Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2007

Από την Εισαγωγή του "Σπίτι με το Θεό"

Το καταπληκτικό αυτό βιβλίο δεν έχει βρει ακόμα εκδότη στην Ελλάδα, παρόλο που έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά. Για τούτο σας μεταφέρω εδώ ένα τμήμα της Εισαγωγής του, για να δείτε περί τίνος πρόκειται.
((...Το μήνυμα του "Σπίτι με τον Θεό" μπορεί να είναι ένα από τα πλέον ελπιδοφόρα και κατατοπιστικά που έλαβε ποτέ η ανθρωπότητα.
Είναι σημαντικό για σένα να καταλάβεις πώς έφθασες σ’ αυτή τη συζήτηση. Αν πιστέψεις πως έφθασες τυχαία, θα σου έχει διαφύγει το τεράστιο μέγεθος του τι συμβαίνει σε σένα ακριβώς αυτή τη στιγμή.
Η ψυχή σου σε έφερε σ’ αυτή τη συζήτηση, όπως σε έφερε και σε κάθε άλλη συζήτηση που είχες ποτέ με τον Θεό, με οποιαδήποτε μορφή. Αυτή μηχανεύτηκε να θέσει αυτές τις σελίδες μπροστά σου. Μια μυριάδα από συγκυρίες διασυνδέθηκαν ακριβώς αυτή τη στιγμή για σένα, με έναν ακριβή τρόπο σε έναν ακριβή χρόνο, εν σειρά, για να λάβουν με αβρό τρόπο τη μορφή των λέξεων που βρίσκεις εδώ, και μόνον η παρέμβαση της απόλυτα ιερής ψυχής σου θα μπορούσε να προκαλέσει τέτοια γεγονότα τόσο άνετα. Αν αυτό το κατανοήσεις ξεκάθαρα, θα ‘’ακούσεις’’ εκείνες τις λέξεις με έναν διαφορετικό τρόπο.
Έχεις οδηγηθεί εδώ επειδή το Σύμπαν αντιλαμβάνεται πως από καιρό αναζητάς σιωπηλά απαντήσεις για τις ερωτήσεις που όλα τα ανθρώπινα όντα κάνουν. Τι πραγματικά συμβαίνει εδώ, σε αυτή τη ζωή και τι θα συμβεί όταν αυτή η ζωή τελειώσει; Θα ξαναβρεθούμε με αγαπημένους μας που έφυγαν πρωτύτερα; Θα βρίσκεται εκεί ο Θεός για να μας υποδεχτεί; Θα υπάρξει Ημέρας Κρίσης; Θα αντιμετωπίσουμε την πιθανότητα μιας παντοτινής καταδίκης; Θα μας επιτρέπεται να τσιρίζουμε στον παράδεισο; Θα μάθουμε τουλάχιστον τι θα μας συμβεί αφού πεθάνουμε; Θα ΣΥΜΒΕΙ κάτι;
Καλυμμένες μέσα στις απαντήσεις αυτών των ερωτήσεων ενυπάρχουν τεράστιες επιπτώσεις για κάθε ανθρώπινο ον. Θα ζούσαμε κάπως διαφορετικά τη ζωή μας αν όντως είχαμε τις απαντήσεις αυτές; Πιστεύω πως ναι. Θα φοβόμασταν λιγότερο να ζήσουμε όπως πάντα σχεδιάζαμε να ζήσουμε – άφοβα και γεμάτοι αγάπη – αν φοβόμασταν λιγότερο να πεθάνουμε; Πιστεύω πως η απάντηση είναι πάλι ναι.
Η καρδιά μου πονάει, να γνωρίζω πως τόσο πολλοί άνθρωποι αισθάνονται έντρομοι καθώς πλησιάζουν την ώρα που θα περάσουν στον άλλο κόσμο και να μην τους πω τίποτα όταν βρίσκονται σε αυτόν εδώ. Η ζωή είχε σκοπό να είναι μια αδιάκοπη χαρά και ο θάνατος είναι μια περίοδος ακόμα μεγαλύτερης χαράς, και θα ήταν υπέροχο αν όλοι οι άνθρωποι είχαν τη δυνατότητα να γνωρίσουν μόνο ειρήνη και αίσια εξέλιξη.
Όπως η μητέρα μου. Ήταν πέρα για πέρα ήρεμη κατά το θάνατό της. Ο νεαρής ηλικίας ιερέας που ήταν στο δωμάτιο για να εκτελέσει την Επιθανάτια Τελετουργία της εκκλησίας, βγήκε έξω κουνώντας το κεφάλι του. «Αυτή», ψιθύρισε, «παρηγορούσε εμένα».
Η μαμά είχε μιαν ακλόνητη πίστη ότι βάδιζε προς την αγκαλιά του Θεού. Γνώριζε τι ήταν η ζωή και γνώριζε τι δεν ήταν ο θάνατος. Η ζωή ήταν για να δίνεις όλα όσα έχεις σε όλους όσους αγαπάς, χωρίς δισταγμό, χωρίς ερωτήσεις, χωρίς περιορισμό. Ο θάνατος δεν ήταν κάτι που έβαζε λουκέτο αλλά τα πάντα που ξεδιπλώνονταν. Θυμάμαι που συνήθιζε να λέει, «Όταν πεθάνω, να μη λυπάσαι. Να χορεύεις πάνω στον τάφο μου». Η μαμά ένιωθε πως ο Θεός ήταν στο πλευρό της καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της – και εκεί ακριβώς επρόκειτο να είναι ο Θεός κατά τον θάνατό της.
Αλλά τι σχετικά με εκείνους που υποθέτουν ότι ζουν και πεθαίνουν χωρίς Θεό; Θα έχουν ίσως μια πολύ μοναχική ζωή και έναν πολύ τρομαχτικό θάνατο. Σε μια τέτοια περίπτωση θα είναι καλύτερα να πεθάνει κάποιος χωρίς καθόλου να γνωρίζει ότι πρόκειται να πεθάνει.
Όπως ακριβώς πέθανε ο πατέρας μου. Σηκώθηκε από την αναπαυτική του πολυθρόνα κάποιο απόγευμα, έκανε ένα μοναδικό βήμα και σωριάστηκε στο πάτωμα. Οι γιατροί έφθασαν εντός λεπτών, αλλά όλα είχαν τελειώσει και είμαι βέβαιος πως ο πατέρας μου δεν σκέφτηκε πως εκείνες επρόκειτο να είναι οι τελευταίες του στιγμές στη γη.
Η μαμά ήξερε πως πέθαινε και πιστεύω πως επέτρεψε στον εαυτό της να το γνωρίζει αυτό γιατί μπορούσε να το αντιμετωπίσει ειρηνικά και χαρμόσυνα. Ο μπαμπάς δεν μπορούσε και έτσι επέλεξε να φύγει απότομα. Δεν υπήρξε χρόνος να σκεφτεί, «Ω, Θεέ μου, πεθαίνω. Πραγματικά πεθαίνω». Παρόμοια, δεν πιστεύω να υπήρξαν στιγμές, κατά τη διάρκεια των ογδόντα τριών ετών του, που να είπε στον εαυτό του, «Ω, Θεέ μου, πραγματικά φεύγω». Η μαμά γνώριζε ότι «πραγματικά έφευγε» κάθε λεπτό. Γνώριζε για το θαυμάσιο και τη μαγεία όλου αυτού. Ο μπαμπάς όχι.
Ο πατέρας μου ήταν ενδιαφέρον άτομο και οι απόψεις του για τον Θεό, για τη ζωή και για τον θάνατο ήταν αντιφατικές. Περισσότερες από μια φορές μοιράστηκε μαζί μου την ολοκληρωτική απορία του για τα καθημερινά συμβάντα καθώς επίσης και την υπέρτατη δυσπιστία του για το ότι κάτι μπορεί να συμβαίνει μετά θάνατον.
Φέρνω στο νου μου μια εντυπωσιακή λογομαχία μας, δυο χρόνια πριν πεθάνει, στην οποία αντικατοπτρίζεται η ύπαρξή του. Δεν ήταν πολύ μεγάλη η συνομιλία. Τον είχα ρωτήσει ποιο νόμιζε πως ήταν το νόημα της ζωής. Με κοίταξε σχεδόν ανέκφραστα και είπε, «Δεν καταλαβαίνω τίποτα από αυτό». Και όταν τον ρώτησα τι πίστευε πως συμβαίνει μετά το θάνατο, αποκρίθηκε, «Τίποτα».
Πίεσα για μιαν απάντηση με περισσότερες από μία λέξεις.
«Σκοτάδι. Ένα τέλος. Αυτό είναι όλο. Πηγαίνεις για ύπνο και δεν ξυπνάς».
Ήμουν αποκαρδιωμένος. Μια αμήχανη σιωπή ακολούθησε και μετά έσπευσα να γεμίσω το κενό με κάθε είδους επιβεβαιώσεις ότι οπωσδήποτε έσφαλε, ότι μια καταπληκτική εμπειρία έπρεπε να υπάρχει που μας περίμενε όλους «στην άλλη πλευρά». Είχα αρχίσει να του περιγράφω πως φανταζόμουν ότι θα ήταν όταν με έκοψε μ’ έναν ανυπόμονο κυματισμό του χεριού του.
«Μπούρδες», δυσανασχέτησε. Και αυτό ήταν όλο.
Είχα μείνει έκπληκτος, γιατί ήξερα ότι ο Μπαμπάς ήταν ένας άνδρας που, ακόμα και στα ογδόντα του, έπεφτε στα γόνατα και έλεγε τις προσευχές του κάθε βράδυ. Σε ποιον προσευχόταν, αναρωτιόμουν, αν δεν πίστευε σε μια ζωή που ήταν αγιασμένη και ένα θάνατο που ήταν μόνο η αρχή; Και για ποιο πράγμα προσευχόταν; Ίσως να προσευχόταν επειδή ο ίδιος λάθευε. Ίσως να ήλπιζε πέρα από κάθε ελπίδα.
Αυτό το βιβλίο είναι για όλους τους ανθρώπους που σκέφτονται σαν τον πατέρα μου, για όλους εκείνους που μπορεί να ελπίζουν πέρα από κάθε ελπίδα. Είναι ακόμα για εκείνους που απλά δεν ξέρουν τι συμβαίνει μετά το θάνατο, και που για το λόγο αυτό έχουν πολύ αδύνατες βάσεις για να κατανοήσουν βαθύτερα αυτό που συμβαίνει στη ζωή, και γιατί. Είναι για εκείνους που δεν έχουν επίγνωση καμίας μεθόδου με την οποία η ίδια η ζωή εργάζεται. Είναι για εκείνους που είναι μπερδεμένοι, είναι για εκείνους που δεν είναι μπερδεμένοι και πιστεύουν ότι όντως γνωρίζουν κάποια πράγματα για όλ’ αυτά, αλλά που αναρωτιούνται κάπου-κάπου αν πραγματικά έχουν δίκιο… και είναι για εκείνους που μπορεί απλά να φοβούνται.
Αυτό το βιβλίο είναι ακόμα για εκείνους που δεν ανήκουν σε καμία από τις παραπάνω ομάδες αλλά επιθυμούν να βοηθήσουν κάποιον άλλον που ανήκει, και μπορεί να μην γνωρίζουν τον τρόπο. Τι λες σε κάποιον που πεθαίνει; Πώς παρηγορείς εκείνους που συνεχίζουν να ζουν; Τι μπορείς να πεις εσύ σ’ αυτές τις στιγμές; Δεν είναι εύκολες ερωτήσεις. Έτσι, καταλαβαίνεις τώρα, γιατί έφερες τον εαυτό σου εδώ.
Ξέρεις, ΕΙΝΑΙ ένα θαύμα που βρήκες αυτό το κείμενο. Ένα μικρό θαύμα, ίσως, όπως εννοούνται τα θαύματα, παρ’ όλ’ αυτά ένα θαύμα. Πιστεύω πως έγινε όπως είπα. Πιστεύω πως η ψυχή σου σε τράβηξε σ’ αυτό το βιβλίο με την ίδια παρόρμηση που τραβάει τον καθένα μας προς τα εμπρός, στο επόμενο βήμα μας, στην επόμενη κατανόησή μας, και τελικώς στο Θείο.
Κανένας μας δεν έχει την υποχρέωση να ακολουθήσει αυτή την παρόρμηση. Μπορούμε να αλλάξουμε πορεία κάθε λεπτό. Μπορούμε να πάμε σε άλλη κατεύθυνση. Ή μπορούμε να μείνουμε ακίνητοι και να μην πάμε πουθενά για πολύ μεγάλο διάστημα, χρονοτριβώντας από τη σύγχυσή μας. Τελικά, όμως, όλοι θα κινηθούμε προς τα εμπρός ξανά, και δεν γίνεται να αποτύχουμε από το να φτάσουμε τελικώς στον προορισμό μας.
Ο προορισμός είναι ο ίδιος για όλους μας. Όλοι βρισκόμαστε σε ένα ταξίδι προς το Σπίτι και δεν θα αποτύχουμε να φτάσουμε εκεί. Ο Θεός δεν θα το επιτρέψει)).
Αυτό είναι, με λίγες φράσεις, το μήνυμα ολόκληρου του κειμένου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: