Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2007

Γιατί πέθανε ο Μπίλυ;

Θέλοντας να δείξω το έργο που γίνεται στις Ομάδες Μελέτης και στην Ομάδα Συζήτησης για την ανακούφιση από τον πόνο του θανάτου, θα σας αναφέρω μία ακόμα από τις πολλές περιπτώσεις διαχείρισης αυτού του Πόνου.
Η Μαίρη ήταν μία από τους ενενήντα επτά συμμετέχοντες σε ένα από τα εργαστήρια Μελέτης της Συζήτησης με το Θεό. Την τελευταία νύχτα της συγκέντρωσης η Μαίρη σήκωσε το χέρι της και ζήτησε το μικρόφωνο.
«Άκουσα πολλά εδώ πέρα για το ότι ο Θεός είναι ο καλύτερος φίλος μας, ότι ο Θεός είναι υπέροχος και γεμάτος αγάπη, και ότι οφείλουμε όλοι να κάνουμε μια συζήτηση με το Θεό κάθε μέρα», άρχισε. «Λοιπόν, αν έκανα εγώ μια συζήτηση με το Θεό, θα Του έλεγα ότι είμαι αναθεματισμένα θυμωμένη μαζί Του».
«Εντάξει», είπα εγώ. «Ο Θεός μπορεί να χειριστεί κάτι τέτοιο. Εσύ όμως είσαι εντάξει»;
«Όχι», είπε, και η φωνή της έτρεμε τώρα.
«Λοιπόν, γιατί ακριβώς είσαι τόσο θυμωμένη με το Θεό»;
Η Μαίρη πήρε μια βαθιά αναπνοή. «Σχεδόν είκοσι δύο χρόνια πριν, υιοθετήσαμε ένα αγοράκι. Επί πέντε χρόνια προσπαθούσαμε να κάνουμε παιδί χωρίς επιτυχία. Φαινόταν ότι δεν θα γινόμασταν ποτέ γονείς. Το βιολογικό μου ρολόι είχε εξαντληθεί. Έτσι υιοθετήσαμε τον Μπίλυ.
Τρεις εβδομάδες αργότερα, ανακάλυψα πως ήμουν έγκυος. Γέννησα το παιδί, ένα άλλο αγοράκι, και τα μεγάλωνα και τα δυο σαν δικά μου, αν και είπαμε στον πρώτο μας γιο, όταν μεγάλωσε κάπως, ότι ήταν υιοθετημένος. Θέλαμε να είμαστε ειλικρινείς μαζί του. Του είπαμε ότι τον αγαπούσαμε ακριβώς το ίδιο όπως τον αδελφό του, και γνωρίζαμε ότι οι πράξεις μας του το έδειχναν.
Ο Μπίλυ ήταν οκτώ. Πρέπει να μοιράστηκε αυτή την πληροφορία με κάποια παιδιά από το σχολείο, γιατί μια μέρα ήρθε από το σχολείο πολύ θυμωμένος. Τον κορόιδευαν στην αυλή του σχολείου, που δεν είχε μαμά. Ξέρετε πώς μπορούν να γίνουν τα παιδιά. Κάποιες φορές μπορεί να γίνουν πολύ απάνθρωπα. Έλεγαν πράγματα όπως ‘ο Μπίλυ είναι τόσο άσχημος που ακόμα και η μαμά του δεν τον ήθελε’. Ήρθε στο σπίτι τόσο πληγωμένος και τόσο έξαλλος, θέλοντας να μάθει γιατί η μαμά του τον έδωσε – και απαιτώντας να μάθει ποια ήταν και να την δει αμέσως.
Ένιωσα απαίσια, φυσικά. Πρώτον, για το μαρτύριο και τον πόνο που έβλεπα ότι πέρναγε ο Μπίλυ και δεύτερον για τον εαυτό μου. Με είχε καταβάλει η θλίψη επειδή, φυσικά, ένιωθα πως εγώ ήμουν η μαμά του Μπίλυ. Στεκόμουν εκεί ενθυμούμενη τις νύχτες που του άλλαζα πάνες και που τον φρόντιζα στις αρρώστιες του και όλα όσα κάνουν οι μαμάδες, και η καρδιά μου έσπασε που ο Μπίλυ δεν μ’ έβλεπε πια σαν «Μαμά», δεν με θεωρούσε έτσι.
Κατάλαβα όμως – έπρεπε να καταλάβω – και του υποσχέθηκα ότι σαν μεγαλώσει, αν το ήθελε ακόμα, θα συναντούσε τη μαμά του. Θα έκανα ό,τι μπορούσα για να τη βρω και να τακτοποιήσω το θέμα.
Ο Μπίλυ συμφώνησε αν και ποτέ δεν έφυγε ο θυμός από πάνω του. Απλά τον κουβαλούσε μαζί του σε όλη την υπόλοιπη παιδική ηλικία του, καθώς και στην εφηβεία του, κάτι που μας ήταν πολύ δύσκολο. Όλοι μας το περάσαμε, και δεν ήταν εύκολο για κανένα μας στην οικογένεια και φυσικά δεν ήταν για μένα.
Όταν ο Μπίλυ μεγάλωσε, μιλήσαμε πάλι για το αν θα έβλεπε τη μητέρα του και κάναμε μια συμφωνία· μόλις έκλεινε τα δεκαοκτώ θα άρχιζα να ψάχνω γι’ αυτήν αν το ήθελε ακόμα. Τον υπόλοιπο χρόνο της εφηβείας του μου υπενθύμιζε αυτή την υπόσχεση.
Τελικά έφτασαν τα δέκατα όγδοα γενέθλια του Μπίλυ. Εκείνη την ημέρα σκοτώθηκε σε δυστύχημα με τη μοτοσικλέτα του».
Μια πνιχτή κραυγή βγήκε από όλους τους συμμετέχοντες στο εργαστήρι. Απότομα, η ενέργεια της Μαίρης μετατράπηκε σε οργή.
«Τώρα θέλω εσείς να μου πείτε», είπε ξερά, «πως κάποιος Θεός γεμάτος αγάπη θα μπορούσε να είχε αφήσει να συμβεί κάτι τέτοιο, τη στιγμή που ο Μπίλυ επρόκειτο να συναντήσει τη μητέρα του, τη στιγμή που ο πατέρας του κι εγώ επρόκειτο να συμφιλιώσουμε την ένταση που η λαχτάρα του είχε βάλει ανάμεσα στη σχέση μας. Θέλω να μου πείτε, γιατί ο Θεός θα έκανε κάτι τέτοιο»;
Στο δωμάτιο είχε πέσει θαμπή σιωπή. Κοίταξα την Έλεν για ένα λεπτό, μετά έκλεισα τα μάτια μου και μπήκα μέσα μου. Άκουγα τις σκέψεις μου. «Εντάξει, Θεέ, αυτό ήταν. Δεν ξέρω τι να πω εδώ. Πρέπει να με βοηθήσεις».
Ξαφνικά, τα μάτια μου άνοιξαν με θόρυβο, το μυαλό μου πλημμύρισε. Έλεγα τις λέξεις που άκουγα στο κεφάλι μου πριν προλάβω να τις κρίνω ή να τις επεξεργαστώ.
«Ο Μπίλυ πέθανε την ημέρα εκείνη επειδή εκείνη ήταν η ημέρα που του είχαν υποσχεθεί πως θα συναντούσε τη μητέρα του – και αυτό έκανε. Εκείνη τη μέρα η μητέρα του δεν ήταν στη γη».
Το δωμάτιο έβγαλε πνιχτή κραυγή πάλι. Κάποιος ψιθύρισε ‘Ναι’ με έμφαση. Κάποιος άλλος έκλαψε φανερά.
Συνέχισα.
«Δεν υπάρχει αυτό που λέμε δυστύχημα και τίποτα δεν συμβαίνει από σύμπτωση. Σου δόθηκε ένας βιολογικός γιος, παρόλο που δεν ήσουν ικανή να συλλάβεις και φαινόταν ότι δεν θα ήσουν ποτέ ικανή, επειδή υπήρχε ένα σχέδιο – ένα ευρύτερο σχέδιο – στη θέση. Σου δόθηκε αυτό το ιδιαίτερο δώρο του βιολογικού γιου σε αντάλλαγμα της προθυμίας σου να πάρεις τον Μπίλυ, να του δώσεις ένα σπιτικό, να τον αγαπήσεις και να τον μεγαλώσεις σαν δικό σου και να τον φροντίσεις μέχρι τη στιγμή που θα συναντούσε τη μητέρα του και εκείνη ήταν έτοιμη να τον συναντήσει.
Η ημέρα του θανάτου του Μπίλυ, ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής του. Η ευγνωμοσύνη του για σένα που τον έφερες σ’ εκείνο το λεπτό είναι αιώνια. Περιβάλλει την καρδιά σου ακόμα και τώρα και δημιουργεί μαζί σου έναν παντοτινό δεσμό.
Υπάρχει τελειότητα στο σχέδιο της Ζωής. Σε κάθε ανθρώπινη κατάσταση και εμπειρία. Σε κάθε περίσταση. Η ευκαιρία μας έγκειται στο να το προσέξουμε. Αυτή είναι και η απελευθέρωσή μας. Η σωτηρία μας. Το τέλος των δεινών και του πόνου μας».
Το πρόσωπο της Μαίρης άλλαξε αμέσως. Γεμάτο με οργή λίγα μόλις λεπτά πρωτύτερα, τώρα έλαμπε. Όλο το σώμα της έμοιαζε να έχει στεγνώσει από κάθε ένταση. Φαινόταν χαλαρή για πρώτη φορά σε ένα μεγάλο διάστημα. Δάκρια έτρεχαν από τα μάγουλά της ακόμα και όταν γέλασε με μια ακτινοβολία που γέμισε το δωμάτιο.
Είπα την ιστορία επειδή θέλω να γνωρίζει ο καθένας αυτό που η Μαίρη και οι άλλοι συμμετέχοντες στο εργαστήρι γνωρίζουν. Υπάρχει μία «μαγική μέθοδος» που μας έχει δοθεί από τους ουρανούς. Είναι η μέθοδος με την οποία κάθε θλίψη, κάθε οργή, κάθε αρνητικότητα που περιβάλλει κάθε ανθρώπινη εμπειρία διαλύεται. Είναι μία μέθοδος εύκολη να τη θυμάται κανείς και αποτελείται από τρεις λέξεις:
ΔΕΣ ΤΗΝ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ
Α, δουλεύει όμως; Δουλεύει πραγματικά;
Την επόμενη μέρα η Μαίρη μου έβαλε στο χέρι ένα σημείωμα που έγραψε όταν επέστρεψε στο δωμάτιό της, αφού πρώτα περπάτησε κάτω από τον καθαρό χειμωνιάτικο ουρανό.

Ήρθα εδώ με την καρδιά βαριά,
Πάνε τρία χρόνια που ο Μπίλυ έφυγε
Και δεν μπορούσα να του πω αντίο.
Στεκόμουν μόνη, δίπλα στο μνήμα του
Και δεν μπορούσα ούτε να κλάψω.

Κάναμε μια συμφωνία, του είπα μόνο,
Αλλά εσύ με άφησες κι εγώ μαράθηκα.
Πάνε τρία χρόνια που ο Μπίλυ έφυγε,
Κι ο Θεός καθόλου δεν προσπάθησε
Τον πόνο ν’ απαλύνει, να θεραπεύσει την καρδιά,
Να δώσει δάκρια να κλάψω.

Και μετά, ο Θεός μίλησε, έδειξε
Πως ναι, όντως προσπάθησε, αλλ’
Η καρδιά μου ήτανε κλειστή, δεν πρόσεχε
Το ευγενικό του νεύμα.
Και μολονότι ήταν φωνή αυτό που άκουγα
Εκείνου ήταν το μήνυμα, από ψηλά,
Το πνεύμα μου άκουσε τα λόγια του Θεού απόψε
Και τώρα τα μάτια μου μπορούν να κλάψουν.

Περπάτησα κάτω από τ’ αστέρια σήμερα.
Είναι καιρός να προσπαθήσω
Να βρω χαρά, το γιο μου να αφήσω ελεύθερο
Και χρόνο να τον αποχαιρετήσω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: