Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Πνευματικά Χρονικά: Κάθε Μετάβαση είναι Μοναδική - μέρος 2/2


Ο καρδινάλιος Ρόμπερτ Μπένσον διηγείται πόσο μοναδική είναι κάθε μετάβαση και πως θα χρειάζονταν τόμοι επί τόμων για να αναφερθούν όλες.
«Οι συνθήκες μετάβασης διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο σε τέτοιο βαθμό που θα χρειάζονταν πολλοί τόμοι αν θέλαμε να συμπεριλάβουμε τις εμπειρίες όλων, στον πνευματικό κόσμο».

Κάθε μετάβαση έχει σχεδιαστεί με τρόπο που σέβεται την προσωπικότητα του καθενός και δεν υπάρχουν δυο εμπειρίες όμοιες. Αυτό ισχύει και για τις εμπειρίες της ζωής μας εν γένει – δεν υπάρχουν δυο άνθρωποι με την ίδια ακριβώς ζωή.
Παρόλο που όλοι μας είμαστε όψεις της ίδιας Πηγής, δημιουργημένοι με σκοπό να ξανα-ανακαλύψουμε την μεταξύ μας σύνδεση και συμπόρευση, είμαστε επίσης και μοναδικές ψυχές που η κάθε μία έχει να πει τη δική της ιστορία. Το κάθε άτομο είναι πολύ πιο πολύτιμο από όσο μπορεί να αντιληφθεί, απλά και μόνο εξαιτίας της μοναδικότητάς του.     

«Μπορεί σε εσάς στη γη να φαίνεται ότι υπάρχει μεγάλη ομοιότητα ανάμεσα σε ίδιους θανάτους, αλλά από την δική μας οι διαφορές είναι τεράστιες. Είναι διαφορετικοί όσο διαφορετικές είναι και οι ανθρώπινες προσωπικότητες. Αυτό που για τον γήινο άνθρωπο είναι το τέλος της ζωής, για εμάς είναι το ξεκίνημα μιας νέας».

Η πνευματική ζωή αρχινά με το θάνατο του σώματος και εξαρτάται από το πού θέλει να πάει ο καθένας στη συνέχεια. Όταν έρθει η ώρα, οι φίλοι μας στον πνευματικό κόσμο θα μας κατευθύνουν και θα μας δείξουν το δρόμο προς τη νέα μας ζωή.

Και ο καρδινάλιος συνεχίζει: «Έχουμε να κάνουμε με την προσωπικότητα και με τη γνώση ή άγνοια των πνευματικών θεμάτων που έχει κάθε ψυχή. Αυτό είναι που καθορίζει τις ενέργειές μας. Εν συντομία, κάθε ‘θάνατος’ αντιμετωπίζεται ανάλογα με τις απαιτήσεις του».

Κάθε ψυχή λαμβάνει άπειρη βοήθεια για να συνειδητοποιήσει ότι έχει πεθάνει και στο τέλος ακόμα και οι πιο βλοσυρές ψυχές είναι σε θέση να συμβιβαστούν με αυτό. 
Μια ψυχή που σε όλη της τη ζωή είχε μάθει να φοβάται το θάνατο, εύκολα μπορεί να στροβιλίζεται αρνούμενη να τον αποδεχτεί, όταν συμβεί, αλλά έχουμε αγαπητούς φίλους και μέλη της οικογενείας μας που θα απλώσουν χείρα βοηθείας όταν έρθει η ώρα και βρεθούμε στην άλλη πλευρά.

Ο Gordon Burdick μας πληροφορεί:
«Είμαι βέβαιος πως αν οι άνθρωποι γνώριζαν ότι η στιγμή του τέλους είναι κάτι που περνάει απαρατήρητο, ο φόβος που μια ζωή τους στοιχειώνει θα εξαφανιζόταν».

Δεν έχουμε ανάγκη να αναζητούμε την αθανασία. Είμαστε αθάνατοι εκ φύσεως. Η Πηγή μας δημιούργησε για να μπορούμε να βιώνουμε ατελεύτητες ζωές στις χαμηλότερες σφαίρες της ύπαρξης, μέχρι να γίνουμε έτοιμοι να συγχωνευτούμε ξανά μαζί Της σε μια σειρά από συνεχείς, ευτυχισμένες αναβάσεις από διάσταση σε διάσταση.

Η ανάπαυση είναι σημαντικός παράγοντας στις μεταβάσεις των ανθρώπων, ειδικά εκείνων που εργάστηκαν σκληρά σε όλη τους τη ζωή και πιθανόν να χρειάζονται να χαλαρώσουν για λίγο μετά από μια κουραστική ζωή. Η ανάπαυση μετά το θάνατο θα μας δώσει τη δυνατότητα να αναδυθούμε στον αιθερικό κόσμο με περιέργεια, που θα μετατραπεί σε ενθουσιασμό όταν καταλάβουμε τι έχει να μας προσφέρει.
 
Όπως λέει και ο John Scott, όταν το σώμα είναι στο χείλος του θανάτου, το πνεύμα αποκτά την πρώτη αναλαμπή της αιώνιας ζωής.
«Δεν υποφέρουν οι άνθρωποι καθώς περνούν στην άλλη ζωή. Οι φίλοι τους μερικές φορές υποφέρουν περισσότερο, όταν βλέπουν το σώμα να σπαρταράει με εμφανή αγωνία, ενώ στην πραγματικότητα το πνεύμα δοκιμάζει ήδη την πρώτη γεύση ελευθερίας από τον πόνο, ή απολαμβάνει μιαν ευλογημένη έλλειψη αισθήσεων».
Καθώς το σώμα πλησιάζει στο τέλος του, το αιθερικό σώμα αρχίζει να επανακτά δύναμη και να προετοιμάζεται για την επιστροφή του στο σπίτι και πρέπει να είναι γι’ αυτό χαρά και σοκ, σαν νιώθει ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος.

Ο Sigwart, ένας καλλιτέχνης που πέθανε στον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο μας πληροφορεί ότι ο πόνος του κράτησε μόνο για ένα λεπτό και μετά αντικαταστάθηκε από απέραντη ειρήνη, ηρεμία και ένιωσε θεραπευμένος.
Σύμφωνα με τον Άρθουρ Φορντ, κάθε ψυχή ανταποκρίνεται στην καθολική ώθηση να προχωρήσει, όταν το σώμα είναι έτοιμο να πεθάνει. «Ο θάνατος δεν είναι παρά το πέρασμα μιας πόρτας που σου νεύει. Είναι μια στιγμήμόνο, τόσο σύντομη, τόσο παροδική που μετά βίας γίνεται αντιληπτή επειδή αυτό που μετρά είναι αυτό που βρίσκεται πέρα από την πόρτα.
Είναι μάλλον εύκολο να αφήσει κανείς ένα μέρος σαν τη γη για τις υπέροχες καταστάσεις της συνειδητότητας που υπάρχουν πέρα από αυτή και το γαλήνιο τράβηγμα που έλκει απαλά τον προσφάτως εκλιπόντα έξω από το σώμα του, αγκαλιάζεται με θέρμη από τους πολλούς αναζητητές που καταλαβαίνουν τι ακριβώς είναι ο θάνατος.

Η Joy Snell μας διηγείται σχετικά με τον πρώτο φυσικό θάνατο που έζησε από τη σφαίρα του πνεύματος.
«Ήταν ο πρώτος θάνατος που βίωσα. Αμέσως μόλις η καρδιά της σταμάτησε να χτυπά, είδα ξεκάθαρα κάτι σαν καπνό ή ατμό να υψώνεται από το σώμα της. Αυτή η εκπόρευση απομακρύνθηκε λίγο από το σώμα και μετά πήρε την ίδια μορφή όπως της φίλης μου που μόλις είχε πεθάνει».

Ο θάνατος φαίνεται να είναι μια χαριτωμένη απελευθέρωση της ενέργειας, της ουσίας του προσώπου που κατοικούσε στο σώμα. Το αιθερικό σώμα λαμβάνει γρήγορα το σχήμα του σώματος μετά την ελευθέρωσή του από το φυσικό, και ίσως τότε να είναι που ο εκλιπών συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται στη σφαίρα του πνεύματος.
Και η Joy συνεχίζει, λέγοντάς μας ότι η αιθερική μορφή της φίλης της άλλαζε σταδιακά: «Αυτή η μορφή, σκιώδης σε πρώτη φάση, σταδιακά άλλαξε έως ότου πήρε τη μορφή μιας συννεφώδους άσπρης-περλέ ρόμπας κάτω από την οποία διακρινόταν μια μορφή, ευδιάκριτα. Το πρόσωπο ήταν της φίλης μου αλλά χωρίς ίχνος από τον σπασμό του πόνου που την είχε καταβάλει πριν πεθάνει».

Ο πόνος κατά το χρόνο του θανάτου εξαφανίζεται, επειδή απελευθερωνόμαστε από το ναό (σώμα) που μας δίνει τη δυνατότητα να υπάρχουμε σε μια αρκετά πυκνή κατάσταση συνειδητότητας που μπορεί να το φιλοξενήσει.

Η δόνησή μας αυξάνεται όταν φεύγουμε από το φυσικό σώμα, και εξαιτίας αυτού είμαστε σε θέση να πάρουμε μιαν όμορφη αιθερική μορφή. Όσοι από εμάς γνωρίζουν, θα μπορούσαν αρκετά εύκολα να διακρίνουν τι τους συνέβη, αν βρεθούν ξαφνικά να περιβάλλονται από άτομα της οικογενείας τους που έχουν ήδη πεθάνει και οι ίδιοι φορούν λευκή ρόμπα.

Σύμφωνα με την Mary Bosworth, ο θάνατος δεν πρέπει να είναι η φοβερή θηριωδία στην οποία μας έχουν κάνει να πιστεύουμε, ειδικά όταν πρόκειται για άτομα που ουσιαστικά ζουν μια καλή ζωή.
«Δεν υπάρχει σκοτάδι σ’ εμάς καθώς βλέπουμε τους αγαπημένους μας να περνάνε τη μικρή διαχωριστική γραμμή. Πιστεύουμε ότι το τέλος της ζωής δεν πρέπει να εμπεριέχει θλίψη και φόβο και θεωρείται μόνο ως ένας ήσυχος ύπνος και μια ευλογημένη και λαμπρή αφύπνιση. Αυτό, φυσικά, αναφέρεται για όσους έχουν καλλιεργήσει το πνεύμα κατά τη γήινη ζωή».

Δημιουργούμε τη μοίρα μας και οι επιλογές που κάνουμε σε αυτή τη ζωή καθορίζουν αυτό που θα αντιμετωπίσουμε στην άλλη. Μερικοί άνθρωποι βιώνουν μια σαφώς χειρότερη κατάσταση συνειδητότητας μετά το θάνατο, λόγω των ενεργειών τους στη ζωή. Και η Mary συνεχίζει : «Ο θάνατος μπορεί πράγματι να είναι ένα σκοτεινό μονοπάτι για εκείνους που δεν έχουν ζήσει με καλοσύνη τη ζωή - και δεν είναι ο θάνατος, αλλά η αφύπνιση που είναι θλιβερή και τρομερή για εκείνους που η ζωή τους ήταν δίχως έλεος και πνευματικότητα».

Η αφύπνιση στο πνεύμα θα μπορούσε να είναι αρκετά δύσκολη για κάποιον που έχει χαθεί στο σκοτάδι της γης όλη του τη ζωή και με το φυσικό νόμο του κάρμα είμαστε υποχρεωμένοι να κατανοήσουμε πλήρως τη σημασία των όσων πράξαμε στη ζωή μας ευθύς μόλις περάσουμε στην άλλη πλευρά».
Υπάρχουν αιθερικά αρχεία που κρατούν όλα όσα έχουμε πράξει στη ζωή και μας θυμίζουν τις γήινες επιλογές μας μόλις βρεθούμε στο υπερπέραν. Το κάθε τι που πράττουμε έχει τεράστια σημασία και αυτό θα το καταλάβουμε μόλις τελειώσουμε με τις χαμηλές διαστάσεις.

Μια γυναίκα ονόματι Χίλντα αναφέρει ότι αυτό για το οποίο μετάνιωσε περισσότερο ήταν που φοβόταν το θάνατο.
«Όταν πέθανα, ανακάλυψα πως το πιο ηλίθιο σφάλμα της ζωής μου ήταν ο μεγάλος, μεγάλος φόβος του θανάτου. Χρόνο με το χρόνο φοβόμουν όλο και περισσότερο. Είχα διάφορες αρρώστιες και υπέφερα από ανησυχίες, φόβους, άγχη και σωματικούς πόνους κατά τη διάρκεια της ζωής μου. Αλλά τη στιγμή που πέθανα δεν υπήρχε κανένας πόνος. Όταν κατάλαβα ότι θα πέθαινα, ζήτησα μόνο να φροντίζουν τον αγαπημένο μου εγγονό που ήταν μωρό. Αλλά δεν στενοχωριόμουν ούτε φοβόμουν ούτε ένιωθα μόνη γιατί έβλεπα τους γονείς μου, τ’ αδέλφια μου που θεωρούσα πεθαμένους – και λέγοντας πεθαμένους, εννοώ κοιμισμένους μέχρι τη Μέρα της Κρίσεως. Αλλά δεν ήταν κοιμισμένοι, ήταν κοντά μου. Τους έβλεπα μέσα από μια αραιή ομίχλη. Γι’ αυτό αν κάποιος σας πει για τη μοναξιά του θανάτου, να του πείτε ότι όλα αυτά είναι βλακείες. Έτσι, το μήνυμά μου στον κόσμο είναι ότι για μένα, οι πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου ήταν αυτές του θανάτου μου. Το υπέροχο αίσθημα της απελευθέρωσης από τον πόνο, η αίσθηση της γαλήνης και της ασφάλειας όταν είδα τους αγαπημένους μου ‘νεκρούς’ ζωντανούς να γελάνε περιμένοντάς με, έδιωξαν μακριά κάθε φόβο και θλίψη για τον αποχωρισμό μου από τα δυο μου αγόρια. Άλλοι άνθρωποι ίσως να πεθαίνουν διαφορετικά. Δεν ξέρω. Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι ότι η λέξη ‘θάνατος’ κρίνοντας από την εμπειρία μου, πρέπει να αλλάξει έννοια στο λεξικό και να σημαίνει ‘την πρώτη ανθρώπινη εμπειρία ειρήνης που ξεπερνά κάθε κατανόηση».  






 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: