητα του ήλιου. Σιγά- σιγά η τρύπα επουλωνόταν.

Πίσω στη Γη ο Ενλίλ κατασκεύασε ένα παρατηρητήριο του διαστήματος. Στο κέντρο του υψωνόταν προς τον ουρανό μια πολύ ψηλή κολώνα τόσο γερή που δεν μπορούσε να πέσει. Εκεί πήγαινε όταν ήθελε να επικοινωνήσει με τον Λάχμου ή τον Νιμπίρου. Από εκεί μπορούσε να σκανάρει πέρα μακριά τις εκτάσεις γης και το μαγνητικό πεδίο που είχε ενεργοποιήσει γύρω του, εμπόδιζε την προσέγγιση ανεπιθύμητων επισκεπτών. Στο κέντρο του κτιρίου βρισκόταν ένα κυκλικό δωμάτιο με θόλο στραμμένο προς τον ορίζοντα απ’ όπου μπορούσε να παρατηρεί το ζενίθ και ολόγυρα στο θόλο υπήρχαν οι απεικονίσεις των δώδεκα συμβόλων της οικογένειας του Ήλιου.
 
Ο Ένκι και οι γήινοι
Οι Ανουννάκι που δούλευαν στη Γη είχαν αρχίσει τα παράπονα. Η περιστροφή της Γης τους ζάλιζε και η ποσότητα από το ελιξήριο που έπιναν ήταν λιγοστή. Κατά ομάδες επέστρεφαν στον Νιμπίρου και νεοφερμένοι τους αντικαθιστούσαν. Εκείνοι που παραπονιόντουσαν περισσότερο ήταν οι Ιγκίγκι. Όταν έρχονταν στη Γη από τον Λάχμου ζητούσαν να έχουν ένα μέρος ανάπαυσης. Ο Ένκι και ο Ενλίλ ζήτησαν τη συμβουλή του Άνου, ο οποίος τους είπε να μιλήσουν με τον αρχηγό τους τον Άνζου. Όταν κάποια φορά ο Άνζου ήρθε στη Γη, τα δυο αδέλφια τον ξενάγησαν στα ορυχεία και μετά ο Ενλίλ τον οδήγησε στο παρατηρητήριο που είχε φτιάξει και του έδειξε την αίθουσα όπου φύλαγε τους Πίνακες του Πεπρωμένου. Εκεί συζήτησε μαζί του για τα παράπονα των Ιγκίγκι. Του υποσχέθηκε ότι θα κοίταζε να τους ξεκουράσει.

Ο Άνζου βλέποντας τους Πίνακες του Πεπρωμένου άρχισε να κάνει πονηρές σκέψεις. Αποφάσισε ότι θα μπορούσε να γίνει αρχηγός των Ανουννάκι και των Ιγκίγκι αν έπαιρνε την εξουσία από τον Ενλίλ. Ο Ενλίλ ανυποψίαστος τον άφησε μόνο και βγήκε από το παρατηρητήριο να κάνει ένα δροσερό μπάνιο. Τότε ο Άνζου άρπαξε τους Πίνακες του Πεπρωμένου και με ένα μικρό σκάφος έφυγε προς το βουνό. Εκεί οι επαναστατημένοι Ιγκίγκι τον περίμεναν στο χώρο απογείωσης, έτοιμοι να τον ανακηρύξουν βασιλιά της Γης και του Λάχμου.

Όμως, στο κτίριο του παρατηρητηρίου η λάμψη που εξέπεμπαν οι Πίνακες έσβησε και ο ελαφρύς βόμβος από τα μηχανήματα δεν ακουγόταν πια. Επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Ο Ενλίλ έμεινε άφωνος από την κατάπληξη. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο Άνζου τον είχε προδώσει. Επικοινώνησε αμέσως με τον Ένκι και με θυμό του εξήγησε τα όσα είχαν συμβεί. Τότε όλοι οι αρχηγοί μαζεύτηκαν στο Νιμπρουκί, όπου ήταν ο σταθμός επικοινωνίας με τον Νιμπίρου και συσκέφθηκαν με τον Άνου, που τον πληροφόρησαν για τις πράξεις των Ιγκίγκι. Ο Άνου διέταξε να συλληφθεί ο Άνζου και να επιστρέψει τους Πίνακες του Πεπρωμένου. Όλοι αναρωτήθηκαν πώς θα γινόταν αυτό, εφόσον οι Πίνακες έκαναν τον Άνζου αήττητο. 

Τότε ο Νινούρτα πρότεινε να πάει ο ίδιος να πολεμήσει ως υπερασπιστής του Ενλίλ. Όλοι δέχτηκαν και ο Νινούρτα με το μαύρο σκάφος του κατευθύνθηκε προς το κρυσφήγετο του Άνζου. Άδικα όμως προσπαθούσε να επικρατήσει. Ο Άνζου ήταν άτρωτος. Τότε ο Ένκι συμβούλεψε τον Νινούρτα να δημιουργήσει με τα περιστρεφόμενα πτερύγια του σκάφους του μια θύελλα που θα σήκωνε άμμο η οποία θα έμπαινε στη μηχανή του σκάφους του Άνζου και θα το κατέστρεφε. Ο Ενλίλ, εν τω μεταξύ, κατασκεύασε ένα νέο τύπο όπλου για το γιο του. Ήταν ένας πύραυλος Tillu, τον οποίο θα εξαπέλυε ο Νινούρτα όταν τα δυο αεροσκάφη θα βρίσκονταν δίπλα δίπλα, φτερό με φτερό.
 
Ιπτάμενο σκάφος των Ανουννάκι
Ο Νινούρτα ακολούθησε τη συμβουλή του Ένκι. Δημιούργησε ένα σύννεφο σκόνης που σκέπασε το πρόσωπο του Άνζου και μπήκε στους οδοντωτούς τροχούς του μικρού σκάφους. Κατόπιν εξαπέλυσε τον πύραυλο που χτύπησε τα φτερά του σκάφους και το πέταξε στο έφαφος με θόρυβο. Ο Άνζου πιάστηκε αιχμάλωτος. Μετά ο Νινούρτα πήρε τους Πίνακες του Πεπρωμένου και κατευθύνθηκε προς τους Ιγκίγκι οι οποίοι έπεσαν στο έδαφος και τον προσκύνησαν. Στη συνέχεια ελευθέρωσε τον Άμπγκαλ και τους Ανουννάκι αιχμάλωτους των Ιγκίγκι και επέστρεψε στο Νιμπρουκί όπου έβαλε πίσω στη θέση τους τους Πίνακες. Ο Άνζου οδηγήθηκε να δικαστεί από τους Επτά Δικαστές, τον Ενλίλ, τον Ένκι, τις γυναίκες τους Νινλίλ και Νίνκι, τους γιους τους Νάνναρ και Μαρντούκ και τη Νινμά. Ο Άνζου καταδικάστηκε σε θάνατο και εξοντώθηκε με μια ακτίνα θανάτου. Το σώμα του το μετέφερε ο Μαρντούκ στον Λάχμου και το έθαψε στην ίδια σπηλιά με τον Αλάλου. Ο Μαρντούκ παρέμεινε στον Λάχμου ως αρχηγός των Ιγκίγκι.

Τώρα θα δούμε πώς ιδρύθηκε η πόλη Μπαντ Τιμπιρά, η πόλη των μετάλλων.
Ο Άνζου πέθανε τον 125ο Σαρ. Οι Ιγκίγκι σταμάτησαν την ανταρσία τους αλλά τα παράπονά τους παρέμειναν. Ο Μαρντούκ προσπάθησε να καλυτερέψει τις συνθήκες της ζωής τους στον Λάχμου. Στη Γη, ο Ενλίλ και ο Ένκι σκεφτόντουσαν τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν. Η παραμονή τους στον πλανήτη ήταν πολύχρονη και τους είχε κουράσει. Ειδοποίησαν να έρθει η Νινμά για να πάρουν τη συμβουλή της και έμειναν κατάπληκτοι από την αλλαγή του προσώπου της. 

Αποφάσισαν να επιταχύνουν τις διαδικασίες εξόρυξης του χρυσού. Ο Νινούρτα που είχε γνώσεις γεωλογίας πρότεινε να φτιάξουν ένα μέρος, μια πόλη για να ραφινάρουν τον χρυσό και να τον στέλνουν έτοιμο στον Νιμπίρου, οπότε τα φορτηγά σκάφη θα μετέφεραν μεγαλύτερες ποσότητες χρυσού. Επίσης έστειλαν τους κουρασμένους Ανουννάκι πίσω και ζήτησαν να έρθουν ξεκούραστοι. Ο Άνου τους έστειλε νέα εργαλεία και μηχανήματα για το έργο. Επί τρεις Σαρ η νέα πόλη χτιζόταν. Την ονόμασαν Μπαντ Τιμπιρά και ήταν κοντά στην Εντίν. Διοικητής ορίστηκε ο Νινούρτα. Οι νεοαφιχθέντες Ανουννάκι στην αρχή ήταν ενθουσιασμένοι. Με το πέρασμα των χρόνων άρχισαν και αυτοί τα παράπονα για τη δύσκολη ζωή στην Άμπζου. 

Η αλήθεια είναι ότι ο Ένκι δεν έδινε και μεγάλη προσοχή στα προβλήματα που είχαν και στη διαβίωσή τους. Το ενδιαφέρον του τραβούσαν οι διαφορές που παρατηρούσε ανάμεσα στον Νιμπίρου και τη Γη. Επιθυμούσε να μάθει το λόγο που η γήινη ατμόσφαιρα και οι κύκλοι της Γης προκαλούσαν διάφορες παθήσεις. Δίπλα στην κατοικία του ίδρυσε μια Σχολή περίφημη που την εξόπλισε με κάθε είδους εργαλεία και μηχανήματα παρατήρησης. Την ονόμασε το Σπίτι της Ζωής και προσκάλεσε το γιο του Νινγκιτζιντά που ήταν επιστήμονας. Μαζί έφτιαξαν μυστικές φόρμουλες, μικροσκοπικά αντικείμενα που περιείχαν όλες τις όψεις της επιστήμης, τα μυστήρια της ζωής και του θανάτου ζητούσαν να ανακαλύψουν.

Ο Ένκι αγάπησε κάποιες ζωντανές υπάρξεις που ζούσαν στα ψηλά δέντρα και χρησιμοποιούσαν σαν χέρια τα μπροστινά τους πόδια. Στις στέππες παρατήρησε κάποια παράξενα πλάσματα που φαίνονταν να περπατάνε όρθια. Όλα αυτά τον είχαν απομακρύνει από τις εργασίες των ορυχείων και από τον αναβρασμό των εργατών Ανουννάκι. Πρώτος το πρόσεξε ο Νινούρτα στην Μπαντ Τιμπιρά, καθώς παρατήρησε ότι είχε πέσει η παραγωγή χρυσού. Θορυβημένος αναχώρησε για την Άμπζου να δει από κοντά τι συνέβαινε. Επισκέφτηκε τα ορυχεία με τη συνοδεία του υπεύθυνου αξιωματικού Εννούγκι. Έμαθε από τους εργάτες ότι η δουλειά τους ήταν πολύ δύσκολη και κυρίως τους θερμούς μήνες του έτους. Ο Νινούρτα μετέφερε τα νέα στον θείο του Ένκι ο οποίος κάλεσε τον Ενλίλ στην Άμπζου. Όταν ο Ενλίλ έφτασε στην Άμπζου οι Ανουννάκι είχαν επαναστατήσει. Είχαν ανάψει τεράστιες φωτιές όπου έκαψαν τις αξίνες τους. Συνέλαβαν τον Εννούγκι και τον οδήγησαν στην κατοικία που έμενε ο Ενλίλ, με αναμμένους δαδούς. Οι φρουροί του ξύπνησαν τον Ενλίλ που κάλεσε τον Ένκι και τον Νινούρτα κοντά του να ακούσουν τα αιτήματα των επαναστατημένων εργατών. 
Άνθρωπος του Νεάντερνταλ

Αμέσως επικοινώνησαν με τον Άνου και του εξήγησαν ότι το έργο της εξόρυξης ήταν πολύ κουραστικό και δεν το υπέφεραν άλλο. Ο Άνου διέταξε να ελευθερώσουν τον Εννούγκι. Μετά είπε να επιστρέψουν όλοι οι κουρασμένοι εργάτες στον Νιμπίρου και θα τους έστελνε νέους ξεκούραστους. Ρώτησε τον Ένκι αν μπορεί να σχεδιάσει καινούργια μηχανήματα που θα έκανε τη δουλειά τους πιο εύκολη. Ο Ένκι συσκέφθηκε με τον Νινγκιτζιντά και είπε ότι κάτι είχαν στο νου τους. Αυτό το κάτι ήταν να δημιουργήσουν έναν Λούλου, έναν πρωτόγονο εργάτη ο οποίος θα αντικαθιστούσε τους Ανουννάκι στα ορυχεία. Οι αρχηγοί ακούγοντάς το έμειναν άφωνοι. Κάλεσαν την Νινμά που γνώριζε πολλά και την ρώτησαν αν γίνεται κάτι τέτοιο. Αυτή είπε ότι είναι πρωτάκουστο γιατί όλα τα όντα προέρχονται το ένα από το άλλο και τίποτα δεν μπορεί να προέλθει από το τίποτα.  

«Πόσο σωστή είσαι αδελφή μου», της είπε ο Ένκι γελώντας. «Άσε με να σου αποκαλύψω ένα μυστικό από την Άμπζου. Το ον που χρειαζόμαστε υπάρχει ήδη. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να του βάλουμε το σημάδι της δικής μας ουσίας. Έτσι θα δημιουργηθεί ένας Λούλου, ένας πρωτόγονος εργάτης. Ας αποφασίσουμε λοιπόν να ευωδοθεί το έργο μου, της δημιουργίας ενός εργάτη με το σημάδι της ουσίας μας!»

ΕΚΤΗ ΠΙΝΑΚΙΔΑ
Ο Ένκι ανακοίνωσε σε όλους τους αρχηγούς Ανουννάκι πως ήθελε να φτιάξει εργάτες από τα πλάσματα που βρίσκονταν στην Άμπζου και περπατούσαν στα πίσω πόδια, σε όρθια στάση, ενώ χρησιμοποιούσαν τα μπροστινά τους πόδια ως χέρια. Έτρωγαν φυτά με το στόμα και έπιναν νερό από τις λίμνες. Το σώμα τους ήταν τριχωτό ενώ το κεφάλι τους έμοιαζε με των λιονταριών. Ο Ενλίλ απόρησε με αυτά που άκουγε γιατί στην Εντίν δεν υπήρχαν τέτοια πλάσματα. Ο Ένκι τους έδειξε μερικά από τα όντα που είχε πιάσει και κρατούσε σε μεγάλα κλουβιά κοντά στο σπίτι του. Αυτά, μόλις αντίκρυσαν τους επισκέπτες άρχισαν να γρυλίζουν και να πιάνουν τα κάγκελα των κλουβιών τους. Υπήρχαν αρσενικά και θηλυκά. Ο Νινγκιτζιντά είχε ελέγξει το DNA τους και είχε διαπιστώσει ότι έμοιαζε με αυτό των Ανουννάκι. Ήταν σαν δυο φίδια μπλεγμένα σε έλικα.


«Όταν συνδυάσουμε το δικό μας DNA με το δικό τους, θα φτιάξουμε έναν πρωτόγονο εργάτη που θα καταλαβαίνει τις εντολές μας και θα χειρίζεται τα εργαλεία μας κι έτσι οι Ανουννάκι εργάτες θα ξεκουραστούν», τους εξήγησε ο Ένκι. Ο Ενλίλ ήταν διστακτικός. «Στον Νιμπίρου δεν έχουμε πια σκλάβους... τα εργαλεία έχουν πάρει τη θέση τους», είπε.
«Μα δεν θα είναι σκλάβοι, αλλά βοηθοί μας», διευκρίνησε ο Ένκι.
Ο Ενλίλ συνέχισε να είναι διστακτικός. Αυτό ήταν κάτι που μόνο ο Δημιουργός των Πάντων είχε δικαίωμα να κάνει, στους ανθρώπους ήταν απαγορευμένο. Τότε η Νινμά του απάντησε ότι ο Δημιουργός των Πάντων τους προίκισε με σοφία ώστε να κατασκευάζουν νέα πράγματα.

Ο Νινούρτα, από την άλλη, έλεγε στη μητέρα του Νινμά ότι η σοφία τούς είχε δοθεί για να φτιάχνουν εργαλεία και όπλα, όχι όντα! Ο Νινγκιτζιντά συμφωνούσε με τον πατέρα του και τη Νινμά, ότι δεν μπορούσαν να βάλουν εμπόδια στη γνώση. Αποφάσισαν να πάρουν τη γνώμη του Άνου, ο οποίος έφερε το θέμα στο Συμβούλιο. Οι συζητήσεις κράτησαν μέρες. Στο τέλος αποφάσισαν πως επειδή επρόκειτο για τη σωτηρία του Νιμπίρου, έπρεπε να παραβλέψουν τους Νόμους των Διαπλανητικών Ταξιδιών, που ήταν να μην ανακατεύονται με τη ζωή στους πλανήτες. Η απόφαση αυτή χαροποίησε τον Ένκι. Πρότεινε στη Νινμά να είναι βοηθός του στο εγχείρημα. Ο Ενλίλ συγκατένευσε. Ο Εννούγκι μετέφερε το μήνυμα στους Ανουννάκι των ορυχείων οι οποίοι απογοητεύτηκαν επειδή αυτό θα έπαιρνε χρόνια και εκείνοι θα συνέχιζαν να εργάζονται σκληρά μέχρι να γίνουν οι πρώτοι πρωτόγονοι εργάτες κατάλληλοι για δουλειά, αλλά σταμάτησαν την επανάστασή τους. 
Κύλινδρος με σφηνοειδή γραφή

Ο Ένκι οδήγησε τη Νινμά στο δάσος όπου μέσα σε κλουβιά κρατούσε πλάσματα παράξενα που κανένας δεν είχε δει να υπάρχουν ελεύθερα στη φύση. Αποτελούνταν από συνδυασμούς πλασμάτων... είχαν το πάνω μέρος ενός πλάσματος και το κάτω ενός άλλου! Ο Ένκι της εξήγησε ότι είχε συνδυάσει τα DNA δυο διαφορετικών ζώων. Μετά την οδήγησε στο Σπίτι της Ζωής και της γνώρισε τα μυστικά της γενετικής μηχανικής. Η Νινμά ανέφερε ότι τα ζώα που είχε δημιουργήσει ήταν τέρατα. «Μα γι αυτό σε χρειαζόμαστε», της απάντησε ο Ένκι. «Για να βρούμε πόση ποσότητα από το ένα και πόση από το άλλο είδος πρέπει να συνδυάσουμε και σε ποια μήτρα να τοποθετήσουμε τα γονιμοποιημένα ωάρια». Η Νινμά κατάλαβε. Ένας άνδρας που γονιμοποιούσε μια γυναίκα χώριζε το DNA του στα δυο και της έδινε τη μία έλικα. «Να γονιμοποιήσει ένας άνδρας Ανουννάκι μια δίποδη θηλυκιά», είπε. «Αυτό το κάναμε ήδη αλλά δεν πέτυχε», απάντησε ο Ένκι. Δεν μένει έγκυος η θηλυκιά. Τότε πρέπει να δούμε πώς θα αναμείξουμε με διαφορετικό τρόπο το DNA», ξαναείπε η Νινμά. «Πρέπει να δώσουμε τμηματικά και σταδιακά το DNA μας».

Σε κρυστάλλινους σωλήνες ετοίμασε ένα μείγμα και τοποθέτησε μέσα το ωάριο από μια θηλυκιά δίποδη. Το ωάριο γονιμοποιήθηκε. Μετά το τοποθέτησε στη μήτρα της δίποδης. Αυτή τη φορά η μήτρα της το δέχτηκε και άρχισε να μεγαλώνει το έμβρυο. Περίμεναν να περάσει ο καιρός για τη γέννηση. Ο καιρός έφτασε αλλά η θηλυκιά δεν γεννούσε. Τότε η Νινμά, απελπισμένη, χειρούργησε το θηλυκό ζώο και έβγαλε έξω με εργαλεία αυτό που υπήρχε μέσα στη μήτρα της. Ήταν ένα ζωντανό πλάσμα! Ο Ένκι χάρηκε αλλά η Νινμά στενοχωρήθηκε. Το πλάσμα ήταν τριχωτό όπως τα άλλα πλάσματα της Γης. Τα πίσω του άκρα έμοιαζαν με των Ανουννάκι. Έδωσαν το βρέφος στη μητέρα του να το θηλάσει. Αυτό μεγάλωσε και έγινε ψηλότερο από τα πλάσματα της Γης αλλά δεν είχε σχέση με τους Ανουννάκι. Τα χέρια του δεν ήταν κατάλληλα για εργασίες ούτε μπορούσε να μιλήσει, μόνο γρύλιζε. 

Ο γενετικός τύπος χρειαζόταν βελτίωση. Η επόμενη φορά ήταν περισσότερο επιτυχής. Η θηλυκιά κατάφερε να γεννήσει το έμβρυο που έμοιαζε λίγο περισσότερο με τους Ανουννάκι. Όταν μεγάλωσε το ελέγξανε εκ νέου. Είδαν ότι μπορούσε να κρατήσει εργαλεία, αλλά δεν άκουγε και η όρασή του ήταν λιγοστή. Η Νινμά συνέχισε τα πειράματα. Ένα πλάσμα γεννήθηκε με παράλυτα πόδια. Ένα άλλο με πολύ κοντά χέρια που δεν έφταναν στο στόμα του. Ένα άλλο με πνεύμονες ακατάλληλους για αναπνοή. Ένα άλλο με χέρια που έτρεμαν. Ο Ένκι είχε απογοητευτεί. Η Νινμά συνέχιζε. Το επόμενο νεογέννητο ήταν ανάπηρο. «Ίσως το λάθος να μην βρίσκεται στο μείγμα του DNA. Θα έλεγα να μην χρησιμοποιείς κρυστάλλινους σωλήνες από τον Νιμπίρου για τη γονιμοποίηση του ωαρίου. Χρησιμοποίησε σωλήνες από το χώμα της Γης».

Στο Σπίτι της Ζωής η Νινμά κατασκεύασε έναν πήλινο σωλήνα όπου μέσα έβαλε το θηλυκό ωάριο μιας γήινης και
DNA από το αίμα Ανουννάκι. Το ωάριο μετά το τοποθέτησε στη μήτρα της γήινης δίποδης. Όταν ήρθε η ώρα, η Νινμά τράβηξε από τη μήτρα της γήινης ένα αρσενικό βρέφος. Ήταν τέλειο. Ο Ένκι και η Νινμά ενθουσιάστηκαν. Ο Ένκι τη φίλησε.

Το μωρό μεγάλωνε. Τα άκρα του ήταν κατάλληλα για εργασία αλλά δεν μιλούσε, έβγαζε κραυγές. Άρχισαν να σκέφτονται τι άλλο έπρεπε να γίνει. Παρατήρησαν ότι το ωάριο το τοποθετούσαν πάντα στη μήτρα μιας γήινης. «Ίσως χρειάζεται μια μήτρα Ανουννάκι», πρότεινε ο Ένκι. «Άσε με να ζητήσω από τη γυναίκα μου να μας βοηθήσει». Η Νινμά αρνήθηκε. «Εγώ θα κυοφορήσω το ωάριο, εγώ είμαι υπεύθυνη για το πείραμα». Έτσι κι έκανε. Μετά από τη συμπλήρωση των μηνών γεννήθηκε ένα αγόρι. Ο Ένκι το χτύπησε ελαφρά στα πισινά του και το παιδί έκλαψε σαν άνθρωπος. «Τα χέρια μου τον δημιούργησαν», είπε η Νινμά με καμάρι. 

Το αγόρι ήταν όμορφο, με μαλακό δέρμα, μαύρα μαλλιά, σκούρο κόκκινο αίμα. Κοίταξαν τα γεννητικά του όργανα. Το πέος του είχε περίεργο σχήμα. Περιβαλλόταν από μια μεμβράνη που κρεμόταν στην άκρη του, κάτι που δεν είχαν οι Ανουννάκι. «Ας είναι αυτό το γνώρισμα που θα το ξεχωρίζει από εμάς», είπε ο Ένκι. Η Νινμά το θήλασε. Ήταν μια μητέρα κι ένας γιος, όχι ένα πλάσμα. Τον ονόμασαν Αντάμου, αυτός που μοιάζει με το Χώμα της Γης, σήμαινε. Τον έβαλαν να μένει σε μια γωνιά του Σπιτιού της Ζωής. Ο Ένκι είπε ότι δεν θα τον έβαζαν να δουλεύει αλλά μόνο για να γονιμοποιεί θηλυκές. «Και ποιες θα είναι οι μήτρες που θα κυοφορούν τα νέα έμβρυα;», ρώτησε ο Νινγκιτζιντά. 

Η Νινμά έφερε από την πόλη της Σουρουμπάκ γυναίκες θεραπεύτριες βοηθούς της εξηγώντας τους το ρόλο τους. «Δεν θέλω να σας αναγκάσω να το κάνετε. Θέλω να το κάνετε με τη θέλησή σας», είπε. Επτά κοπέλες δέχτηκαν. Η Νινμά γονιμοποίησε σε επτά δοκιμαστικούς σωλήνες από πηλό τα ωάρια από θηλυκές δίποδες με το σπέρμα του Αντάμου. Μετά τα γονιμοποιημένα ωάρια τα τοποθέτησε στις μήτρες των επτά κοριτσιών Ανουννάκι. Αυτές γέννησαν επτά αγόρια. Τώρα έπρεπε να κάνουν την ίδια διαδικασία αλλά με το θηλυκό τμήμα του DNA του σπέρματος, για να γεννηθούν και κορίτσια. 

Κάλεσαν τη γυναίκα του Ένκι, τη Νίνκι, να κυοφορήσει το γονιμοποιημένο ωάριο. Εκείνη δέχτηκε με προθυμία, αλλά πέρασαν δέκα μήνες και δεν γεννούσε. Η Νινμά της πήρε χειρουργικά το έμβρυο. Ήταν κορίτσι. Είχε καστανά μαλλιά με μαλακό δέρμα όπως οι Ανουννάκι. Η Νίνκι τη θήλασε και τη μεγάλωσε. Την ονόμασε Τιαμάτ, Μητέρα της Ζωής, όπως το όνομα του παλαιού πλανήτη. Από τη μήτρα της θα έπαιρναν τα ωάρια για να γεννηθούν οι πρωτόγονοι εργάτες. Σε επτά δοκιμαστικούς σωλήνες η Νινμά τοποθέτησε ωάρια από θηληκές δίποδες μέσα στα οποία τοποθέτησε από το DNA της Τιαμάτ. Μετά πρόσθεσε μείγμα Ανουννάκι DNA και τα γονιμοποιημένα ωάρια τα έβαλε στις μήτρες των επτά εθελοντριών βοηθών της. 

Γεννήθηκαν επτά κορίτσια. Έτσι τώρα είχαν επτά αγόρια και επτά κορίτσια που τα έβαλαν σε κλουβιά ανάμεσα στα δέντρα. Ένα ζευγάρι σε κάθε κλουβί. Τον Αντάμου και την Τιαμάτ τους έστειλαν στην Εντίν να τους δείξουν στους υπόλοιπους αρχηγούς. Πήγαν όλοι να τους δουν, ακόμα και οι Ιγκίγκι από τον Λάχμου και όλοι έμειναν κατάπληκτοι. 

Τα επτά μωρά στην Άμπζου μεγάλωναν, οι Ανουννάκι στα ορυχεία γκρίνιαζαν, τα χρόνια περνούσαν, καμία γέννα δεν συνέβαινε. Παρόλο που έρχονταν τα ζευγάρια σε επαφή, δεν γινόταν σύλληψη. Ο Ένκι έπεσε σε μαύρες σκέψεις. Πίστευε ότι επειδή είχε επέμβη και είχε ανακατέψει δυο ξεχωριστά είδη, είχε επιφέρει την τιμωρία πάνω τους! Ο Νινγκιτζιντά ζήτησε να ελέγξουν ξανά το DNA των Αντάμου και Τιαμάτ και γι αυτό πήγε στη Σουρουμπάκ, στο Σπίτι Θεραπειών της Νινμά και εξέτασε το DNA τους. Πρόσεξε ότι απετελείτο από 22 κλαδιά του Δέντρου της Ζωής. Μέσα εκεί δεν περιλαμβανόταν η ικανότητα της αναπαραγωγής. Ένα ζεύγος έλειπε. Η Νινμά και ο Ένκι γέμισαν απογοήτευση. Φοβόντουσαν μια νέα ανταρσία στα ορυχεία.

Ο Νινγκιτζιντά πρότεινε μια λύση. Σε ένα δωμάτιο του Σπιτιού Θεραπειών έφεραν τον Αντάμου και την Τιαμάτ - όλοι μαζί πέντε άτομα. Ο Ένκι, η Νινμά, ο Νινγκιτζιντά και οι δυο γήινοι. Ο Νινγκιτζιντά νάρκωσε τους τέσσερις και από το πλευρό του Ένκι πήρε DNA και το εισήγαγε στο πλευρό του Αντάμου. Από το πλευρό της Νινμά πήρε DNA και το εισήγαγε στο πλευρό της Τιαμάτ. Όταν οι πληγές έκλεισαν τους έστειλαν πίσω να περιφέρονται στα δάση της Εντίν. Η Τιαμάτ έφτιαξε με φύλλα ρούχα και τα έβαλε πάνω τους να μην μοιάζουν με τα άγρια ζώα του δάσους. Ο Ένκι απόρησε και ρώτησε τι είχε συμβεί. Ο Ένκι του εξήγησε τα σχετικά με τον Νινγκιτζιντά και τα δυο τμήματα του DNA που έλειπε από τους γήινους. Ο Ενλίλ εξαγριώθηκε. Έξαλλος άρχισε να φωνάζει ότι έπαιζαν τους Δημιουργούς. Τους θύμησε ότι αυτό το πείραμα δεν του άρεσε εξαρχής. Ο Ένκι του είπε ότι απλά έβαλε το σημάδι τους πάνω στα όντα που υπήρχαν ήδη. Ο Ενλίλ δεν ήθελε να έχουν τα ζώα το DNA των Ανουννάκι και να ζούνε τόσο πολύ όσο οι ίδιοι. Τότε ο Νινγκιτζιντά επενέβη και του εξήγησε ότι στο DNA δεν είχε συμπεριλάβει και το τμήμα της μεγάλης διάρκειας ζωής. Η Νινμά συμπλήρωσε ότι δεν είχαν άλλη επιλογή. Χρειάζονταν τους εργάτες για τη σωτηρία του Νιμπίρου. 
Τότε ο Ενλίλ τους διέταξε: «Να τους πάτε λοιπόν εκεί που ανήκουν. Στην Άμπζου, μακριά από την Εντίν».

(Συνεχίζεται)

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Αγγελική Σ. Νατσούλη