Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2007

Μια βιωματική εμπειρία

Σαν συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης, θα σας περιγράψω μιαν εμπειρία για να αντιληφθείτε πως η ζωή είναι αιώνια. Θάνατος δεν υπάρχει.
"Ένα νεκροταφείο είναι, ίσως, απίθανο μέρος για να βρεις τη φώτιση, αλλά πάντως εγώ εκεί τη βρήκα. Ένα μέρος της, εν πάση περιπτώσει. Είχα πάει στη νεκρώσιμη ακολουθία για τον Τ. αλλά έφτασα αργά και η ακολουθία είχε σχεδόν τελειώσει. Η μισή πόλη μου πρέπει να βρισκόταν εκεί και ένιωθα κάπως άβολα με όλο εκείνο το δημόσιο πένθος. Φαντάζομαι ήθελα μια ιδιωτική στιγμή ανάμεσα σε κείνον και σε μένα μόνο. Είχα χάσει έναν πολύ καλό φίλο. Ο Τ. ήταν για μένα κάτι σαν μεγάλος αδελφός μου.
Έφυγα από την εκκλησία και αποφάσισα να έχω τη δική μου "νεκρώσιμη ακολουθία", το δικό μου αντίο, αργότερα, στον τάφο του. Ύστερα από δυο ώρες, όταν υπέθεσα ότι θα είχαν φύγει όλοι, πήρα το δρόμο για το νεκροταφείο. Είχα υποθέσει σωστά. Δεν υπήρχε κανείς εκεί. Ξεκίνησα να βρω τον τάφο του Τ. για να πω το στερνό μου "χαίρε" χωρίς να ρωτήσω κανέναν επιστάτη. Μόνο που δεν μπορούσα να βρω τον τάφο. Πουθενά. Κοίταζα τους φρεσκοσκαμμένους τάφους αλλά δεν έβλεπα το όνομά του. Γύρισα πάλι πίσω και κατευθύνθηκα προς την άλλη πλευρά. Τίποτε. Είχα αρχίσει να απελπίζομαι. Ίσως θα έπρεπε να είχα ρωτήσει, αλλά τώρα δεν υπήρχε κανείς. Μήπως δεν έψαχνα στο σωστό μέρος; Άρχισε να ψιχαλίζει. Είχε σηκωθεί αέρας και φαινόταν ότι θα ξέσπαγε καταιγίδα. "Έλα μωρέ Τ." φώναξα από μέσα μου, "πού είσαι;" Και φυσικά δεν περίμενα να πάρω απάντηση (μεταξύ μας, θα προτιμούσε κανείς να μην την πάρει μέσα σ' ένα νεκροταφείο). Εγώ πάντως την πήρα. Και κόντεψα να τρελαθώ από το φόβο μου.
"Από δω".
Αυτό είπε μόνο. Όμως η φωνή ήταν καθαρή και ήρθε ακριβώς από πίσω μου και γύρισα τόσο απότομα που παρά λίγο να πέσω. Δεν υπήρχε κανείς. Τίποτε. Θα μπορούσα να ορκιστώ ότι είχα ακούσει τον Τ. Και τότε τον άκουσα ξανά. "Από δω".
Αυτή τη φορά η φωνή ήρθε από πιο μακριά, από ένα μικρό ανάχωμα. Ένα ρίγος διέτρεξε τη σπονδυλική μου στήλη. Σκέφτηκα ότι μπορεί να ήταν κάποιος επιστάτης που με είδε να ψάχνω για κάποιο τάφο. Όμως ήταν η φωνή του Τ. Δεν ήταν κάποιος που η φωνή του έμοιαζε με του Τ. Ήταν ο Τ. Δεν υπήρχε κανείς εκεί γύρω. Ήθελα πραγματικά να είναι κάποιος, γιατί η φωνή δεν ήταν κάτι που φανταζόμουν. Την άκουγα το ίδιο καθαρά όπως άκουγα και το χτύπο της καρδιάς μου. Έτρεξα προς το ανάχωμα. "Ίσως να είναι κάποιος εκεί πάνω και δεν τον βλέπω από εδώ", σκέφτηκα. Έφτασα στο ανάχωμα και κοίταξα τριγύρω. Κανείς. Και τότε άκουσα πάλι τη φωνή - πιο απαλά τώρα, σαν να ήταν ο Τ. πίσω μου.
"Εδώ".
Γύρισα πάλι, αργά αυτή τη φορά. Φοβόμουν. Το παραδέχομαι. Όμως ο φόβος έγινε σύντομα κατάπληξη. Η ξύλινη, πρόχειρη στήλη του Τ. ήταν ακριβώς μπροστά μου. Στεκόμουν πάνω στον τάφο του.
Πήδηξα κάτω από το ανάχωμα σαν να είχα ανακαλύψει ότι πατούσα πάνω σε κροκόδειλο. "Συγνώώώώμηηηηη", απολογήθηκα. Δεν ξέρω σε ποιον νόμιζα ότι μιλούσα.
Ξέρω. Μιλούσα στον Τ. Ήξερα ότι ήταν εκεί. Ήξερα ότι είχε επιβιώσει του "θανάτου" του και ότι με είχε καλέσει στον τάφο του για μια τελευταία, ιδιωτική στιγμή. Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Κάθισα κάτω κι έμεινα λίγο εκεί, περιμένοντας να πει κάτι ακόμα. Τίποτα.
"Λοιπόν, για πες μου, πώς είναι το να είσαι πεθαμένος;"
Προσπαθούσα να ελαφρύνω τη στιγμή. Αντίθετα η ατμόσφαιρα γινόταν όλο και πιο βαριά και πέρα, στο βάθος του ορίζοντα έβλεπα αστραπές. Η καταιγίδα πλησίαζε.
"Άκου Τ.", είπα μέσα μου. "Θέλω να σ' ευχαριστήσω για όλα όσα έκανες για μένα και για όλα όσα είσαι, ήσουν για όλους. Άγγιξες τόσες ζωές με αγάπη και στοργή! Θα μου λείψεις", και άρχισα να κλαίω με βουβούς λυγμούς. Και τότε ο Τ. επικοινώνησε για μια τελευταία φορά μαζί μου. Τούτη τη φορά δεν το έκανε με λόγια. Ήταν ένα αίσθημα. Ένα αίσθημα γεμάτο αγάπη, που με τύλιξε σαν να τύλιγε κάποιος μια κάπα γύρω από τους ώμους μου και να μου έσφιγγε απαλά το μπράτσο. Δεν μπορώ να το περιγράψω καλύτερα. Δεν υπάρχουν λόγια. Όμως ήξερα πια ότι ο Τ. ήταν καλά και ότι θα ήμουν κι εγώ καλά. Και κατάλαβα ότι όλα εκείνη τη στιγμή ήταν τέλεια. Ήταν όπως ακριβώς έπρεπε να είναι. Σηκώθηκα. "Εντάξει, Τ., το 'πιασα", είπα χαμογελώντας. "Τίποτε δεν είναι αδύνατο". Καθώς γύρισα και άρχισα να παίρνω το δρόμο της επιστροφής, θα μπορούσα να ορκιστώ ότι άκουσα ένα χαμηλόφωνο γέλιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: