Σάββατο, 9 Μαρτίου 2019

ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΕΝΚΙ - τελευταίο μέρος



ΔΩΔΕΚΑΤΗ ΠΙΝΑΚΙΔΑ
Ενόσω περίμεναν την άφιξη του Άνου στη Γη, οι Ανουννάκι κατασκεύασαν εκ νέου τις κατοικίες τους στην Εντίν. Οι απόγονοι του Σεμ που κατοικούσαν στις βουνοπλαγιές μετανάστευσαν στα παλιά εδάφη των σκουρόχρωμων ανθρώπων. Εκεί που πρώτα βρισκόταν η Εριντού, ο Ένκι ύψωσε μια πλατφόρμα και έκτισε την κατοικία του, εκεί, στο μέσον της πόλης και τη στόλισε με χρυσό, ασήμι και άλλα πολύτιμα μέταλλα. Κάτω από την πλατφόρμα κυλούσαν νερά που έβριθαν από ψάρια και σε ένα μέρος της κατοικίας που κανείς απρόσκλητος δεν μπορούσε να εισέλθει, ο Ένκι φύλαξε τους μυστικούς τύπους ΜΕ. 

Ο Ενλίλ έφτιαξε κάτι παρόμοιο στο Νιμπρουκί, πάνω από τις λάσπες, και έχτισε γύρω από την κατοικία του ψηλό τοίχο. Η κατοικία του είχε 7 επίπεδα. Στο τελευταίο και ψηλότερο φύλαξε τους Πίνακες του Πεπρωμένου και τους προστάτεψε με πανίσχυρα όπλα, όπως το Μάτι-Που-Σκανάρει-Τη-Γη και την Ακτίνα-Που-Διεισδύει-Παντού. Στον περίβολο της αυλής του φύλαξε το ελικόπτερό του. 

Για τον Άνου που θα επισκεπτόταν τη Γη έκτισαν σε μια νέα περιοχή με πολλά δέντρα ένα υπέροχο κάτασπρο παλάτι σε επτά επίπεδα. Όταν ο Άνου έφτασε στη Γη, προσγειώθηκε με ασφάλεια στο χώρο των ουράνιων φορτηγών όπου τον υποδέχτηκε ο Ούτου. Εκεί ήρθαν και τα τρία του παιδιά, Ένκι, Ενλίλ και Νινχάρσαγκ για να τον καλωσορίσουν. Αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν... είχαν χρόνια να ειδωθούν. Ο Άνου παρατήρησε πως παρόλο που είχε πολλούς Σαρ διαφορά από τα παιδιά του, αυτός και η γυναίκα του έδειχναν νεότεροι. Οι δυο του γιοι ήταν γέροι με γεννιάδα. Η Νινχάρσαγκ, κάποτε καλλονή, ήταν σκυφτή και ζαρωμένη. 

Οι Ανουννάκι μετέφεραν τους νεοφερμένους στο μέρος που θα έμεναν. Μετά ακολούθησε γιορτή με χορούς και τραγούδια. Γήινοι ολότελα γυμνοί τους σέρβιραν διάφορα ποτά. Άλλοι έψηναν τα ζώα που είχε φέρει ο Άνου από τον Νιμπίρου ως δώρα: έναν ταύρο και ένα αρνί. 

Σύμφωνα με τις οδηγίες του Ενλίλ, έδειξαν στον Άνου τους πλανήτες καθώς ανέτειλαν το βράδυ. Πρώτα η Κίσαρ, μετά η Λαχάμου, ο Μούμμου, ο Άνσαρ, ο Λάχμου, η Σελήνη, μετά ο πλανήτης που έφερε το όνομα του Άνου και τέλος ο Νιμπίρου με την κόκκινη άλω γύρω του. Τη νύχτα άναψαν φωτιές κι έφαγαν τον ψημένο ταύρο και το αρνί, πολλά ψάρια και κυνήγι συνοδεύοντάς τα με κρασί και μπύρα. Όταν πέρασαν έξι μέρες στη Γη, ο Άνου κάλεσε τα παιδιά του και πληροφορήθηκε σχετικά με τον πόλεμο που είχε ξεσπάσει και την ειρήνη που ακολούθησε. Του είπανε για τις χώρες όπου είχε βρεθεί καινούργιος χρυσός. Ο Ένκι του μίλησε για το όνειρο που είχε με τον Γκαλζού και ο Άνου απόρησε γιατί δεν είχε στείλει ποτέ στη Γη απεσταλμένο με αυτό το όνομα. Ο Ένκι και ο Ενλίλ τά 'χασαν. 


«Με την αφήγηση του Ένκι σχετικά με τον Γκαλζού σώθηκε ο Ζιουζούντρα και εμείς μείναμε στη Γη», είπε ο Ένκι, «επειδή μας είπε πως την ημέρα που θα επιστρέψουμε στον Νιμπίρου θα πεθάνουμε. Ποιανού απεσταλμένος ήταν, αν όχι δικός σου;» αναρωτήθηκαν ο Ένκι και ο Ενλίλ. 
Ποιος ήθελε να σώσει τους γήινους; Η Νινχάρσαγκ είπε ότι ο Δημιουργός των Πάντων ήθελε να σωθούνε οι γήινοι και οι ίδιοι να παραμείνουν στη Γη. Άραγε, μήπως και η δημιουργία των γήινων ήταν Πεπρωμένο να συμβεί; 

«Η Γη ανήκει στους γήινους, εμείς έχουμε ως αποστολή μας να τους διατηρήσουμε στη ζωή και να τους κάνουμε να αναπτυχθούν πολιτισμικά», είπε ο Ένκι.
Μετά από αυτό το συμπέρασμα, οι Ανουννάκι αποφάσισαν να δημιουργήσουν περιοχές στις οποίες οι γήινοι θα μπορούσαν να αποκτήσουν γνώσεις. Ίδρυσαν πόλεις και όρισαν τους βασιλείς τους όπως στον Νιμπίρου βάζοντας έτσι τα θεμέλια της διαδοχικής βασιλείας με θρόνο και σκήπτρο. Ο βασιλιάς θα μετέφερε στους γήινους τις επιθυμίες των Ανουννάκι. Μετά όρισαν ιερατεία όπου ιερείς θα υπηρετούσαν και θα λάτρευαν τους Ανουννάκι ως θεούς. Άρχισαν να διδάσκουν στους αρχιερείς τη μυστική γνώση τους και αποφάσισαν να δημιουργήσουν 4 περιοχές. Τρεις για τους ανθρώπους και μία για τους Ανουννάκι, απαγορευμένη για τους θνητούς. 

Ως Πρώτη Περιοχή ορίστηκε η Χώρα των Δυο Στενών και ανήκε στον Ένκι και τους γιους του.
Ως Δεύτερη Περιοχή ορίστηκαν τα εδάφη της παλαιάς Εντίν και ανήκε στον Ενλίλ και τους γιους του.
Ως Τρίτη Περιοχή ορίστηκε μια περιοχή αρκετά πιο μακριά για να μην μπερδεύεται με τις άλλες, την οποία έδωσαν στην Ινάννα.
Η Τέταρτη Περιοχή ήταν η χερσόνησος όπου βρίσκονταν ο στόλος των φορτηγών ουράνιων σκαφών. 

Μετά το μοίρασμα των περιοχών, ο Άνου ρώτησε για την τύχη του Μαρντούκ, του εγγονού του. «Θέλω να τον δω», τους είπε. «Εγώ προκάλεσα τη ζήλεια του Μαρντούκ όταν κάλεσα στον Νιμπίρου μόνο τον Ντουμούζι και τον Νινγκιτζιντά», και θέλησε να επανεξετάσει την τιμωρία του Μαρντούκ. Ο Ενλίλ παραπονέθηκε ότι ο Ένκι είχε κρατήσει όλους τους τύπους ΜΕ για τον εαυτό του. Ο Άνου είπε στον Ένκι να μοιραστεί τη γνώση με τους άλλους Ανουννάκι. Ο Ένκι ενοχλήθηκε αλλά υποσχέθηκε ότι θα το κάνει. 

Την επομένη, ο Άνου με την Άντου ταξίδεψαν με ελικόπτερο και εξέτασαν τις Περιοχές από ψηλά. Όταν πέρασαν 17 μέρες γύρισαν στο παλάτι τους να ξεκουραστούν. Το επόμενο πρωί μαζεύτηκαν οι πιο νέοι Ανουννάκι μπροστά από τον Άνου για να πάρουν την ευλογία του. Ο Άνου γοητεύτηκε από την Ινάννα που την αγκάλιασε και τη φίλησε. «Ας ακούσουν όλοι τα λόγια μου», είπε. «Αυτό το μέρος, όταν αναχωρήσω, θα δοθεί στην Ινάννα και το ιπτάμενο σκάφος μου με το οποίο εγώ και η γυναίκα μου επιβλέπαμε τη Γη, της το κάνω δώρο»
Χαρούμενη η Ινάννα άρχισε να τραγουδάει και να χορεύει και να επαινεί με ύμνους τον Άνου. 

Στη συνέχεια ο Άνου έφυγε μαζί με τον Ένκι και τον Ενλίλ για το μέρος του Νινούρτα. Ο Νινούρτα για να τον εντυπωσιάσει είχε χτίσει ένα παλάτι ως κατοικία του Άνου, το οποίο είχε επενδύσει εσωτερικά με καθαρό χρυσό. Ήταν στην όχθη της μεγάλης λίμνης του βουνού. 
«Υπάρχει άφθονος χρυσός εδώ για πολλούς Σαρ ακόμα», είπε ο Άνου με ικανοποίηση. Ο Νινούρτα τον ξενάγησε στο χώρο επεξεργασίας των μετάλλων και του έδειξε ένα νέο μέταλλο που έβγαζαν από τα πετρώματα και το είχε ονομάσει Ανάκ, Φτιαγμένο από τους Ανουννάκι. Συνδυάζοντας αυτό το μέταλλο με τον χαλκό έφτιαχνε ένα καινούργιο πολύ ισχυρό μέταλλο. Ο Άνου ξεναγήθηκε και στη μεγάλη λίμνη που την ονόμασε και αυτή Ανάκ. 

Ο Μαρντούκ έφτασε στο μέρος του Νινούρτα από τις βόρειες χώρες, όπου έβοσκαν μεγάλα ζώα με κέρατα. Όταν ο Ένκι τον ρώτησε να μάθει τι κάνει η γυναίκα του, Σαρπανίτ, αυτός με θλίψη είπε ότι είχε πεθάνει. «Τώρα έχω μόνο τον Νάμπου», πρόσθεσε. Ο Άνου τον έσφιξε στην αγκαλιά του και του έδωσε τη συγχώρεσή του. «Αρκετά τιμωρήθηκες», είπε. Μετά, από το χρυσό παλάτι μεταφέρθηκαν κάτω στην πεδιάδα όπου ο Νινούρτα τους έδειξε το νέο χώρο απογείωσης των φορτηγών σκαφών. Το μεγάλο φορτηγό σκάφος με το οποίο είχε έρθει ο Άνου από τον Νιμπίρου, βρισκόταν εκεί φορτωμένο χρυσό. Ο Άνου τους αποχαιρέτισε και τους έδωσε συμβουλές: «Οτιδήποτε το Πεπρωμένο έχει σχεδιάσει για τους γήινους και για τη Γη, αφήστε το να συμβεί. Ας βοηθήσετε το Πεπρωμένο αν πρόκειται οι γήινοι να κληρονομήσουν τη Γη. Δώστε τους γνώσεις και με μέτρο τα μυστικά του Ουρανού. Διδάξτε τους νόμους της δικαιοσύνης, μετά φύγετε»
Και αναχώρησε για την πατρίδα του. 
Ιπτάμενο μηχάνημα των Ανουννάκι

Ο πρώτος που έσπασε τη σιωπή ήταν ο Μαρντούκ που ρώτησε με θυμό: «Απαιτώ να μου πείτε τι είναι αυτός ο καινούργιος χώρος απογείωσης των ουράνιων φορτηγών. Τι συνέβη μετά την εξορία μου, εν αγνοία μου;»
Όταν ο Ένκι τον πληροφόρησε για την κατανομή των Τεσσάρων Περιοχών, ο θυμός του Μαρντούκ έγινε ανεξέλεγκτος. «Γιατί η Ινάννα να κατέχει δική της περιοχή που είναι η αιτία του θανάτου του Ντουμούζι;»
«Οι αποφάσεις έχουν παρθεί, δεν γίνεται ν' αλλάξουν», απάντησε ο Ενλίλ. 

Αναχώρησαν για την Εντίν με διαφορετικά σκάφη. Ο Ενλίλ νιώθοντας ότι κάτι κακό θα συνέβαινε, είπε στον Ισκούρ να μείνει πίσω και να προσέχει τον συγκεντρωμένο χρυσό.
Για να θυμούνται την επίσκεψη του Άνου στη Γη, άρχισαν να μετράνε το χρόνο όχι με Σαρ αλλά με γήινα χρόνια (Γαλ. ο χρόνος λέγεται année). Η μέτρηση ξεκίνησε όταν ήταν η Εποχή του Ταύρου, η οποία αφιερώθηκε στον Ενλίλ.



Οι Ανουννάκι έδειξαν στους γήινους πώς να φτιάχνουν τούβλα και να χτίζουν σπίτια. Εκεί όμως που πρώτα υπήρχαν ξεχωριστές πόλεις για τους Ανουννάκι και ξεχωριστές για τους γήινους, τώρα χτίζονταν πόλεις όπου έμεναν και οι δυο. Οι Ανουννάκι έχτιζαν μεγαλοπρεπείς κατοικίες που οι γήινοι αποκαλούσαν ναούς. Εκεί οι άρχοντες Ανουννάκι λατρεύονταν και δέχονταν τις υπηρεσίες των γήινων. 
Στη συνέχεια δημιούργησαν βαθμίδες ιεροσύνης. Ο Άνου ο ουράνιος κατείχε την 60η βαθμίδα, ο Ενλίλ την 50η. Στον Νινούρτα ο Ενλίλ απένειμε την ίδια βαθμίδα με αυτόν. Στον Ένκι δόθηκε η 40η. Στον Νάνναρ, γιο του Ενλίλ, η 30η. Στο γιο του Νάνναρ η 20η. Η 10η δόθηκε στα υπόλοιπα παιδιά των Ανουννάκι. Την 5η βαθμίδα απέδωσαν στις γυναίκες Ανουννάκι. 
Για τον Νινούρτα έκτισαν την Λαγκάς όπου εκεί φύλαγε το πολεμικό του μαύρο σκάφος. Ο ναός του ονομάστηκε Ενιννού, ο Οίκος του Πενήντα. Τον ναό προστάτευαν δυο υπέρτατα όπλα, δώρα του Άνου. Ο Ούτου έκτισε μια νέα Σιππάρ στα ερείπια της παλιάς. Ο ναός του ονομάστηκε Εμπαμπάρ, ο Λαμπερός Οίκος, και ήταν η κατοικία του που από εκεί απένειμε δικαιοσύνη. Για την Νινχάρσαγκ έφτιαξαν μια νέα πόλη, την Αντάμπ κοντά στην κατεστραμμένη Σουρουμπάκ. Ο ναός της ονομάστηκε Οίκος Θεραπείας και Περίθαλψης. Εκεί φύλαγε τα ΜΕ για το πώς είχαν δημιουργηθεί οι γήινοι.

Για τον Νάνναρ φτιάχτηκε η πόλη Ουρίμ, πόλη με ευθείες λεωφόρους, κανάλια και αποβάθρες. Ο ναός του ονομάστηκε Οίκος των Σπόρων του Θρόνου και αντανακλούσε το φως της Σελήνης στις εκτάσεις γης. Ο Ισκούρ επέστρεψε στα υψώματα του βορρά, ο ναός του ονομάστηκε Οίκος των Επτά Καταιγίδων. Η Ινάννα έμεινε στο Ουνούγκ-κι, στην κατοικία που της χάρισε ο Άνου. Ο Μαρντούκ με το γιο του Νάμπου έμειναν στην Εριντού, στην Εντίν δεν είχαν δικές τους κατοικίες. 

Οι γήινοι έμαθαν να κατασκευάζουν χειροτεχνήματα και διάφορες άλλες κατασκευές από τους Ανουννάκι. Πλοιάρια διέσχιζαν τα κανάλια με τα οποία άρδευαν τους αγρούς. Τα κοπάδια είχαν πολλαπλασιαστεί, αφθονία γέμιζε τη γη. Οι Ανουννάκι κάποια στιγμή έχτισαν μια πόλη ειδικά για τους σκουρόχρωμους γήινους, την Κίσι, και από εκεί ξεκίνησε η πρώτη βασιλεία των ανθρώπων. Μέσα στην πόλη τοποθέτησαν το Ουράνιο Λαμπερό Αντικείμενο και εκεί ο Νινούρτα έχρισε τον πρώτο βασιλιά που ονομάστηκε Ισχυρός Άνδρας. Για να γίνει η Κίσι το κέντρο του πολιτισμένου κόσμου, ο Νινούρτα ταξίδεψε στην Εριντού και ζήτησε από τον Ένκι τους τύπους ΜΕ τους σχετικούς με τη βασιλεία. Του δόθηκαν ως δώρο πενήντα. Στην Κίσι έμαθε τους ανθρώπους να μετράνε και να κάνουν υπολογισμούς. Τους έδειξε πώς να φτιάχνουν μπύρα, οχήματα με τροχούς, να δουλεύουν στα καμίνια και να κατασκευάζουν από μέταλλο διάφορα αντικείμενα. Εκεί οι άνθρωποι με ύμνους επαινούσαν τον Νινούρτα. Τραγουδούσαν τα ηρωικά του κατορθώματα και του αφιέρωσαν τον Αστερισμό του Τοξότη.

Εν τω μεταξύ η Ινάννα περίμενε να της δοθεί η εξουσία στην πόλη της. Βλέποντας ότι ο Νινούρτα είχε αποκτήσει ΜΕ από τον Ένκι, έβαλε στο νου της να πάρει και αυτή μερικά. Έστειλε την υπηρέτριά της στην Εριντού να αναγγείλει την επίσκεψή της στον Ένκι. Αυτός μόλις το άκουσε έδωσε οδηγίες στον σωματοφύλακά του, τον  Ίσιμουντ, να της ετοιμάσει τα εσωτερικά δωμάτια αλλά και κέικ από κριθάρι με βούτυρο, γλυκό κρασί και μπύρα για να φάει και να δροσιστεί. Όταν η Ινάννα έφτασε και ο Ένκι την είδε με το λεπτό φόρεμά της που αποκάλυπτε το όμορφο γυμνό της σώμα, γοητεύτηκε. Ήπιαν γλυκό κρασί και έκαναν διαγωνισμό μπύρας. «Δείξε μου τα ΜΕ», του είπε κάποια στιγμή η Ινάννα. «Άφησέ με να τα κρατήσω στα χέρια μου».

Στη διάρκεια του διαγωνισμού μπύρας ο Ένκι της έδωσε επτά φορές να κρατήσει τις μυστικές φόρμουλες ΜΕ. Ήταν 94 ΜΕ που χρειάζονταν για να διοικούνται τα πολιτισμένα βασίλεια. Όταν ο Ένκι αποκαμωμένος αποκοιμήθηκε, η Ινάννα με τα ΜΕ στα χέρια έφυγε κατευθυνόμενη στο σκάφος της και διέταξε τον πιλότο της να απογειωθεί αμέσως. Τον Ένκι όμως τον ξύπνησε ο Ίσιμουντ που κατάλαβε πως κάτι κακό είχε συμβεί. Ο Ένκι τον διέταξε να κυνηγήσει την Ινάννα. Ο Ίσιμουντ έφτασε το σκάφος της όταν η Ινάννα πλησίαζε στο Ουνούγκ-κι και την ανάγκασε να γυρίσει πίσω και να αντιμετωπίσει την οργή του Ένκι. Όταν όμως εκείνη γύρισε στην Εριντού, τα ΜΕ δεν ήταν μαζί της. Τα είχε παραδώσει στην υπηρέτριά της να τα πάει στην κατοικία της στο Ουνούγκ-κι. 

«Στο όνομα του πατέρα μου Άνου σε διατάζω να μου επιστρέψεις τα ΜΕ», της είπε ο Ένκι οργισμένος και την κράτησε αιχμάλωτη. Όταν ο Ενλίλ πληροφορήθηκε όσα είχαν συμβεί, πήγε στην Εριντού.
«Ο ίδιος ο Ένκι τα έβαλε στα χέρια μου», φώναξε η Ινάννα και ο Ένκι αναγκάστηκε να το παραδεχτεί.
«Όταν περάσει ο καιρός και ολοκληρωθεί η περίοδος που κατέχει τη βασιλεία η πόλη Κίσι, θα δοθεί στο Ουνούγκ-κι», της ανακοίνωσε ο Ενλίλ. 
Όταν ο Μαρντούκ έμαθε τι είχε συμβεί, θύμωσε.
«Αρκετά με έχετε ταπεινώσει», φώναξε στον πατέρα του και απαίτησε από τον Ενλίλ να του δώσει μια πόλη να την έχει δική του. Ο Ενλίλ δεν έκανε δεκτό το αίτημά του και ο Μαρντούκ αποφάσισε να πάρει την τύχη στα χέρια του. 
Πύργος της Βαβέλ (Μπαμπίλι)

Κάλεσε τον γιο του Νάμπου, τους Ιγκίγκι και τους απογόνους των Ιγκίγκι που ήταν γήινοι και αποφάσισαν να φτιάξουν μια πόλη δική τους και εκεί να φυλάνε τα ιπτάμενα σκάφη τους. Ο Μαρντούκ τους έδειξε πώς να φτιάχνουν τούβλα για τα σπίτια τους. Μετά ξεκίνησαν την κατασκευή ενός πύργου από τούβλα που να φτάνει μέχρι τον ουρανό. Ο Ενλίλ έτρεξε στον τόπο κατασκευής του πύργου για να ματαιώσει το σχέδιο, αλλά δεν το κατόρθωσε. Τότε κάλεσε τους γιους του να συσκεφθούν τι να πράξουν. 
«Ο Μαρντούκ χτίζει μιαν ανεπίτρεπτη πύλη προς τον ουρανό και την έχει εμπιστευτεί στους γήινους. Αν αυτό το επιτρέψουμε τότε δεν θα υπάρχει κάτι που δεν θα μπορούν να κάνουν οι γήινοι. Πρέπει να σταματήσουμε αυτό το σχέδιο»

Με τα αεροσκάφη τους πέταξαν πάνω από τον πύργο και τον βομβάρδισαν. Όλο το κατασκεύασμα καταστράφηκε. Μετά ο Ενλίλ θέλησε να διαλύσει τους οπαδούς του Μαρντούκ και να καταστρέψει την ενότητά τους, γι αυτό έκανε την παρακάτω ανακοίνωση: «Μέχρι τώρα οι γήινοι έχουν μία γλώσσα. Από σήμερα η γλώσσα τους θα μπερδευτεί και δεν θα καταλαβαίνουν τι λέει ο ένας στον άλλον». Αυτό συνέβη το 310 από τότε που άρχισε η μέτρηση σε γήινα χρόνια. Σε κάθε περιοχή, σε κάθε τόπο οι άνθρωποι μίλαγαν διαφορετική γλώσσα. Τους δόθηκε διαφορετική μορφή γραφής την οποία οι υπόλοιποι δεν καταλάβαιναν. 

Είκοσι τρεις βασιλείς βασίλεψαν στην Κίσι. Επί 408 χρόνια ήταν η πόλη που έφερε το Σκήπτρο. Μετά το Σκήπτρο δόθηκε στο Ουνούγκ-κι κατά εντολή του Ενλίλ. Ο λαός άρχισε να επαινεί την Ινάννα με ύμνους. Πρώτος βασιλιάς ανακυρήχτηκε ο αρχιερέας του ναού της, Εάννα, γιος του Ούτου. Όσο για τον Μαρντούκ, αυτός πήγε στη Χώρα των Δυο Στενών για να γίνει Κύριος της. Πηγαίνοντας εκεί βρήκε τον Νινγκιτζιντά και όλα όσα είχε φτιάξει πρωτύτερα ο Μαρντούκ, ο Νινγκιτζιντά τα είχε αλλάξει. Ο Μαρντούκ απαίτησε να μάθει το λόγο. Οι δυο αδελφοί άρχισαν να μαλώνουν.
«Εγώ ήμουν Κύριος αυτής της χώρας. Αν δεν θέλεις να γίνεις αναπληρωτής μου, τότε να ψάξεις να βρεις άλλη χώρα». Επί 350 χρόνια βρίσκονταν σε άγρια αντιπαράθεση. Μετά επενέβη ο Ένκι που είπε στον Νινγκιτζιντά: «για χάρη της ειρήνης φύγε σε άλλα εδάφη». Ο Νινγκιτζιντά αναχώρησε για τα μέρη πέρα από τον ωκεανό μαζί με λίγους οπαδούς του. Ήταν 650 χρόνια από τη μέτρηση με γήινα χρόνια.
Στη νέα περιοχή ο Νινγκιτζιντά ονομάστηκε Φτερωτό Φίδι (Κουκουλκάν) από τους ντόπιους και τους έμαθε να μετράνε το χρόνο διαφορετικά. 
Το Φτερωτό Φίδι ή Κουκουλκάν

Εν τω μεταξύ η περιοχή του Μαρντούκ άρχισε να δημιουργείται. Ονομάστηκε Χεμ-τα, Σκοτεινή Χώρα και οι Ανουννάκι στην καινούργια γλώσσα ονομάστηκαν Νετέρου.
Ο Μαρντούκ λατρευόταν ως Ρα, ο Φωτεινός. Ο Ένκι ως Πτα. Ο Νινγκιτζιντά ως Τεχούτι. Για να εξαφανίσει τη μορφή του Νινγκιτζιντά από τον πέτρινο λέοντα (Σφίγγα) ο Μαρντούκ την αντικατέστησε με τη μορφή του γιου του Άσαρ (Όσιρις) που είχε δολοφονηθεί. Να μετράνε ανά δεκάδες και όχι ανά εξηντάδες όρισε και επέβαλε την παρατήρηση του Ήλιου και όχι της Σελήνης.

Ένωσε τις δυο πόλεις, εκείνη του Βορρά και εκείνη του Νότου κάτω από ένα Σκήπτρο και έχρισε βασιλιά έναν απόγονο των Ανουννάκι (Νετέρου) και των γήινων με το όνομα Μένα. Ίδρυσε μια μεγάλη πόλη που ξεπερνούσε σε φήμη την πόλη Κίσι της Πρώτης Περιοχής και της έδωσε το όνομα Μένα-Νεφέρ δηλαδή η ομορφιά του Μένα (Μέμφις). Προς τιμήν των γηραιότερων Ανουννάκι και του βασιλιά του Νιμπίρου Άνου, ίδρυσε την πόλη Άνου (Ηλιούπολις). 

Σε αυτήν, πάνω σε μια πλατφόρμα ύψωσε ναό-κατοικία για τον πατέρα του Ένκι-Πτα και σκάλισε το κεφάλι του σε ψηλό πύργο, μυτερό σαν πύραυλο. Στο ιερό του ναού εγκατέστησε το πάνω τμήμα της Ουράνιας Φορτηγίδας του που λεγόταν Μπεν-Μπεν (θυμηθείτε το Big Ben). Ήταν εκείνη με την οποία αμέτρητες φορές είχε ταξιδέψει στα διάφορα μέρη του κόσμου.
Μπεν μπεν

Την ημέρα του Νέου Έτους (Εαρινή Ισημερία) ο βασιλιάς ως Ανώτατος Ιερέας εκτελούσε τις τελετουργίες και ήταν η μοναδική ημέρα που εισερχόταν στην Εσώτατη Αίθουσα των Άστρων και τοποθετούσε τις προσφορές μπροστά από το Μπεν Μπεν. Ο Ένκι για να τον βοηθήσει στο έργο του, του παραχώρησε όσα ΜΕ είχε στην κατοχή του. Όλη τη γνώση του έδωσε εκτός από εκείνη της ανάστασης των νεκρών. Του αφιέρωσε τον Αστερισμό του Κριού και τακτοποίησε τη ροή του μεγάλου ποταμού. Με τον τρόπο αυτό τα εδάφη της περιοχής του έγιναν έφορα και τα κοπάδια των ζώων πολλαπλασιάστηκαν.

Μετά την επιτυχία της Δεύτερης Περιοχής οι αρχηγοί προχώρησαν στην ίδρυση της Τρίτης Περιοχής που θα ήταν στην κυριότητα της Ινάννας. Της αφιέρωσαν τον Αστερισμό της Παρθένου, ενώ πρωτύτερα μοιραζόταν με τον αδελφό της Ούτου τον Αστερισμό των Διδύμων. Της αποδόθηκε η τιμή αυτή το έτος 860 από την μέτρηση με το γήινο σύστημα. 

Η Τρίτη Περιοχή βρισκόταν στις ανατολικές περιοχές, πέρα από τις οροσειρές επτά βουνών. Κατά διαταγή του Ενλίλ, ο Ένκι σκέφτηκε για την περιοχή μια ξεχωριστή γλώσσα με ένα νέο είδος γραφής. Ο Ένκι δεν έδωσε κανένα ΜΕ στην Ινάννα. «Ας αρκεστεί σε αυτά που μου πήρε», έλεγε. 

Η περιοχή της Ινάννα είχε το όνομα Αράττα και της έχρισε αρχηγό έναν κτηνοτρόφο που ήταν συγγενής του αγαπημένου της Ντουμούζι. Η Ινάννα συνέχισε να έχει στην κατοχή της το Ουνούγκ-κι και εκεί βασιλιάς ήταν ο Ενμερκάρ ο οποίος εξάπλωσε τα όρια της πόλης. Ήταν όμως και εκείνος που ζήλεψε τα πλούτη της Αράττα. Έστειλε απεσταλμένο και απαίτησε τους θησαυρούς της πόλης διαφορετικά θα τα έπαιρνε με πόλεμο. Ο βασιλιάς της Αράττα στην αρχή πρότεινε να παλέψουν οι δυο τους και ο νικητής να στεφόταν βασιλιάς και στις δυο περιοχές. Μετά ο Ενμερκάρ σκέφτηκε πως καλύτερα θα ήταν να ανταλλάξουν δώρα. Η Αράττα να στείλει θησαυρούς στο Ουνούγκ-κι και το Ουνούγκ-κι να στείλει τα ΜΕ στην Αράττα. 

Ο βασιλιάς Ενμερκάρ έστειλε τον γιο του Μπάντα να μεταφέρει το μήνυμα της ειρήνης στον βασιλιά της Αράττα. Αλλά ο Μπάντα στο δρόμο αρρώστησε και αφέθηκε να πεθάνει στην έρημο και έτσι το μήνυμα δεν έφτασε ποτέ. Το Ουνούγκ-κι δεν έλαβε ποτέ τα πλούτη της Αράττα, η Αράττα δεν έλαβε τα ΜΕ του Ουνούγκ-κι.
Έτσι στην Τρίτη Περιοχή ο πολιτισμός δεν άνθισε.

ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ ΠΙΝΑΚΙΔΑ
Ό,τι εμπιστεύθηκαν στην Ινάννα παραμελήθηκε, σε άλλες περιοχές χάρισε την καρδιά της. Μετά από 1000 χρόνια η βασιλεία αφαιρέθηκε από το Ουνούγκ-κι. Η Ινάννα ταξίδευε ανάμεσα στο Ουνούγκ-κι και την Αράττα ακατάπαυστα. Ανικανοποίητη από την περιοχή της, θρηνούσε ακόμα τον αγαπημένο της Ντουμούζι. Τον έβλεπε στα όνειρά της να λέει ότι θα επιστρέψει και της έδινε υποσχέσεις για τη Χώρα των Δυο Στενών. 

Στο Ουνούγκ-κι η Ινάννα ίδρυσε τον ναό των Νυχτερινών Απολαύσεων. Εκεί μέσα καλούσε νεαρούς ήρωες τη νύχτα του γάμου τους και τους υποσχόταν μακροζωία και ευτυχισμένο μέλλον. Το πρωί τους έβρισκαν νεκρούς στο κρεβάτι της.
Εκείνη την περίοδο ο Μπάντα, γιος του βασιλιά Ενμερκάρ που είχε αφεθεί να πεθάνει, επέστρεψε στο Ουνούγκ-κι ζωντανός. Με τη χάρη του Ούτου που ήταν προγονός του, αναστήθηκε. «Θαύμα, θαύμα!» αναφώνησε η Ινάννα, «ο αγαπημένος μου Ντουμούζι επέστρεψε». Τον οδήγησε στην κατοικία της και τον σαγήνευσε. Όταν ο Μπάντα το πρωί ήταν ακόμα ζωντανός, η Ινάννα φώναξε με χαρά: «Μου χάρισαν τη δύναμη της αθανασίας!»

Αποφάσισε λοιπόν ότι έπρεπε να την αποκαλούν θεά της Αθανασίας. Οι γονείς της Νάνναρ και Νινγκάλ δυσαρεστήθηκαν. Το ίδιο και ο Ενλίλ, ο Νινούρτα, ο Ούτου, ο Ένκι και οι άλλοι Ανουννάκι. Οι άνθρωποι όμως της περιοχής χάρηκαν για την καλή τους τύχη, «οι θεοί είναι ανάμεσά μας», έλεγαν. Στο θρόνο του Ουνούγκ-κι βασίλεψε ο Μπάντα διαδεχόμενος τον πατέρα του. Πήρε ως γυναίκα του τη θεά Νινσούρ από τη γενιά του Ενλίλ. Ο ήρωας Γκιλγκαμές, ο γιος τους, διαδέχτηκε τον πατέρα του στο θρόνο. Καθώς περνούσαν τα χρόνια, ο Γκιλγκαμές μεγάλωσε και ρώτησε τη μητέρα του για τη ζωή και το θάνατο. Αναρωτιόταν γιατί πέθαιναν οι πρόγονοί του, «οι θεοί πεθαίνουν; είμαι κατά 2/3 θεϊκός, θα πεθάνω κι εγώ;» ζητούσε να μάθει.
«Όσο κατοικείς στη Γη θα έχεις την τύχη των γήινων. Αν όμως πας στον Νιμπίρου, θα αποκτήσεις πολύ μεγάλη διάρκεια ζωής», του έλεγε η μητέρα του και μια μέρα ο Γκιλγκαμές ζήτησε από τον Ούτου να τον πάει στον Νιμπίρου.
Κάθε μέρα του επαναλάμβανε να τον οδηγήσει στον χώρο απογείωσης. Ο Ούτου στο τέλος δέχτηκε. 

Η Νινχάρσαγκ έφτιαξε έναν σωσία του Γκιλγκαμές για να τον προστατεύει. Τον ονόμασε Ενκιντού και αυτό το πλάσμα δεν είχε αίμα στις φλέβες του. Ο Γκιλγκαμές με τον Ενκιντού κατευθύνθηκαν προς τον χώρο απογείωσης. Στην είσοδο του δάσους των κέδρων τους έκοψε το δρόμο ένα τέρας. Με πονηριά κατάφεραν και το σκότωσαν. Όταν ανακάλυψαν τη μυστική είσοδο για τα τούνελ των Ανουννάκι, ένα πλάσμα κατασκευασμένο από τον Ενλίλ, ο ουράνιος Ταύρος, τους απείλησε και τους κυνήγησε μέχρι την πόλη. Εκεί όμως, στους προμαχώνες της, ο Ενκιντού κατάφερε και τον εξουδετέρωσε. Όταν το έμαθε ο Ενλίλ άρχισε να κλαίει με αγωνία γιατί ήξερε μέσα του ότι ήταν κακός οιωνός. Διέταξε να εξοντώσουν τον Ενκιντού στα νερά που είχε τολμήσει να σφαγιάσει τον ουράνιο Ταύρο. Ο Γκιλγκαμές απέφυγε την εξόντωση. Θέλοντας να πάει στον Νιμπίρου συνέχισε την αναζήτηση του τόπου απογείωσης. Μετά από πολλές περιπέτειες έφτασε στο Τιλμούν, την Τέταρτη Περιοχή. Μπήκε μέσα στα υπόγεια τούνελ και σ’ έναν υπέροχο κήπο βρήκε τον Ζιουζούντρα με τη γυναίκα του. Ένα φυτό από τον κήπο τους, τους είχε κάνει αθάνατους. «Είναι δώρο του Ένκι», είπε στον Γκιλγκαμές. Όταν ο Ζιουζούντρα και η γυναίκα του έπεσαν για ύπνο, ο Γκιλγκαμές έδεσε τα πόδια τους σε πέτρες. Μετά ξερίζωσε το φυτό της Νιότης και έφυγε βιαστικά για την πόλη του. Όταν στο δρόμο αποκοιμήθηκε, ένα φίδι πλησίασε το φυτό και το άρπαξε. Όταν ξύπνησε ο Γκιλγκαμές δεν βρήκε το φυτό και έκλαψε για την απώλεια. Γύρισε στο Ουνούγκ-κι και πέθανε ως θνητός.

Μετά από 1000 χρόνια η βασιλεία πήγε στην Πρώτη Περιοχή, στην πόλη του Νάνναρ και της Νινγκάλ. Ο Μαρντούκ, εν τω μεταξύ, παρακολουθούσε με προσοχή τα όσα συνέβαιναν. Είχε ενοχληθεί από τα σχέδια της Ινάννα για επέκταση των εδαφών της και αποφάσισε να αντιδράσει. Του άρεσε η ιδέα της αθανασίας και ανακήρυξε τον εαυτό του θεό. Διέδωσε ότι οι βασιλείς της περιοχής του, οι Νετέρου και οι απόγονοί τους πηγαίνουν στον Νιμπίρου μετά τον θάνατό τους. Δίδαξε τους βασιλείς να χτίζουν τύμβους που κοίταζαν ανατολικά. Στους ιερείς υπαγόρευσε ένα βιβλίο για το ταξίδι στη Μεταθανάτια Ζωή (Η Αιγυπτιακή Βίβλος των Νεκρών). Εκεί ανέφερε με λεπτομέρειες πώς να φτάνουν στο Ντούατ (το βασίλειο των νεκρών), στον χώρο απογείωσης των ουράνιων σκαφών στο Σινά και να μεταφέρονται στον Νιμπίρου για να πιουν από το νερό της Νιότης. 
Ντούατ

«Ο χρυσός είναι το μεγαλείο της ζωής», έλεγε στους ιερείς του, «είναι η σάρκα των θεών», έλεγε στους βασιλείς και τους έμαθε να κάνουν ταξίδια στην Άμπζου για την απόκτηση μεγάλων ποσοτήτων χρυσού. Με όπλα οι βασιλείς εισέβαλλαν στις περιοχές των αδελφών του. Εκείνοι απευθύνθηκαν στον Ένκι. Ο Ρα όμως δεν άκουγε τα λόγια του πατέρα του. Σχέδιό του ήταν να γίνει Κύριος και των Τεσσάρων Περιοχών. «Η Γη είναι δική μου», επαναλάμβανε στον πατέρα του.

Όταν η βασιλεία μεταφέρθηκε στην Ουρίμ από το Ουνούγκ-κι, ο Νάνναρ χαμογελούσε. Λατρευόταν ως θεός της Σελήνης και όρισε κάθε χρόνος να αποτελείται από 12 μήνες. Κάθε μήνας ανήκε σε έναν από τους μεγάλους Ανουννάκι. Ναοί και βωμοί χτίστηκαν και οι άνθρωποι προσεύχονταν και θυσίαζαν στους θεούς Ανουννάκι. Υπήρχε αφθονία στη γη.
Η Ινάννα πήγε στην περιοχή του θείου της, Ισκούρ, στο μέρος των Δύο Ποταμών. Της άρεσε ο ήχος της γλώσσας που μιλούσαν οι άνθρωποι εκεί και έμαθε να την μιλάει. Της απέδωσαν το όνομα του πλανήτη Λαχάμου (Αφροδίτη) που στη γλώσσα τους λεγόταν Ιστάρ. Η πόλη της λεγόταν Ουρούκ στη γλώσσα τους και η πόλη Ουρίμ λεγόταν Ουρ. 

Τον Ενλίλ τον αποκαλούσαν Πατέρα Ελίλ και το Νιμπρου-κί ήταν η Νιππούρ. Η πόλη Κι-ένγκι ονομάστηκε Σούμερ στη γλώσσα τους. Ο Μαρντούκ ανακήρυξε τον εαυτό του θεό της Αιωνιότητας, ο ύψιστος θεός όλων των Ανουννάκι. Από τις διακηρύξεις του αυτές οι άλλοι αρχηγοί θορυβήθηκαν. Τ' αδέλφια του μίλησαν στον πατέρα τους Ένκι που τον ρώτησε, «γιατί θέλεις να υπερισχύεις όλων;».
«Οι Ουρανοί μιλάνε για τη μεγαλειότητά μου», πήρε την απάντηση από τον Μαρντούκ. Έρχεται η Εποχή του Κριού που είναι αλάνθαστος οιωνός. 
Κριοί που κατασκευάστηκαν την Εποχή του Κριού

Ο Ένκι στην κατοικία του μελετούσε τον ζωδιακό κύκλο. Την πρώτη μέρα της άνοιξης, το πρωί της Εαρινής Ισημερίας, ο ήλιος ανέτειλε στον αστερισμό του Ταύρου. «Είναι μακριά η Εποχή του Κριού, ακόμα», του έλεγε. Ο Μαρντούκ στην Περιοχή του δεν έδινε σημασία στις μελέτες αυτές. Εκεί ανήγγειλε στους ιερείς ότι είχε έρθει η Εποχή του. Οι αρχηγοί απευθύνθηκαν στον Νινγκιτζιντά που γνώριζε. Αυτός με τη σειρά του μηχανεύτηκε πέτρινες κατασκευές (όπως το Stonehenge) και έδειξε στον λαό πώς να παρατηρεί μόνος του τον ουρανό και να αναγνωρίζει τις Εποχές. Ο ήλιος ανέτειλε ακόμα στον αστερισμό του Ταύρου. Ο Ένκι με θλίψη έβλεπε πως η Μοίρα διαστρέβλωνε τη σωστή τάξη των πραγμάτων.

«Τώρα οι Ανουννάκι εξαρτώνται από την υποστήριξη των ανθρώπων», έλεγε. Αποφάσισαν να ενώσουν τα εδάφη της Πρώτης Περιοχής κάτω από ένα βασιλέα. Ανάθεσαν στην Ινάννα να βρει τον κατάλληλο. Εκείνη τους υπέδειξε έναν άνδρα δυνατό, τον οποίο είχε ερωτευθεί. Μητέρα του ήταν μια αρχιέρεια και πατέρας του ένας αξιωματικός τεσσάρων φρουρών. Ο Ενλίλ του πρόσφερε το Σκήπτρο και τον ονόμασε Σαρου-κίν (Σαργών Α'). Ο Σαρου-κίν λάμβανε βοήθεια από την Ινάννα και με τα όπλα της κατέκτησε όλες τις περιοχές από την Κατώτερη Θάλασσα (Περσικός Κόλπος) ως την Υψηλότερη Θάλασσα (Μεσόγειος). 

Ο Μαρντούκ παρακολουθούσε με άγρυπνο μάτι τα τεκταινόμενα. Ο Σαρου-κίν αφαίρεσε ιερό χώμα από το μέρος όπου ο Μαρντούκ με τους οπαδούς του είχε προσπαθήσει να χτίσει κάποτε τον ψηλό Πύργο και το μετέφερε στην πόλη του Αγκάντ. Οργισμένος ο Μαρντούκ όρμησε στην Πρώτη Περιοχή με τον γιο του Νάμπου και οπαδούς του και μαζί κατευθύνθηκαν στο μέρος του Πύργου. «Εγώ είμαι ο μόνος κάτοχος του ιερού χώματος», είπε, και έδωσε διαταγή στους οπαδούς του να εκτρέψουν τη ροή του ποταμού. Μετά ύψωσαν αναχώματα και τείχη και στο μέρος που ήταν παλιά ο πύργος έχτισαν έναν μεγαλοπρεπή ναό, το Εσαγκίλ, προς τιμήν του ύψιστου θεού Μαρντούκ. Ο Νάμπου τον ονόμασε Μπαμπίλι, Πύλη των Θεών, και έτσι στην καρδιά της Εντίν, στο μέσον της Πρώτης Περιοχής, ο Μαρντούκ εγκατέστησε τον εαυτό του. 

Η οργή της Ινάννα ξέσπασε. Με τα όπλα της επιτέθηκε στους οπαδούς του Μαρντούκ. Το αίμα κυλούσε σαν ποτάμι όπως ποτέ άλλοτε. Ο Νέργκαλ πήγε στη Μπαμπίλι και έπεισε τον Μαρντούκ να φύγει για να σωθούν οι κάτοικοι. Ο Μαρντούκ άρχισε ξανά τα ταξίδια από χώρα σε χώρα με το ιπτάμενο σκάφος του. Στη Δεύτερη Περιοχή τώρα ο Ρα ονομάστηκε Αμούν. Για λίγο διάστημα η Ινάννα ηρέμησε. Απέκτησε με τον Σαρου-κίν δυο παιδιά. Μετά από τον Σαρου-κίν στο θρόνο της Αγκάντ ανέβηκε ο εγγονός του, Ναραμ-σίν. Ο Ενλίλ και ο Νινούρτα απουσίαζαν στις χώρες πέρα από τον ωκεανό. Ο Μαρντούκ έλειπε από την Δεύτερη Περιοχή. Η Ινάννα διέταξε τον εγγονό του Σαρου-κίν να καταλάβει όλες τις χώρες. Αυτός εισέβαλε σε πολλές χώρες, ακόμα και στον σφραγισμένο Εκούρ προσπάθησε να εισέλθει. Ο Ενλίλ έμαθε για την ιεροσυλία και για τις παραβιάσεις ιερών χώρων και εξεμάνη. Καταράστηκε τον Ναραμ-σίν να πεθάνει. Ένα φίδι μετά από λίγο τον τσίμπησε και πέθανε με φρικτούς πόνους ενώ η Αγάντ εξαφανίστηκε από το χάρτη. 

Αυτά συνέβησαν 1500 χρόνια μετά την έναρξη της μέτρησης με γήινα χρόνια.
Μετά που ο Μαρντούκ ονομάστηκε Αμούν, η βασιλεία αποσυντέθηκε και βασίλευε αναταραχή στη Δεύτερη Περιοχή. Στην Πρώτη Περιοχή, μετά την εξαφάνιση της Αγκάντ συνέβη το ίδιο. Η βασιλεία πήγαινε από την μια πόλη στην άλλη. Μετά, κατά συμβουλή του Άνου, ο Ενλίλ παρέδωσε τη βασιλεία για τρίτη φορά στην πόλη Ουρίμ. Βασιλιάς της χρίστηκε από τον Νάνναρ, ο Ουρ-ναμμού. Επικράτησε ενότητα στη χώρα, αφθονία και ειρήνη.

Την περίοδο εκείνη ο Ενλίλ είδε ένα όνειρο. Ονειρεύτηκε τη μορφή ενός άνδρα που έμοιαζε με τον Γκαλζού, ο οποίος του έδωσε μια πινακίδα που είχε πάνω της 12 αστερισμούς. Με το χέρι του ο άνδρας έδειχνε τον Κριό. Μετά είπε στον Ενλίλ: «Θα ακολουθήσει περίοδος αιματοχυσιών και πολέμων. Σε τρεις ουράνιες μερίδες (70 χρόνια) η Εποχή του Κριού θα ακολουθήσει εκείνην του Ταύρου. Εκείνος που ανακήρυξε τον εαυτό του ύψιστο θεό, θα κυριεύσει τη Γη. Πρέπει να διαλέξετε ένα δίκαιο άνδρα που θα επιβιώσει από τις καταστροφές και μαζί του το ανθρώπινο γένος».
Όταν ο Ενλίλ ξύπνησε αναρωτιόταν αν η φαντασία του είχε πλάσει όσα είχε δει. Άρχισε να αναζητεί το κατάλληλο άτομο. Απευθύνθηκε στους σοφούς αρχιερείς του ναού στη Νιππούρ. Εκεί ο μάντης του υπέδειξε τον Τιρχού που καταγόταν από 6 γενιές ιερέων και στην οικογένειά του υπήρχαν άνδρες που είχαν παντρευτεί με πριγκίπισσες της Ουρ. Ο Ενλίλ μίλησε στον Τιρχού για το προφητικό όνειρο και τον διέταξε να αρχίσει να καταγράφει τα χρόνια που περνούσαν. 
Κατασκευή από τούβλα
 Εν τω μεταξύ ο Νάμπου είχε καταστρώσει το σχέδιο να καταλάβει την Τέταρτη Περιοχή. Δημιούργησε στρατούς από βασιλείς που ήταν σύμμαχοί του. Ο Ενλίλ κατάλαβε ότι η προφητεία του Γκαλζού θα έβγαινε αληθινή. Πήγε στον γιο του, Νάνναρ, και τον συμβούλεψε να ιδρύσει μια πόλη μακριά από την Ουρ και να πάει εκεί να κατοικήσει. Στον ναό που θα έφτιαχνε στη νέα πόλη να τοποθετήσει αρχιερέα τον Τιρχού. Ο Νάνναρ ίδρυσε την πόλη Χαρράν. Όταν συμπληρώθηκαν 140 χρόνια από τη μέρα της προφητείας, ο Τιρχού μετακόμισε στη Χαρράν.

Όταν ο Ουρ-ναμμού πέθανε, στο θρόνο ανέβηκε ο γιος του Σούλγκι. Ήταν άγριος, έτοιμος να κατακτήσει γειτονικές πόλεις. Με τη βοήθεια της ερωμένης του, Ινάννα, στράφηκε προς τα εδάφη της Τέταρτης Περιοχής και δεν σεβάστηκε ούτε την ιερότητα του χώρου του Κέντρου Ελέγχου της Αποστολής. Ο Ενλίλ εξοργίστηκε. Ο Ένκι τα έβαλε με τον Ενλίλ επειδή οι κατακτητές ήταν αρχηγοί των πόλεων των δικών του περιοχών. Ο Ενλίλ του απάντησε πως όλα τα κακά ξεκινούσαν από τον Μαρντούκ, αλλά δεν του είπε για το προφητικό όνειρο. 

Την προσοχή του τράβηξε ο μεγαλύτερος γιος του Τιρχού, Ιμπρου-ούμ. Ήταν απόγονος πριγκιπικής γενιάς, δυνατός, που γνώριζε όλα τα ιερά μυστικά. Τον διέταξε να υπερασπιστεί τα ιερά εδάφη και να εξασφαλίσει την απογείωση και την προσγείωση των ουράνιων σκαφών. Μόλις αναχώρησε ο Ιμπρουούμ από τη Χαρράν, κατεύθασε ο Μαρντούκ. Είχε παρατηρήσει όλες τις βεβηλώσεις και τις θεώρησε ως την αρχή μιας Νέας Τάξης. Μετά από 24 χρόνια παραμονής του στη Χαρράν, ο Μαρντούκ απευθύνθηκε στους υπόλοιπους θεούς και τους είπε ότι εκείνος ήταν ο ύψιστος θεός, γνωστός ως Ρα στην περιοχή του, ότι έχει επισκεφθεί όλες τις περιοχές από την Ανατολή μέχρι τη Δύση εξαιτίας της εξορίας του και ότι στο ναό της Χαρράν είχε ζητήσει συμβουλή και του είχε δοθεί η προφητεία να χρίσει στην πόλη του, Μπαμπίλι, έναν βασιλιά ο οποίος θα κατοικεί στο ναό του, Εσαγκίλ, και εκεί θα λατρεύονται ως θεοί όλοι οι Ανουννάκι. 

Όταν έμαθε ο Ενλίλ αυτά τα λόγια του Μαρντούκ, κάλεσε σε συμβούλιο τους Ανουννάκι αρχηγούς. Πήγαν ο Ένκι με τους αδελφούς του Μαρντούκ. Όλοι ήταν αντίθετοι με τα σχέδια του Μαρντούκ και του γιου του, Νάμπου. Εκτός από τον Ένκι, ο οποίος συμβούλεψε τους άλλους να αποδεχτούν την ανωτερότητα του Μαρντούκ με το σκεπτικό ότι ερχόταν η Εποχή του Κριού που ήταν οιωνός της ισχύος του. Ο Ενλίλ με θυμό πρότεινε να εξαφανίσουν από τον χάρτη τον τόπο των Ουράνιων Φορτηγών. Όλοι συμφώνησαν εκτός από τον Ένκι. Ο Νέργκαλ πρότεινε να χρησιμοποιήσουν τα Όπλα του Τρόμου. Ο Ένκι δεν συμφώνησε. Η απόφαση για τα όπλα διαβιβάστηκε στον Άνου για να τους δώσει τη συμβουλή του. Ο Άνου συμφώνησε να χρησιμοποιηθούν. Ο Νινούρτα και ο Νέργκαλ επιλέχθηκαν να πραγματοποιήσουν το έργο. Ο Ένκι έφυγε από το συμβούλιο θυμωμένος και μέσα του γέλαγε, επειδή ήξερε ότι μόνον εκείνος γνώριζε πού ήταν κρυμμένα τα όπλα. Έτσι νόμιζε. Δεν γνώριζε ότι ο Άμπγκαλ είχε φανερώσει στον εξόριστο κάποτε Ενλίλ την κρυψώνα τους!

Ο Ενλίλ όμως του φανέρωσε το μυστικό. Μόνη ελπίδα τότε του Ένκι ήταν να έχουν καταστραφεί τα όπλα από την αχρησία τόσων χιλιάδων ετών. Δεν ήξερε ότι η πολύχρονη αχρησία τους θα προκαλούσε πρωτόγνωρη συμφορά στη Γη, άγνωστη μέχρι τότε. Χωρίς την ανάγκη του Ένκι, ο Ενλίλ αποκάλυψε την κρυψώνα στους δυο ήρωες, Νινούρτα και Νέργκαλ. Πριν φύγουν, τους ενημέρωσε ότι θα έπρεπε πρώτα να εκκενωθούν οι πόλεις από τους κατοίκους για να μη χαθούν ανθρώπινες ζωές. Ο Νέργκαλ αναχώρησε πρώτος. Ο Νινούρτα καθυστέρησε να φύγει γιατί ο Ενλίλ τον κράτησε να του πει ένα μυστικό. Του αποκάλυψε την προφητεία του Γκαλζού και την επιλογή του Ιμπρουούμ. «Πρόσεξε να προλάβουν οι άνθρωποι να φύγουν από τις πόλεις... ο Ιμπρουούμ το γνωρίζει αυτό», του είπε. 

Όταν ο Νινούρτα έφτασε στην κρυψώνα των όπλων, ο Νέργκαλ τα είχε ήδη βγάλει έξω. Κατόπιν ενεργοποίησε τα ΜΕ από την αχρησία. «Θα σκοτώσω και τους δυο, πατέρα και γιο», έλεγε ο Νέργκαλ εννοώντας τον Μαρντούκ και τον Νάμπου. «Τα εδάφη τους θα εξαφανιστούν, οι πόλεις τους θα εξαλειφθούν». Ο Νινούρτα του θύμισε ότι ο Ενλίλ είχε διατάξει να στοχεύουν μόνο τους επιλεγμένους στόχους. Επτά μέρες περίμεναν μέχρι να λάβουν το σινιάλο του Ενλίλ. 

Όταν ο Μαρντούκ ανακοίνωσε την ανωτερότητά του στη Μπαμπίλι (Βαβυλώνα) είχαν περάσει 1736 χρόνια από το ξεκίνημα της μέτρησης με γήινα χρόνια.
Ο Ενλίλ έδωσε το σινιάλο. Ο Νινούρτα ξεκίνησε για το όρος Μάσου και πίσω ακολουθούσε ο Νέργκαλ. Στόχευσε την πεδιάδα και το βουνό και εξαπέλυσε το πρώτο όπλο. Η κορυφή του όρους έλιωσε. Μετά εξαπέλυσε το δεύτερο όπλο στο χώρο των Ουράνιων Φορτηγών. Μια τεράστια κοιλότητα άνοιξε στην πεδιάδα. Η γη έτρεμε, οι ουρανοί σκοτείνιασαν. Από τα δέντρα έμειναν μόνο τα στελέχη. «Πάει, τέλειωσε», φώναξε ο Νινούρτα από το μαύρο πολεμικό του σκάφος. «Ο Μαρντούκ δεν θα μπορεί πια να ελέγχει τον χώρο». 

Ο Νέργκαλ θέλησε να μιμηθεί τα κατορθώματα του Νινούρτα. Πέταξε προς την εύφορη κοιλάδα των πέντε πόλεων της Εντίν, όπου βρισκόταν ο Νάμπου και προσηλύτιζε τα πλήθη. Ένα όπλο σε κάθε πόλη, σκέφτηκε. Οι πέντε πόλεις ισοπεδώθηκαν. Φωτιά και ερείπια παντού. Όλα τα ζωντανά πλάσματα εξαερώθηκαν. Τα φράγματα που ήταν κοντά στη θάλασσα έσπασαν, οι κοιλάδες πλημμύρισαν θαλασσινό νερό. Όταν τα νερά έφτασαν στις πόλεις, ο ατμός που προκλήθηκε από τις φωτιές που έκαιγαν ακόμα ανέβηκε ψηλά στον ουρανό. «Πάει, τέλειωσε», φώναξε ο Νέργκαλ. 

Επιθεωρώντας τα αποτελέσματα των πράξεών τους οι δυο ήρωες απόρησαν. Μια λάμψη αναδυόταν από παντού που την ακολούθησε σκοτεινιά και μετά άρχισε να φυσά λυσσασμένα ένας δυνατός δηλητηριασμένος άνεμος. Στριφογυριστό ένα μαύρο σύννεφο μετέφερε την πυρηνική καταστροφή παντού. Τη νύχτα μια φοβιστική λάμψη εξαφάνιζε τη Σελήνη από τον ουρανό. 
Σουμεριακή πλάκα που δείχνει το ηλιακό σύστημα

Την επόμενη μέρα ένας δυνατός άνεμος άρχισε να φυσάει από τα δυτικά, από την Ανώτερη Θάλασσα, που έσπρωχνε ανατολικά το σύννεφο. Απ’ όπου περνούσε σκόρπιζε το θάνατο. Έφτασε στη Σούμερ χωρίς να μπορεί να τον σταματήσει τίποτε. Ο Νινούρτα και ο Νέργκαλ ειδοποίησαν τον Ένκι και τον Ενλίλ. Εκείνοι ειδοποίησαν τους θεούς της Σούμερ, «φύγετε, φύγετε» τους φώναξαν. «Πείτε στον κόσμο να κρυφτεί». Οι θεοί όντως μπήκαν στις ιπτάμενες μηχανές τους και απομακρύνθηκαν. Οι άνθρωποι όμως ήταν μάταιο να τρέξουν. Καμία πόρτα, κανένας τοίχος δεν αντιστεκόταν στο πέρασμα του μαύρου σύννεφου της συμφοράς. Οι άνθρωποι έπεφταν νεκροί στους δρόμους και στα σπίτια τους σαν μύγες. Τα στόματά τους γέμιζαν αφρούς και αίμα. Ό,τι πρώτα ζούσε, τώρα κειτόταν πεθαμένο. Τα νερά δηλητηριάστηκαν. Οι αγροί ξεράθηκαν. Από την Εριντού στο νότο μέχρι τη Σιππάρ στο βορρά, ο κακός άνεμος εξαπλώθηκε.  
H Μπαμπίλι, εκεί όπου ο Μαρντούκ είχε ανακηρύξει την κυριαρχία του, από τον Μαύρο Άνεμο γλίτωσε.

ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΙΝΑΚΙΔΑ
Η Μπαμπίλι είχε διασωθεί από τον Κακό Άνεμο. Το πυρηνικό νέφος είχε καταβροχθίσει όλες τις περιοχές νότια της Μπαμπίλι και είχε φτάσει ακόμα και στην καρδιά της Δεύτερης Περιοχής. Όταν ο Ενλίλ και ο Ένκι συναντήθηκαν για να επιθεωρήσουν το μέγεθος της καταστροφής, ο Ένκι ανέφερε ότι ήταν θεϊκός οιωνός που έδειχνε την υπεροχή του Μαρντούκ. Ο Ενλίλ του αποκάλυψε το όνειρο που είχε δει. «Αφού το ήξερες τότε γιατί δεν εμπόδισες τη χρήση των Όπλων του Τρόμου;» τον ρώτησε ο Ένκι.
«Επειδή έχω δει πολλά. Όποτε υπήρξε κάποιο εμπόδιο στην αποστολή μας στη Γη, εσύ έβρισκες πάντα τρόπο να το υπερπηδάς. Επίσης, ποιος μπορεί να προβλέψει το Πεπρωμένο; Ποιος μπορεί να ξεχωρίσει τις ψεύτικες προφητείες από τις αληθινές; Έτσι αποφάσισα να κρατήσω για τον εαυτό μου τα λόγια του Γκαλζού. Ήταν πράγματι απεσταλμένος του Δημιουργού; Ήταν δική μου παραίσθηση; Ό,τι είναι να συμβεί, ας συμβεί, είπα στον εαυτό μου».

Ο Ένκι κούνησε το κεφάλι του. «Η Πρώτη Περιοχή έχει διαλυθεί, η Δεύτερη βρίσκεται σε σύγχυση, η Τρίτη είναι πληγωμένη. Αν αυτό ήταν το θέλημα του Δημιουργού, αυτά είναι όσα μας απέμειναν στη Γη».
«Η φιλοδοξία του Μαρντούκ έσπειρε το σπόρο, να δούμε τώρα τι καρπούς θα συλλέξει», είπε ο Ενλίλ και συνέχισε, «ας είναι ο Μαρντούκ κυρίαρχος της περιοχής που θέλει. Εγώ και ο Νινούρτα δεν θα σταθούμε πια εμπόδιο στο δρόμο του. Θα φύγουμε για τις Χώρες πέρα από τον ωκεανό και θα ολοκληρώσουμε εκεί την αποστολή μας να συλλέγουμε χρυσό για τον Νιμπίρου. Ό,τι έγινε, έγινε. Το παρελθόν δεν μπορεί να ξεγίνει».

«Δεν είναι κι αυτό ένα μάθημα;» έκανε την ερώτηση ο Ένκι και για τους δυο τους.
Ο Ενλίλ παρέμενε σιωπηλός.
«Άραγε οι γήινοι θα επαναλάβουν τα λάθη μας; Ας δώσουμε τα χέρια σαν συνεργάτες που πάλεψαν μαζί να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες ενός ξένου πλανήτη», είπε ξανά ο Ένκι τείνοντας το χέρι στον αδελφό του. Ο Ενλίλ έπιασε το χέρι του αδελφού του και τον αγκάλιασε.
«Θα συναντηθούμε άραγε ξανά στη Γη, ή στον Νιμπίρου;» ρώτησε ο Ένκι.
«Είχε δίκιο άραγε ο Γκαλζού όταν έλεγε πως αν γυρίσουμε στον Νιμπίρου θα πεθάνουμε;» ρώτησε ο Ενλίλ. Μετά στράφηκε και απομακρύνθηκε.

Ο Ένκι έμεινε μόνος. Αναλογιζόταν πώς άρχισαν όλα και πώς κατέληξαν. Αν ο ουρανός και η Γη καθορίζονται από κύκλους, άραγε το Μέλλον θα επιβεβαιώσει το Παρελθόν; Μετά πήρε μιαν απόφαση. Να καταγράψει όλα τα γεγονότα σε αρχείο... όλα όσα είχαν συμβεί και να χρησιμεύσει ως οδηγός για τις γενιές που θα ακολουθούσαν.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Αγγελική Σ. Νατσούλη

















  




1 σχόλιο:

Seeker είπε...

Αγγελική σ ευχαριστώ για τον χρόνο που διέθεσες για την μετάφραση αυτού του τόσο αποκαλυπτικού βιβλίου. Για τους αναζητητές της αλήθειας αυτό σημαίνει πως βρήκαμε επιτέλους αρκετά κομμάτια με τα οποία μπορούμε πλέον να δούμε το παζλ να παίρνει μορφή. Ίσως να γνωρίζεις και κάποια άλλη Αγγελική από το βιβλίο της "Αντέχεις την Αλήθεια" στο οποίο βιβλίο υπάρχουν επίσης αρκετά κομμάτια για το παζλ της αλήθειας. Εμείς συνεχίζουμε αγωνιωδώς να ψάχνουμε τα κομμάτια που λείπουν .